Του Μιχάλη Βερροιόπουλου* Εδώ και καιρό έχει ανοίξει μια μεγάλη δημόσια συζήτηση σχετικά με την έρευνα για κοιτάσματα υδρογονανθράκων στην περιοχή της Ηπείρου, γεγονός... Εξορύξεις υδρογονανθράκων στην Ήπειρο

Του Μιχάλη Βερροιόπουλου*

Εδώ και καιρό έχει ανοίξει μια μεγάλη δημόσια συζήτηση σχετικά με την έρευνα για κοιτάσματα υδρογονανθράκων στην περιοχή της Ηπείρου, γεγονός εξαιρετικά θετικό, καθώς ο διάλογος βοηθά να απαντηθούν ερωτήματα να αποσαφηνιστούν παρεξηγήσεις και να γίνουν περισσότερο κατανοητές οι ειδικές συνθήκες και ανάγκες της περιοχής και των κατοίκων της.
Επί του παρόντος, βέβαια, δεν πρόκειται παρά για έρευνες, οι οποίες θα διαρκέσουν τουλάχιστον 5 χρόνια ακόμα. Ο δε σχεδιασμός της ερευνητικής διαδικασίας έχει γίνει με απόλυτο σεβασμό στο φυσικό περιβάλλον και ειδικά στο υδάτινο δυναμικό της περιοχής. Πλην όμως διατυπώνεται το εύλογο επιχείρημα «αν γίνονται έρευνες, εφόσον αυτές εντοπίσουν κοιτάσματα, θα οδηγήσουν στην εκμετάλλευσή τους». Δεδομένου, μάλιστα, ότι τις έρευνες πραγματοποιούν ιδιώτες, λογικό είναι να έχουν στόχο το κέρδος, στο υψηλότερο δυνατό επίπεδο, με το χαμηλότερο δυνατό κόστος και την ταχύτερη δυνατή διαδικασία. Μόνο που τα όρια των δυνατοτήτων αυτών δεν τα θέτουν οι ίδιοι, αλλά η τεχνολογία και η πολιτεία.
Αφενός, η τεχνολογία επιτρέπει, πλέον περισσότερο αποτελεσματικές, αλλά σαφώς πιο ασφαλείς γεωτρήσεις, σε σχέση με το παρελθόν.
Αφετέρου, εφόσον εντοπισθεί κάποιο κοίτασμα υδρογονανθράκων, προκειμένου να προχωρήσουν οι ιδιώτες στη φάση της εκμετάλλευσης, θα πρέπει να λάβουν τις κατάλληλες άδειες. Η δε απόφαση της αδειοδότησης είναι αποτέλεσμα διαβούλευσης των αρμόδιων υπηρεσιών του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας με τους φορείς της τοπικής αυτοδιοίκησης, περιβαλλοντικές οργανώσεις και ευρύτερα την κοινωνία των πολιτών.

Όλα τα ζητήματα, οι ανησυχίες και οι πιθανοί κίνδυνοι, θα «μπουν στο τραπέζι», προκειμένου να διασφαλιστεί στο μέγιστο δυνατό βαθμό η ασφάλεια της περιοχής και των κατοίκων της. Προς την κατεύθυνση αυτή βοηθά και το θεσμικό πλαίσιο, όπως έχει διαμορφωθεί μετά την ενσωμάτωση της σχετικής ευρωπαϊκής νομοθεσίας, που είναι και η αυστηρότερη διεθνώς.
Αξίζει υπενθύμισης το παράδειγμα της εκμετάλλευσης κοιτάσματος στην περιοχή του Πρίνου. Πρόκειται για μια πραγματική απόδειξη ότι η συγκεκριμένη δραστηριότητα δεν είναι απαραίτητα ανταγωνιστική με άλλες, όπως ο τουρισμός, η αλιεία και η γεωργία.

Αν αυτό ήταν εφικτό με την τεχνολογία του παρελθόντος και υπό ένα σαφώς πιο χαλαρό θεσμικό πλαίσιο, τότε σήμερα είναι ακόμα πιο ρεαλιστικό να επιτευχθεί η επιδιωκόμενη ισορροπία μεταξύ εκμετάλλευσης του ορυκτού πλούτου και Εξορύξεις υδρογονανθράκων στην Ήπειρο ανάπτυξης άλλων οικονομικών δραστηριοτήτων.
Κάποιοι αμφισβητούν, βέβαια, το κατά πόσο θα πρέπει ο συγκεκριμένος ορυκτός πλούτος να τύχει εκμετάλλευσης.

Παραπέμπουν δε στις διεθνείς συμφωνίες για τη μείωση των εκπομπών αερίου του θερμοκηπίου, και αναρωτιούνται: «τώρα που η διεθνής κοινότητα αποκηρύσσει τους υδρογονάνθρακες, εμείς θα στραφούμε στην εκμετάλλευσή τους»;

Παραγνωρίζουν ότι σε διεθνές επίπεδο καταγράφεται αύξηση της εκμετάλλευσης υδρογονανθράκων, πλην όμως αυτοί όλο και λιγότερο κατευθύνονται στην παραγωγή ενέργειας και όλο και περισσότερο αξιοποιούνται σε άλλες χρήσεις (πετροχημικά, ναυσιπλοΐα, αερομεταφορές κλπ). Επιπλέον, η στροφή προς Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας (ΑΠΕ) προϋποθέτει την αύξηση της κατανάλωσης φυσικού αερίου, δηλαδή υδρογονανθράκων. Με τον τρόπο αυτό διασφαλίζεται η ενεργειακή επάρκεια κατά τη μετάβαση από την εποχή του άνθρακα και του λιγνίτη σε εκείνη των ΑΠΕ. Καθώς δε αυξάνεται το μερίδιο των ΑΠΕ, εντείνεται ο στοχαστικός παράγοντας στο ενεργειακό μείγμα και άρα ενισχύεται η ανάγκη για περισσότερο προβλέψιμες πηγές ενέργειας, όπως το φυσικό αέριο. Άρα, λοιπόν, δεν υπάρχει γενική εγκατάλειψη των υδρογονανθράκων, αλλά εκλεκτικότερη αξιοποίησή τους, στη βάση των δυνατοτήτων που προσφέρει η τεχνολογία. Το ερώτημα, κατά συνέπεια, δεν είναι εάν θα υπάρχει εκμετάλλευση υδρογονανθράκων, αλλά το πώς αυτή θα γίνει και προς όφελος ποιου; Το τελευταίο διάστημα διαδίδονται δύο μύθοι στην περιοχή της Ηπείρου. Ο πρώτος έχει να κάνει με το ενδεχόμενο η εκμετάλλευση που θα ακολουθήσει να στηριχθεί στη μέθοδο της υδραυλικής ρωγμάτωσης (fracking). Η μορφή των πετρωμάτων στη συγκεκριμένη περιοχή και ο τύπος των ευρημάτων που πιθανολογείται ότι θα υπάρξουν, ακυρώνουν κάθε σενάριο αξιοποίησης της μεθόδου του fracking. Επιπρόσθετα, οι συμβάσεις που έχουν υπογραφεί αναφέρονται σε συμβατικούς υδρογονάνθρακες. Ο δεύτερος αφορά στη σεισμική διέγερση που θα μπορούσε να προκληθεί στην περιοχή. Ειδικευμένοι επιστήμονες ξεκαθαρίζουν ότι οι γεωφυσικές διασκορπίσεις δεν επηρεάζουν σε κανένα βαθμό τη σεισμικότητα της περιοχής, συνεπώς δεν υφίσταται σε καμία περίπτωση ζήτημα επαγόμενης σεισμικότητας.
Με πρωτοβουλία της κυβέρνησης έχει ανοίξει, τους τελευταίους μήνες, μια μεγάλη συζήτηση σχετικά την ενεργειακή πολιτική που θα ακολουθηθεί τα επόμενα χρόνια, στην κατεύθυνση στροφής προς τις ΑΠΕ. Στο πλαίσιο αυτό, μακριά από λογικές του τύπου «όχι στην αυλή μου», θα πρέπει να συμφωνήσουμε για τη συμβολή που μπορεί να έχει κάθε περιοχή, ώστε να αξιοποιηθεί το εγχώριο δυναμικό και να ολοκληρωθεί με συντεταγμένο τρόπο η αναδιάρθρωση του ενεργειακού μείγματος προς όφελος των ΑΠΕ και των προσπαθειών καταπολέμησης της κλιματικής αλλαγής και των συνεπειών της.
Συμπερασματικά, η έρευνα και εκμετάλλευση υδρογονανθράκων εντάσσεται στην Εθνική Στρατηγική της ενεργειακής ασφάλειας της χώρας, της ενδυνάμωσης της γεωπολιτικής της θέσης, της μείωσης της εξάρτησης και της παραγωγικής ανασυγκρότησης.
Η έρευνα και εκμετάλλευση υδρογονανθράκων νοείται μόνο κάτω από συγκεκριμένους όρους και προϋποθέσεις που σημαίνει:

Α. Μεγιστοποίηση του δημοσίου οφέλους μέσα από αυστηρό σύστημα εποπτείας και ελέγχου στις συμβάσεις μίσθωσης και, μελλοντικά, μέσα από τη συμμετοχή του δημοσίου στην ίδια την έρευνα και εκμετάλλευση.
Β. Σεβασμός στο περιβάλλον, τον άνθρωπο, την πολιτιστική κληρονομιά, τις τοπικές κοινωνίες.
Γ. Προώθηση της έρευνας και καινοτομίας με τη συμμετοχή των Ελληνικών Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων.
Δ. Ειδίκευση και εργασία για το ανθρώπινο δυναμικό των τοπικών κοινωνιών, πόροι στην τοπική κοινωνία και οικονομία.

* Γενικός γραμματέας Ενέργειας και Ορυκτών Πρώτων Υλών του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας
Απάντηση στο άρθρο του Ρήγα Τσιακίρη που δημοσιεύτηκε στα Ενθέματα της «Αυγής» της 10ης Ιουνίου 2018 δείτε εδώ
Πηγή: «Αυγή».