Του Γιάννη Μ. Μιχαήλ* Η Ακρόπολη, σύμβολο της πνευματικής ελευθερίας του ανθρώπου, αποτελεί το κορυφαίο ιστορικό μνημείο της Αθήνας και όχι μόνο. Ως απαραίτητο... Τέσσερις δεκαετίες προστασίας της Πλάκας

Του Γιάννη Μ. Μιχαήλ*

Η Ακρόπολη, σύμβολο της πνευματικής ελευθερίας του ανθρώπου, αποτελεί το κορυφαίο ιστορικό μνημείο της Αθήνας και όχι μόνο. Ως απαραίτητο συμπλήρωμα του Ιερού Βράχου, ο πολεοδομικός ιστός της Πλάκας διατηρείται εν πολλοίς στην ίδια θέση για τουλάχιστον τρεις χιλιετίες. Στην εποχή μας, και ειδικότερα μετά την ασυδοσία της Επταετίας, το εξέχον αυτό ιστορικό σύνολο κινδύνευε να απολέσει εικόνα και υπόσταση όταν ευτελιζόταν σε ένα συνονθύλευμα παρδαλών τέρψεων.

Είναι ευτύχημα ότι το 1978 ο υφυπουργός Δημοσίων Έργων και στη συνέχεια πρώτος υπουργός Χωροταξίας, Οικισμού και Περιβάλλοντος Στέφανος Μάνος συνειδητοποίησε τον άμεσο κίνδυνο και ξεκίνησε τη συστηματική επέμβαση, η οποία μέχρι σήμερα εφαρμόζεται από τους διαδόχους του – πρώτος ήταν ο Αντώνης Τρίτσης. Το επιτυχές και πρωτόγνωρο για την Ελλάδα αποτέλεσμα έχει αναγνωριστεί και βραβευθεί διεθνώς (Μεγάλο Βραβείο EUROPA NOSTRA, 1982).

Την επέμβαση έρχεται να ενισχύσει η ιδιαίτερη ευαισθησία του υπουργείου Πολιτισμού για τους εκεί πολυάριθμους αρχαιολογικούς χώρους και τις γύρω περιοχές τους. Η Πλάκα διασώθηκε, εξωραΐστηκε και επανακατοικήθηκε. Ωστόσο, ενώ η επέμβαση κρίνεται απόλυτα επιτυχής, παραμένει μοναδική. Η πολιτεία δεν την αξιοποίησε σε άλλες ιστορικές περιοχές.

Πρέπει να αναφερθεί ακόμα ένα συναφές παράδειγμα της απροθυμίας του κράτους να αξιοποιήσει τις εμπειρίες από την πρώτη εφαρμογή στην Ελλάδα του θεσμού της Ενεργού Πολεοδομίας, με τον οποίο κτίστηκε όλη η Ευρώπη μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Πρόκειται για τις μεγάλες οικιστικές μονάδες μείζονος κλίμακας και ποιότητας στην Κομοτηνή και στην Ξάνθη (συνολικός αριθμός κατοίκων 10.000 με πλήρη τεχνική και κοινωνική υποδομή).

Η πραγμάτωσή τους ξεκίνησε συγχρόνως με την Πλάκα, επίσης από τον Στέφανο Μάνο. Εκεί, όμως, όπως σε τόσα άλλα μέρη, αντί της οργανωμένης δόμησης, το κράτος προτίμησε τις αλλεπάλληλες νομιμοποιήσεις αυθαιρέτων. Η επιτυχία της επέμβασης στην Πλάκα βασίζεται τόσο στη λυσιτελή κατασκευή του νομοθετικού της πλαισίου όσο και στον σταθερό έλεγχο της εφαρμογής (που αποτελεί εξαίρεση στον κανόνα σχετικά με την τύχη των νόμων αφού ψηφιστούν). Ο έλεγχος αυτός δεν επαφίεται στον πατριωτισμό των Ελλήνων, εφόσον η εφαρμογή της επέμβασης θωρακίστηκε με τη σύσταση του άγρυπνου Γραφείου Πλάκας.

Το ζωντανό σύνολο της Πλάκας, ωστόσο, υφίσταται διαρκώς την πίεση του μεγάλου αθηναϊκού κέντρου και των σχετικών επιχειρηματικών συμφερόντων. Εξάλλου, η Πλάκα λειτουργεί ως μαγνήτης του συνεχώς αυξανόμενου τουριστικού ρεύματος των ημεδαπών επισκεπτών αλλά και πρόσφατα των πελατών των AirBnB καταλυμάτων. Όλα αυτά αντανακλούν άμεσα στις χρήσεις γης, και ειδικότερα στα εστιατόρια και πάσης φύσεως καταστήματα υγειονομικού ενδιαφέροντος, τα οποία προσπαθούν να επεκταθούν τόσο κατ’ έκταση όσο καθ’ ύψος, με ή χωρίς νόμιμη άδεια.

Σε πολλές περιπτώσεις η ηχορρύπανση από μεγάφωνα καταταλαιπωρεί τους κατοίκους, ενώ συχνές είναι οι παράνομες καταλήψεις του δημόσιου χώρου. Οι πιέσεις αυτές σημαίνουν ότι τα τελευταία χρόνια ο κρατικός έλεγχος της επέμβασης στην Πλάκα δεν επαρκεί. Παλαιότερα, το Γραφείο Πλάκας απασχολούσε επτά υπαλλήλους. Σήμερα διαθέτει έναν μόνο – και μάλιστα οι αρμοδιότητές του έχουν επεκταθεί σε όλη την περιοχή του αθηναϊκού ιστορικού κέντρου.

Ευτυχώς, αυτές τις ελλείψεις της κρατικής μέριμνας έρχεται να συμπληρώσει η επαγρύπνηση των πολιτών και των διαφόρων συλλογικών φορέων, προεξαρχούσης της Ειδικής Επιτροπής Κατοίκων της Ελληνικής Εταιρείας Περιβάλλοντος και Πολιτισμού, η οποία έχει την έδρα της στην Πλάκα και είχε πάντοτε πρωτοστατήσει στη σωτηρία της.

Δύναται, λοιπόν, να λεχθεί ότι ύστερα από τέσσερις δεκαετίες η επέμβαση στην Πλάκα συνεχίζεται χάρις μεν στην πρωτοβουλία του κράτους αλλά και στην αξιέπαινη ενεργό σύμπραξη της τοπικής κοινωνίας. Ύστερα από 40 χρόνια, οι προσπάθειες για την προστασία και ανάδειξη έχουν γίνει ένας θεσμός «στις Πλάκας τις ανηφοριές».

*Ο κ. Γιάννης Μ. Μιχαήλ είναι αρχιτέκτων πολεοδόμος, αντιπρόεδρος Ελληνικής Εταιρείας Περιβάλλοντος και Πολιτισμού.

Πηγή: «Καθημερινή»