Των Δρος Γεωργίου Καρέτσου*, Γεωργίου Μάντακα** Tα τελευταία χρόνια διαπιστώνονται συχνότερα γεγονότα φυσικών καταστροφών εξαιρετικών διαστά­σεων και οι πρόσφατες εμπειρίες των μεγάλων δασικών πυρκαγιών... Αποκατάσταση μεσογειακών δασικών οικοσυστημάτων

Των Δρος Γεωργίου Καρέτσου*, Γεωργίου Μάντακα**

Tα τελευταία χρόνια διαπιστώνονται συχνότερα γεγονότα φυσικών καταστροφών εξαιρετικών διαστά­σεων και οι πρόσφατες εμπειρίες των μεγάλων δασικών πυρκαγιών παγκοσμίως επισφραγίζουν το γε­γονός.

Διαπιστώνεται, επίσης, ότι ο σύγχρονος άνθρωπος δεν παύει να είναι συμμέτοχος σ’ αυτές, πα­ρά τη συσσωρευμένη γνώση και εμπειρία και την ανάπτυξη της τεχνολογίας. Μετά την εκδήλωση τέ­τοιων φαινομένων, συνεχώς ανακύπτουν ζητήματα αποκατάστασης και ανασυγκρότησης των πληγεισών περιο­χών.

Οι προσπάθειες αποκατάστασης βασίζονται σε παλαιότερες εμπειρικές τεχνικές, οι οποίες στη συνέχεια βελ­τιώνονται και υποστηρίζονται από την επιστημονική έρευνα. Όλες οι σχετικές τεχνικές παρατίθενται και αξιολο­γούνται σύμφωνα με τους σκοπούς και τους στόχους που τίθενται ώστε να επιλεχθούν οι βέλτιστες, και να συμβά­λουν στην επίσπευση της φυσικής διαδικασίας αποκατάστασης.

Η εργασία δεν περιορίζεται μόνο στη θετική συ­νεισφορά των διαφόρων τεχνικών, αλλά παραθέτει και τις αντίστοιχες βάσιμες κριτικές που στηρίζονται σε αρνη­τικές εμπειρίες. Οι πρακτικές αποκατάστασης δεν είναι αυτοσκοπός και εξαρτώνται από τις κυριαρχούσες κοινωνι­κές αντιλήψεις και τους οικονομικούς περιορισμούς.

Η επιλογή της κατάλληλης μεθόδου και η εφαρμογή της απαι­τεί βαθύτερες γνώσεις της λειτουργίας των φυσικών οικοσυστημάτων και της φυσιολογίας των διαφόρων οργανι­σμών. Απαιτείται, επίσης, μια πολύπλευρη και διεπιστημονική προσέγγιση που θα συντονίζεται με την κατεύθυνση των σκοπών και των στόχων της αποκατάστασης, των επιμέρους δράσεων, την αξιοποίηση των ερευνητικών αποτε­λεσμάτων, τη χρήση και τη βελτίωση των τεχνολογιών και τη δημιουργία, βελτίωση και αξιοποίηση των υποδομών.

Πυρκαγιές και πλημμύρες

Τα τελευταία χρόνια στη χώρα μας παρουσιάζο­νται σοβαρές φυσικές καταστροφές, που σχετίζο­νται με πυρκαγιές και πλημμύρες. Και τα δύο φαι­νόμενα είναι άρρηκτα συνδεδεμένα με τη γεωγρα­φική της θέση, τη γεωλογία, τη γεωμορφολογία, τη βλάστηση και τις επικρατούσες κλιματικές συν­θήκες. Εκτός από τα φυσικά αίτια, κυρίαρχο ρό­λο στη διαμόρφωση της φυσιογνωμίας του τοπί­ου, όπως και του ευρύτερου μεσογειακού τοπίου, έπαιξε ο άνθρωπος.

Στην ουσία, ο άνθρωπος επέ­δρασε τόσο έντονα για μερικές χιλιάδες χρόνια, ώστε σήμερα να συζητούμε για ένα ανθρωπογενώς διαμορφωμένο μεσογειακό περιβάλλον, εφό­σον οι πρώτοι ακμαίοι πολιτισμοί αναπτύχθηκαν στην περιοχή αυτή και το περιβάλλον φέρει έντο­να τη σφραγίδα τους (Le Houerou 1981, Τσου- μής 1985, Naveh and Kutiel 1990, Bottema et al. 1990). Στην ουσία, τίποτε στο φυσικό περιβάλλον της δεν παραμένει «παρθένο», με τη στενή έννοια του όρου.

Όπως λέγεται, η επιβίωση του ανθρώπου σχετίζε­ται με τη συνεχή διαπάλη με το φυσικό περιβάλλον. Στο απώτερο παρελθόν ο άνθρωπος επέδρασε κυ­ρίως με ενέργειες που σχετίζονταν με τη φωτιά, τη βοσκή και την εκχέρσωση για εξασφάλιση των γονιμότερων γαιών για καλλιέργεια (Pons and Quezel 1985). Οι δράσεις αυτές παραμένουν και σήμερα ενεργές και επιπρόσθετα εμφανίζονται νέες, όπως η λατομική και εξορυκτική δραστηρι­ότητα, η βιομηχανική ανάπτυξη, η οικιστική επέ­κταση, η διάνοιξη οδικών και πάσης φύσεως δι­κτύων, η ρύπανση και η διάθεση των απορριμμά­των, οι εκπομπές «αερίων του θερμοκηπίου» και η λεγάμενη «κλιματική αλλαγή» που, κατά περί­πτωση, έχουν κυρίαρχη σημασία στην περαιτέρω εξέλιξη και διαμόρφωση του περιβάλλοντος.

Τα προβλήματα που σχετίζονται με την κατα­στροφή και την υποβάθμιση του περιβάλλοντος οξύνθηκαν με τη βιομηχανική επανάσταση, τη δημογραφική έκρηξη και την ταχύτατη αστικο­ποίηση του πληθυσμού των δύο τελευταίων αιώ­νων. Τα δραματικά αποτελέσματα της τελευταί­ας, για τις μεσογειακές, τουλάχιστο, χώρες, συν­δέονται με την οικονομική απομάκρυνση του πλη­θυσμού από τον πρωτογενή τομέα, τον περιορι­σμό του κοινωνικού και πολιτικού, κατ’ επέκταση, ενδιαφέροντος για την ύπαιθρο και την πλημμελή διαχείριση των δασικών οικοσυστημάτων, γεγο­νότα που συνηγορούν στην κατακόρυφη αύξηση των καμένων δασικών εκτάσεων της Μεσογείου.

Ο σύγχρονος άνθρωπος είχε, πλέον, τη δυνατότη­τα να δεσμεύει και να αξιοποιεί τεράστιες δυνά­μεις και να προξενεί μονιμότερες αλλαγές στο πε­ριβάλλον (Carson 1962). Η δραματική κατάστα­ση που προέκυψε από το σύνολο των ανθρώπινων δραστηριοτήτων στο χώρο, ανάγκασε τις σύγχρο­νες κοινωνίες να θεσπίσουν κανόνες και να ανα­πτύξουν δράσεις προστασίας και διατήρησης του περιβάλλοντος, καθώς και κατευθύνσεις ορθότε­ρης εκμετάλλευσης των φυσικών πόρων.

Η αποκατάσταση του περιβάλλοντος είναι πολύ σύγχρονη έννοια και εισήχθη ως όρος και υποχρέ­ωση μετά το 1960 (Jacobs 1991), αν και οι επιστη­μονικές ανησυχίες για τα όρια εκμετάλλευσης των φυσικών πόρων και η εφαρμογή διαφόρων πρα­κτικών διαχείρισης είχαν εισαχθεί πολύ νωρίτε­ρα. Οι πρώτες δράσεις ορθολογικής εκμετάλλευ­σης αναπτύχθηκαν κυρίως στην κατεύθυνση της διαχείρισης των δασών (Carlowitz 1713), μετά τις ανησυχίες για την κακή εκμετάλλευση και τη δια- φαινόμενη καταστροφή τους, οπότε και για πρώ­τη φορά εισήχθη και ο όρος «αειφορική διαχείρι­ση», με την έννοια της διατήρησης των καρπώ- σεων εσαεί (Μουλόπουλος 1938, Ντάφης 1986α). Τα τελευταία χρόνια, η έννοια της αειφορίας επε­κτάθηκε στο σύνολο των ανθρώπινων δραστηρι­οτήτων, αλλά επειδή δίνει περισσότερη έμφαση στην προστασία και ενέχει απαγορεύσεις, θεωρή­θηκε ότι αποτελεί τροχοπέδη για την ανάπτυξη, εισήχθη και επεβλήθη κατά μία έννοια πολύ πρό­σφατα ο όρος «βιώσιμη ανάπτυξη» (sustainable development), κυρίως από τις μεγάλες βιομηχα­νικές εταιρίες στο πλαίσιο της λεγόμενης «δεξα­μενής σκέψης» (think tank) και με τον ακόλουθο ορισμό: «Βιώσιμη ανάπτυξη είναι εκείνη που ικα­νοποιεί τις ανάγκες τού παρόντος χωρίς να δεσμεύ­ει τη δυνατότητα των μελλοντικών γενεών να ικα­νοποιούν τις δικές τους ανάγκες» (WCED 1987).

Σκοπός της αποκατάστασης

Η απογύμνωση διαφόρων περιοχών από τη φυσι­κή βλάστηση τις καθιστά ευάλωτες σε περαιτέρω υποβάθμιση, τα τελικά στάδια της οποίας εξαρτώ- νται κυρίως από τις ανθρώπινες ενέργειες. Η απο­κατάσταση των διαταραγμένων περιοχών και δη των καμένων εκτάσεων, σκοπεύει στην άρση της υποβάθμισης των οικοσυστημάτων, στην ενίσχυ­ση της φυσικής τους λειτουργίας και στην επανα­φορά τους στην κατάσταση πριν τη διαταραχή. Με δεδομένο ότι τα οικοσυστήματα της Μεσογεί­ου υποβαθμίζονται επί αιώνες, δεν είναι εύκολο να βρεθεί σημείο αναφοράς για επαναφορά στην κατάσταση πριν τη διαταραχή (Tomaselli 1977, 1981b). Γενικώς γίνεται αποδεκτό ότι οι φυσικές διεργασίες αποκατάστασης είναι ικανές να ανα­τρέψουν υποβαθμίσεις αλλά σε σχετικά μεγάλους χρονικούς ορίζοντες.

Αντίστοιχα, η επιστημονική έρευνα έχει διαμορ­φώσει ένα σοβαρό πλαίσιο τεκμηριωμένων προτά­σεων, ικανών να προβλέψουν, να περιορίσουν και να ανατρέψουν περαιτέρω υποβαθμίσεις, ενώ πα­ράλληλα συνεχίζονται οι έρευνες για την πληρέ­στερη κατανόηση των φυσικών διεργασιών και την αξιολόγηση των επιπτώσεων διαφόρων χειρι­σμών αποκατάστασης. Τελικά, μπορούμε να θε­ωρήσουμε ότι η φυσική αποκατάσταση είναι μια εσωτερική δυναμική προσαρμογής των οικοσυ­στημάτων στις συνθήκες που διαμορφώνονται από προσωρινά δυναμικά εξωτερικά ανατρεπτικά αί­τια. Στις περιπτώσεις αποτυχίας της φυσικής απο­κατάστασης, θεωρείται γενικώς επιβεβλημένη η τεχνητή επέμβαση. Οι επεμβάσεις αυτές θα πρέ­πει να αντιμετωπίζονται με επιστημονικό σχεδι- ασμό. Αντίθετα, οι κοινωνικές πιέσεις για άμεση αποκατάσταση οδηγούν, κατά τεκμήριο, σε βιαστι­κές, πολυδάπανες και με αμφίβολο αποτέλεσμα ενέργειες.

Οι επικρατούσες αντιλήψεις για το περιβάλλον και τις επεμβάσεις αποκατάστασης

Σύμφωνα με τον Μπρόφα (2011), οι βασικές από­ψεις που έχουν διαμορφωθεί για το τοπίο και για το περιβάλλον, κατ’ επέκταση εκφράζουν και τις κυρίαρχες αντιλήψεις για τις επιτρεπόμενες επεμβάσεις με στόχο την αποκατάσταση των δια- ταραγμένων περιοχών. Θα μπορούσαν, κατά τον ίδιο, να συνοψισθούν στις εξής:

α) Η άποψη της απόλυτης προστασίας. Σύμ­φωνα με αυτή, το περιβάλλον θα πρέπει να αφε- θεί να εξελιχθεί αφ’ εαυτού, χωρίς εξωτερικές πα­ρεμβάσεις. Ο άνθρωπος θεωρείται ως ξένο στοι­χείο στο περιβάλλον και εμφανίζεται ως παρατη­ρητής ή επισκέπτης. Η άποψη αυτή επικράτησε και, ως ένα βαθμό, συνεχίζει να επικρατεί, κυρίως σε ομάδες ευαίσθητων πολιτών, υπέρμαχων της «ολιστικής» άποψης που καθιερώθηκε από τους αδελφούς Odum τις δεκαετίες ’60 και ’70, με ισχυ­ρό αντίκτυπο ακόμη και σήμερα. Η ακραία άποψη της εν λόγω θεωρίας οδηγεί στην αντίληψη ότι η φύση «διαθέτει αυτοσυνείδηση» της οργάνωσης. Επιστημονικά, δεν αμφισβητείται ως αναλυτική μέθοδος των οικοσυστημάτων και της εσωτερι­κής τους λειτουργίας. Εφόσον, όμως, το περιβάλ­λον δεν μπορεί να θεωρηθεί στατικό, ή τουλάχιστο σε σχετική ισορροπία, και η μη επέμβαση πιθανόν να οδηγήσει σε μη επιθυμητά αποτελέσματα (επι­κράτηση κάποιου είδους, απώλεια άλλων κ.λπ.).

β) Η συντηρητική άποψη. Η άποψη αυτή ταυ­τίζεται με τη διατήρηση του παραδοσιακού περι­βάλλοντος, αλλά επιτρέπει επεμβάσεις με αυστη­ρούς περιοριστικούς κανόνες, ώστε να μη διατα­ράσσεται η οπτική και η οικολογική πραγματικό­τητα. Δεν λαμβάνει, όμως, υπόψη ότι το περιβάλ­λον έχει αλλοιωθεί στο παρελθόν και ενδεχόμε­να παλαιότερες ισορροπίες να έχουν ανατραπεί, και θεωρεί ότι η φύση θα οδηγηθεί σε μια δέουσα ισορροπία μη επιτρέποντας δυναμικές διορθωτι­κές εξωτερικές επεμβάσεις που θα αλλοίωναν την επικρατούσα κατάσταση.

γ) Η άποψη του οικολογικού σχεδιασμού. Ο οικολογικός σχεδιασμός αποβλέπει στην λεπτο­μερή καταγραφή των παραγόντων ενός οικοσυ­στήματος με ποσοτικούς και ποιοτικούς δείκτες, ώστε να δημιουργηθεί μια αναλυτική τράπεζα δεδομένων, και, από την άλλη, αντιπαραβάλλει τις χρήσεις και τις απαιτήσεις τους σε αντίστοι­χες μεταβλητές του περιβάλλοντος. Με τη μέθο­δο αυτή αποφεύγονται επικίνδυνες για το περι­βάλλον επεμβάσεις. Θα μπορούσε να συνοψισθεί στην έκφραση του Whyte (1970) ότι «αντί να αντι­τάξουμε αυθαίρετα ένα σχέδιο διαχείρισης για μια περιοχή, αρμόζει καλύτερα να βρούμε το σχέδιο που έχει εγκαταστήσει η φύση για την περιοχή». Η άποψη αυτή του Whyte μπορεί να παραπέμπει στην πρώτη περίπτωση, αλλά κατατίθεται με την προοπτική ότι όλες οι επεμβάσεις θα πρέπει να συ­νηγορούν στην υποβοήθηση του έργου της φύσης.

δ) Η άποψη της τυχαίας ή ευκαιριακής προ­σέγγισης. Σύμφωνα με την εν λόγω άποψη, το περιβάλλον αποτελεί παρακαταθήκη που μπορεί να εξυπηρετεί διάφορες χρήσεις κατά περίπτωση. Συνήθως ακολουθεί παραδοσιακές πρακτικές χω­ρίς κάποιο σχεδιασμό, που οδηγεί πολλές φορές σε χαοτικές καταστάσεις εξυπηρέτησης πρόσκαι­ρων απαιτήσεων και συμφερόντων. Δυστυχώς, σε αρκετές περιπτώσεις, συνεχίζει να εφαρμόζεται, παρ’ ότι οι εγγενείς αδυναμίες της την καθιστούν επιστημονικά απαράδεκτη.

ε) Η σφαιρική άποψη. Ως γενική θεώρηση δεν διαφοροποιείται από την άποψη του οικολογικού σχεδιασμού, με την προϋπόθεση ότι πέραν της ακριβούς αποτύπωσης των οικολογικών παραγό­ντων και των επικρατουσών επιστημονικών θέ­σεων, συνεκτιμά και τις απόψεις του κοινωνικού συνόλου που διαβιεί στην περιοχή και αποβλέπει στην προστασία του περιβάλλοντος, διαβαθμίζο- ντάς το σε ζώνες με ιδιαίτερες χρήσεις, από περι­οχές απόλυτης προστασίας έως εκείνες όπου επι­τρέπονται παραδοσιακές ασχολίες που συνάδουν με τους σκοπούς προστασίας και διατήρησης. Θα μπορούσε, ως εκ τούτου, να ταυτιστεί με την άπο­ψη της «βιώσιμης ανάπτυξης» που σχολιάστηκε στην εισαγωγή.

Αρχές της αποκατάστασης

Κάθε προσπάθεια αποκατάστασης θα πρέπει να διέπεται από ορισμένες αρχές, οι οποίες διαμορ­φώνονται από τις κοινωνικοοικονομικές συνθή­κες, τις επικρατούσες αντιλήψεις, τη φυσική και ανθρώπινη ιστορία, την κατάσταση που επικρα­τούσε πριν τη διαταραχή και το διαμορφωμένο επιστημονικό πλαίσιο, και βάσει αυτών να επι­λέγει, αντίστοιχα, τις μεθόδους και τις πρακτικές αποκατάστασης. Κατά συνέπεια, η αποκατάστα­ση, σύμφωνα με τα σύγχρονα επιστημονικά κριτή­ρια, πρέπει να ακολουθεί δύο βασικές αρχές, ήτοι: α) την αρχή της διατήρησης του εδάφους και β) την αρχή της «αυτοδιαδοχής», που ακολουθούν οι φυσικές διεργασίες ανασυγκρότησης των οικοσυ­στημάτων που υπέστησαν τη διαταραχή.

Η αρχή της διατήρησης του εδάφους

Η φωτιά επιδρά στο έδαφος με τη θερμότητα και την εναπόθεση υπολειμμάτων στάχτης. Τα υπο­λείμματα της καύσης διηθούνται στο έδαφος και επηρεάζουν τις ιδιότητες για μεγάλο χρονικό δι­άστημα. Η διαθέσιμη βιβλιογραφία σχετικά με την επίδραση της φωτιάς στις φυσικοχημικές ιδι­ότητες και στη γονιμότητα των εδαφών είναι ση­μαντική (De Bano and Conrad 1978, Dunn et al. 1979, Ellis and Kumerow 1989, Ferran et al. 1991, Σεϊλόπουλος 1991, Παπαμίχος κ.ά. 1993, USDA Forest Service 2005, Seilopoulos and Alifragis 1996, Giovannini et al. 1998, Δημητρακόπουλος 2001, Neary et al. 2006, Χριστακόπουλος 2010). Τα αποτελέσματα των ερευνητικών εργασιών θα μπορούσαν να συνοψισθούν στις ακόλουθες γενι- κευμένες επισημάνσεις.

Οι υψηλές θερμοκρασίες που αναπτύσσονται σε ένα επεισόδιο πυρκαγιάς, κυρίως στο επιφανει­ακό στρώμα του εδάφους, ευνοούν τις συνθήκες ορυκτοποίησης του αζώτου, τη διεργασία αποσύν­θεσης της οργανικής ουσίας και, γενικά, την ταχύ­τητα των βιολογικών και φυσικοχημικών αντιδρά­σεων σ’ αυτό. Αντίθετα, η μεγάλη εξάτμιση του εδαφικού νερού αποτελεί τον καθοριστικό παρά­γοντα για την αναστολή των διεργασιών αυτών, τουλάχιστον κατά τη θερινή περίοδο του έτους, όταν η διαθεσιμότητα ύδατος είναι ελάχιστη έως μηδενική.

Οι μεγαλύτερες ποσότητες εκχυλίσιμου φωσφό­ρου που εμφανίζονται τα πρώτα χρόνια μετά την πυρκαγιά, καθώς και οι μεγαλύτερες ποσότητες διαθέσιμων στοιχείων Ca, K, Mg, για τη νεοεμφα- νιζόμενη βλάστηση, αποτελούν ίσως την ελάχιστη θετική συμβολή των πυρκαγιών. Θα πρέπει, όμως, να τονιστεί ότι ο κίνδυνος έκπλυσής τους είναι πρόδηλος και η διαθεσιμότητά τους εξαρτάται από τον τύπο του εδάφους.

Η αύξηση της τιμής του pH που παρατηρείται με­τά τις πυρκαγιές, αυξάνει την πρόσληψη θρεπτι­κών στοιχείων, ιδίως για τα όξινα εδάφη, και δη­μιουργεί ευνοϊκότερες συνθήκες για την αποσύν­θεση της οργανικής ουσίας του εδάφους. Στα αλ­καλικά εδάφη με pH>7,5, που δεν εμφανίζονται πολύ συχνά στο δασικό χώρο της Ελλάδας, πιθα­νόν να προκαλέσει μείωση της διαθεσιμότητας των περισσότερων μικροστοιχείων και του φωσφόρου.

Η καύση του δασικού τάπητα και η μεγάλη διάρ­κεια αποκατάστασής του αποτελεί μια από τις πλέ­ον επιζήμιες επιδράσεις των δασικών πυρκαγιών. Η μείωση της οργανικής ουσίας που παρατηρείται στο επιφανειακό έδαφος έχει δυσμενή επίδραση στη δομή, στην εναλλακτική ικανότητα, στον αερι­σμό, στη διήθηση του νερού, στην υδατοϊκανότη- τα, στην έκπλυση θρεπτικών στοιχείων, στη δρά­ση των μικροοργανισμών και στην εδαφογένεση.

Οι επαναλαμβανόμενες πυρκαγιές δεν εκχωρούν επαρκή χρόνο για ανάκαμψη της βλάστησης, δρουν προσθετικά, και οι όποιες ευνοϊκές επιδράσεις της πυρκαγιάς χάνονται. Επιπλέον, συμβάλλουν καθο­ριστικά στην αύξηση της διαβρωσιμότητας και στην απώλεια του εδάφους, σε συνδυασμό με τη δημι­ουργία υδρόφοβου στρώματος στην επιφάνεια του εδάφους. Το έντονο ανάγλυφο, αλλά και η κατανο­μή και το είδος των θερινών βροχοπτώσεων μπο­ρούν να ευνοήσουν το φαινόμενο. Οι υπόλοιπες μηχανικές και χημικές διεργασίες μειώνουν την υδατοϊκανότητα, αυξάνουν την ξηροθερμικότητα του εδάφους και διαμορφώνουν δυσμενέστερες συνθήκες ανάπτυξης της βλάστησης. Το φαινόμε­νο ενισχύεται όταν, μετά τις πρώτες βροχοπτώ­σεις και τη φύτρωση των σπερμάτων, ακολουθή­σει μια ξηρή περίοδος, πράγμα σύνηθες στις με­σογειακές περιοχές. Η ένταση και η διάρκειά της αποτελεί ένα ασφαλές μέτρο αξιολόγησης για την επιτυχή ή όχι εξέλιξή της.

Το έδαφος διατηρεί μια τράπεζα σπερμάτων, τα ζώντα ριζικά συστήματα των διαφόρων φυτικών ειδών που αναπτύσσονταν πριν τη διαταραχή, καθώς και ικανό αριθμό μικροοργανισμών (μυκο- χλωρίδα, μικροπανίδα) που συμβιούσαν σ’ αυτό. Ως εκ τούτου, η αποκατάσταση θα πρέπει να στο­χεύει στη διατήρηση όλων των απαραίτητων ανόρ­γανων θρεπτικών στοιχείων, καθώς επίσης και των μηχανικών και υδρολογικών ιδιοτήτων του εδά­φους, ώστε να εξασφαλίζει τις φυσιολογικές απαι­τήσεις των οργανισμών και τις λειτουργίες των οι­κοσυστημάτων που πρόκειται να φιλοξενήσει.

Πρωταρχικός στόχος όλων των χειρισμών πρέπει να είναι η διατήρηση του βάθους του εδάφους, το οποίο πρακτικά παίζει κυρίαρχο ρόλο στα με­σογειακά οικοσυστήματα εφόσον αυξάνει τη δυ­νατότητα αποθήκευσης ύδατος και της διάθεσής του στα φυτά και δευτερευόντως την εξασφάλιση των θρεπτικών συστατικών (Χατζηστάθης 1975, Μπρόφας 2011). Για τη διατήρηση του εδάφους εφαρμόζονται διάφορες πρακτικές που προέκυ- ψαν από παλαιότερες τεχνικές σταθεροποίησης ευδιάβρωτων εδαφών στις μισγάγγειες των ρεμά­των και πρανών δρόμων. Συνίστανται στην κατα­σκευή κλαδοπλεγμάτων, κορμοσειρών και ξύλι­νων φραγμάτων, επικάλυψη του εδάφους ή ακό­μη και άλλων κατασκευών που θα αναπτυχθούν παρακάτω. Οι τεχνικές είναι αρκετά παλιές και, όπως αναφέρει ο Μουλόπουλος (1929), στη Γαλ­λία και στην Αυστρία άρχισαν να χρησιμοποιού­νται από το i860, ως τεχνικές εμπειρικές, στην αρχή, και περισσότερο επιστημονικές στη συνέ­χεια (Daubree 1911). Άλλωστε, η κατασκευή ξηρο- λιθιών ή η καλλιέργεια σε βαθμίδες για τη στα­θεροποίηση των επικλινών εδαφών στην περιοχή της Μεσογείου και στη νοτιανατολική Ασία είναι κατά πολύ αρχαιότερη πρακτική. Η αποφυγή δι­αβρώσεων, ολισθήσεων και πλημμυρικών φαινο­μένων που είναι πιθανό να συμβούν μετά τις πυρ­καγιές, θα πρέπει να εξασφαλίζονται με συγκε­κριμένες στρατηγικές κατεύθυνσης, όπως ο καθο­ρισμός των στόχων, ο χρόνος έναρξης της αποκα­τάστασης και η αξιολόγηση των κινδύνων στους οποίους εκτίθεται το οικοσύστημα μετά τις πυρ­καγιές (Morgan 1995). Εξάλλου, εξαιρετική ση­μασία έχει και ο ρυθμός εγκατάστασης της φυ­σικής αναγέννησης. Γενικά, κάλυψη βλάστησης στο όριο του 30% παρέχει ικανοποιητική εδαφι­κή προστασία (Thornes 1990). Η κρίσιμη περίο­δος για την προστασία του εδάφους είναι το πρώ­το φθινόπωρο μετά την πυρκαγιά (Παπαμίχος κ.ά. 1993).

Οι κυριότερες τεχνικές διατήρησης του εδάφους μετά από πυρκαγιές, αλλά και από άλλες διατα­ράξεις, που εφαρμόζονται τόσο διεθνώς όσο και στη χώρα μας, βασίζονται στις ερευνητικές εργα­σίες και προτάσεις από τους εξής: Van Kraaye- nourd and Hathaway 1986, Gray and Leiser 1990, Morgan 1995, Schmidt 2003, USDA Forest Serv­ice 2003, Μπαλούτσος κ.ά. 2001, Γκαγκάρη κ.ά. 1998, Μπαλούτσος 2005, 2009, Λυριντζής κ.ά. 2007, Καρέτσος κ.ά. 2010, Μπρόφας 2011.

Δρ Γεώργιος Καρέτσος, Δασολόγος, απόφοιτος της Σχολής Γεωπονίας, Δασολογίας & Φυσικού Περιβάλλοντος του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και διδάκτωρ του Βιολογικού Τμήματος του Πανεπιστημίου Πατρών/ ΕΛΓΟ

**Γεώργιος Μάντακας, Δασολόγος, Ειδικός Επιστήμονας στην αποκατάσταση διαταραγμένων περιβαλλόντων/ ΕΛΓΟ
Το άρθρο αποτελεί μέρος ολοκληρωμένης έκδοσης με τίτλο: «ΤΟ ΔΑΣΟΣ Μια Ολοκληρωμένη Προσέγγιση» Επιμέλεια: Αριστοτέλης Χ. Παπαγεωργίου, Γεώργιος Καρέτσος, Γεώργιος Κατσαδωράκης/ Copyright: WWF Ελλάς, η οποία πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο του προγράμματος «Το Μέλλον των Δασών», με την συγχρηματοδότηση των κοινωφελών ιδρυμάτων Ι.Σ. Λάτση, Α.Γ. Λεβέντη και Μποδοσάκη, καθώς και με την υποστήριξη ιδιωτών.

ΔΕΙΤΕ ΕΔΩ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ «ΔΑΣΟΣ ΜΙΑ ΟΛΟΚΛΗΡΩΜΕΝΗ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ» ΤΗΣ WWF