Μέσα στις πρώτες ημέρες του Αυγούστου πρόκειται να τεθεί σε δημόσια διαβούλευση η μελέτη για την αναβάθμιση της Κεντρικής Αγοράς Θεσσαλονίκης, ενός έργου ύψους...

Μέσα στις πρώτες ημέρες του Αυγούστου πρόκειται να τεθεί σε δημόσια διαβούλευση η μελέτη για την αναβάθμιση της Κεντρικής Αγοράς Θεσσαλονίκης, ενός έργου ύψους άνω των 30 εκατ. ευρώ, που θα «τρέξει» τη διετία 2019-2020, όπως δήλωσε στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο πρόεδρος της ΚΑΘ, Δημήτρης Χαμπίδης.

Τη  μελέτη εκπόνησε για λογαριασμό της ΚΑΘ η Εγνατία Οδός ΑΕ και, σύμφωνα με τον κ. Χαμπίδη, στόχος είναι η ολοκλήρωση της δημόσιας διαβούλευσης ως τις αρχές Σεπτεμβρίου ώστε να κατατεθεί η πρόταση για την υλοποίηση του project στο ΕΣΠΑ, πριν από τη λήξη του τρέχοντος έτους.

Τονίζεται ότι η αναβάθμιση της Κεντρικής Αγοράς θα χρηματοδοτηθεί από ιδία κεφάλαια της ΚΑΘ, δημόσια δαπάνη και δανεισμό. Υπενθυμίζεται ότι τα αποθεματικά της ΚΑΘ ανέρχονται σε 6-7 εκατ. ευρώ, και αναμένεται άλλα 2-3 εκατ. ευρώ, μέσω της αποζημίωσης από την απαλλοτρίωση 24 στρεμμάτων για την κατασκευή του οδικού κόμβου Κ16.

Οπως επισήμανε στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο πρόεδρος της ΚΑΘ, με τη μελέτη, το πρώτο πράγμα που γίνεται είναι να νομιμοποιηθούν τα κτίσματα στην αγορά, η οποία εκτείνεται σε 220 στρέμματα, με τα 40 στρέμματα να είναι καλυμμένα.

Η μελέτη αφορά επίσης σε επέκταση των λειτουργικών χώρων της αγοράς, που από το 2021 θα είναι εξοπλισμένη με -μεταξύ άλλων- 200 νόμιμα ψυγεία και ένα νέο πυρήνα για προϊόντα πρώτης μεταποίησης, ενώ προβλέπονται και παρεμβάσεις που αφορούν την υγιεινή, την ασφάλεια, αλλά και την κυκλοφορία των οχημάτων με τη δημιουργία επιπλέον 700 θέσεων πάρκινγκ (1200 συνολικά).

Επιπλέον, σύμφωνα με τον κ. Χαμπίδη, με τη μελέτη προβλέπεται δημιουργία δικτύου διαχείρισης των όμβριων υδάτων, δημιουργία εργαστηρίου Υπολειμμάτων για στήριξη του brand της αγοράς, παραγωγή ρεύματος με φωτοβολταϊκά, αλλά και αυτοματοποίηση και ψηφιοποίηση των συστημάτων.

Η υλοποίηση των προαναφερόμενων έργων θα είναι η πρώτη μεγάλη επένδυση από το 1974 που κατασκευάστηκε η ΚΑΘ, μέσω της οποίας εξυπηρετούνται παραγωγοί από όλη την Ελλάδα, εφοδιάζονται αγορές σε όλη τη βορειοελλαδική ζώνη, μέχρι τη Λάρισσα και δυτικά μέχρι και τα νησιά του Ιονίου, ενώ ποσοστό άνω του 50% των διακινούμενων φορτίων αφορά σε εξαγωγές προς τα Βαλκάνια.