Της Μαργαρίτας Καραβασίλη*   ΕΙΣΑΓΩΓΗ: ΚΥΚΛΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ: ΕΝΑ ΝΕΟ ΜΟΝΤΕΛΟ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ Έχει αναγνωρισθεί ότι η επέμβαση του ανθρώπινου παράγοντα στο περιβάλλον, ιδίως από την... Το όραμα προς μια αποτελεσματική βιομηχανική συμβίωση

Της Μαργαρίτας Καραβασίλη*

 

  1. ΕΙΣΑΓΩΓΗ: ΚΥΚΛΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ: ΕΝΑ ΝΕΟ ΜΟΝΤΕΛΟ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ

Έχει αναγνωρισθεί ότι η επέμβαση του ανθρώπινου παράγοντα στο περιβάλλον, ιδίως από την Βιομηχανική Επανάσταση και έπειτα, έχει προκαλέσει μεγάλο εύρος προβλημάτων που απαιτούν πολιτικές για την προστασία του.

Το τελευταίο χρονικό διάστημα έχει ενταθεί η συζήτηση γύρω από την προστασία του περιβάλλοντος και την αλλαγή του παραγωγικού και καταναλωτικού προτύπου, τόσο σε διεθνές όσο και σε ευρωπαϊκό επίπεδο, σε συνέχεια της συμφωνίας του Παρισιού για το Κλίμα στο πλαίσιο πάντοτε των Στόχων Βιώσιμης Ανάπτυξης έως το 2030 του ΟΗΕ(Sustainable Development Goals) και ιδιαίτερα του Στόχου 12 που αναφέρεται στην “Υπεύθυνη Κατανάλωση και Παραγωγή”. Στόχος που αποτελεί και την ουσία της επιδιωκόμενης αειφόρου ανάπτυξης, καθώς θα πρέπει να αλλάξει ο τρόπος που παράγουμε και καταναλώνουμε τα προϊόντα.

Το τελευταίο διάστημα που η Ευρώπη βρίσκεται στη δίνη έντονων συζητήσεων για θέματα που αγγίζουν την υπόσταση, τις αξίες και το μέλλον της ενωμένης Ευρώπης, μια νέα ελπιδοφόρα ιδέα αρχίζει να συζητείται ιδιαίτερα έντονα, αυτή της Κυκλικής Οικονομίας (Circular Economy) στην οποία καλούνται να συνεισφέρουν όλοι οι παραγωγικοί τομείς με στόχο τη δημιουργία ενός νέου μοντέλου που θα περιορίζει την κατανάλωση εντός των οικολογικών ορίων του πλανήτη

Σύμφωνα με τον Ευρωπαίο Επίτροπο αρμόδιο για το Περιβάλλον, Janez Potočnik, «Με την Κυκλική Οικονομία προωθείται η ταυτόχρονη βελτίωση της οικονομικής ευημερίας και του περιβάλλοντος, εγχείρημα που παλαιότερα θεωρείτο ανάλογο με τον τετραγωνισμό του κύκλου».

Η αλλαγή που προτείνεται να γίνει μέσω της προσέγγισης της Κυκλικής Οικονομίας βασίζεται στη μεγιστοποίηση της απόδοσης των υπαρχόντων πόρων και στη μείωση των απωλειών κατά τη χρήση. Αναμένεται δηλαδή, ως βασική προϋπόθεση επιτυχίας, να μάθουμε να υπολογίζουμε και να εκτιμούμε τα απόβλητα ως πόρους και να μην αφήνουμε τίποτα αναξιοποίητο. Παράλληλα θα πρέπει να εγκαταλείψουμε τη σημερινή προσέγγιση της εξόρυξης περιορισμένων πρώτων υλών από το έδαφος, της χρήσης τους για την παραγωγή ενός προϊόντος και στη συνέχεια της απόρριψης και της υπόγειας ταφής τους.

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δεν άργησε να προτείνει σχέδιο δράσης -με τίτλο «Το κλείσιμο του Κύκλου»– και, ύστερα από την έγκρισή του από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, δόθηκαν οι πρώτες κατευθυντήριες γραμμές για την υλοποίηση του καινοτόμου μοντέλου. Σύμφωνα με τις νομοθετικές προτάσεις που περιλαμβάνονται σε τέσσερις εκθέσεις, οι οποίες εγκρίθηκαν από την ολομέλεια του ΕΚ στις 14/3/ 2017 τα κράτη μέλη θα πρέπει μέχρι το 2030 να μειώσουν το ποσοστό των απορριμμάτων που καταλήγουν για υγειονομική ταφή στο 5%, να αυξήσουν τα ποσοστά επαναχρησιμοποίησης και ανακύκλωσης οικιακών αποβλήτων στο 70%, από 44% που είναι ο κοινοτικός μέσος όρος σήμερα και να μειώσουν τα απορρίμματα των τροφίμων κατά 50%. Οι νομοθεσίες αφορούν τα απορρίμματα που προέρχονται κυρίως από νοικοκυριά και μικρές επιχειρήσεις, που μαζί αποτελούν το 8% των συνολικών απορριμμάτων στην ΕΕ. Πρόκειται για το πρώτο βήμα για τη δημιουργία μίας κυκλικής οικονομίας

Το κυκλικό μοντέλο είναι μια βιομιμητική (μιμείται τη ζωή) προσέγγιση, μία σχολή σκέψης που έχει τη φύση ως παράδειγμα και θεωρεί ότι τα συστήματά μας θα έπρεπε να λειτουργούν όπως οι οργανισμοί, επεξεργαζόμενα τα συστατικά που μπορούν να επιστρέψουν πίσω στον κύκλο.

Ως αντίδοτο για τον περιορισμό των παγκόσμιων περιβαλλοντικών προβλημάτων αλλά και για την επίτευξη της Αειφόρου Ανάπτυξης είναι ο αναδυόμενος όρος της Κυκλικής Οικονομίας ως μία πολιτική για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής, της ανόδου των τιμών πόρων και την μεταστροφή του παραγωγικού και καταναλωτικού προτύπου.

Το γραμμικό μοντέλο εξορύσσω-παράγω- κατασκευάζω-απορρίπτω ξεπέρασε πλέον τα όριά του. Η κυκλική οικονομία αποτελεί ένα νέο παραγωγικό και καταναλωτικό μοντέλο που θα αποσκοπεί στην ελαχιστοποίηση ανάλωσης πρώτων υλών, μέσω της μεγιστοποίησης των δυνατοτήτων αξιοποίησής τους με τη μορφή επαναχρησιμοποιώ, επισκευάζω, ανακυκλώνω.

Πρόκειται για την σταδιακή δημιουργία ενός νέου παραγωγικού και καταναλωτικού μοντέλου που επιτρέπει τη χρήση των υλικών για πολύ μεγαλύτερο χρόνο με παράλληλη ελαχιστοποίηση της χρήσης φυσικών πόρων θα επιτρέψει και θα διευκολύνει τη μετάβαση από ένα κάθετο μοντέλο “παραγωγής, κατανάλωσης, απόρριψης” σε ένα κλειστό κυκλικό μοντέλο όπου τα προϊόντα θα μπορούν να αποσυναρμολογούνται και να επαναχρησιμοποιούνται με την ελάχιστη δυνατή μεταποίηση.

Και για να δώσουμε μια τάξη μεγέθους, μόνο η αξιοποίηση των οικιακών σκουπιδιών με τη μέθοδο της “αναερόβιας χώνευσης” για παραγωγή ενέργειας για παράδειγμα, θα αποφέρει στη βιομηχανία 700 δισεκατομμύρια δολάρια ετησίως. Μόνο το 40% των αποβλήτων ανακυκλώνεται, ενώ το 17% της ενεργειακής κατανάλωσης παράγεται από ΑΠΕ. Χαμηλή είναι και η ανακύκλωση πλαστικών, καθώς λιγότερο από το 25% ανακυκλώνεται. Επίσης και ο κατασκευαστικός τομέας παίζει σημαντικό ρόλο καθώς μεγάλος όγκος οικοδομικών αποβλήτων. Τα οικοδομικά απόβλητα αποτελούν το 25%-30% των αποβλήτων στην Ε.Ε. Συνεπώς παρατηρείται ότι υπάρχει η δυνατότητα επέκτασης της Κυκλικής Οικονομίας σε διάφορους τομείς ώστε να αυξηθούν τα προσδοκώμενα οφέλη.

Το υπάρχον παραγωγικό μοντέλο κοστίζει στην Ε.Ε περίπου 7τρις ευρώ ετησίως. Μία ενδεχόμενη στροφή στην Κυκλική Οικονομία θα μπορούσε να μειώσει αυτό το κόστος κατά 600 δις ευρώ ετησίως. Παράλληλα, το ΑΕΠ θα μπορούσε να αυξηθεί ως 7% μέχρι το 2030 μέσω των επενδύσεων στο νέο παραγωγικό μοντέλο.

Συγκεκριμένα η Κυκλική Οικονομία περιλαμβάνει διάφορες εκφάνσεις όπως η ανακύκλωση, η αποδοτική χρήση των πόρων, η χρήση ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, η επανακατασκευή των προϊόντων, η επέκταση της ζωής του προϊόντος, αλλαγή καταναλωτικού προτύπου και το συνεργατικό μοντέλο οικονομίας. Επιπλέον, αποτελεί βασικό μέσο για την επίτευξη του στόχου της Ε.Ε για το 2030 που είναι να μειώσει κατά 40% τις εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου, 27% αύξηση της χρήσης των ΑΠΕ, 27% αύξηση της ενεργειακής αποδοτικότητας. Η περιβαλλοντική προστασία βρίσκεται στον πυρήνα τόσο της ΕΕ όσο και του ΟΗΕ. Παράλληλα, μέχρι το 2035 περισσότεροι από 535εκ τόνοι εκπομπών αερίου του θερμοκηπίου θα έχουν μειωθεί.

Η μετάβαση σε μια πιο κυκλική οικονομία είναι ουσιώδης για την υλοποίηση της ατζέντας της αποδοτικής χρήσης των πόρων, που καταρτίστηκε στο πλαίσιο της στρατηγικής «Ευρώπη 2020» για έξυπνη, διατηρήσιμη και χωρίς αποκλεισμούς ανάπτυξη. Μεγαλύτερες και διατηρήσιμες βελτιώσεις στις επιδόσεις αποδοτικής χρήσης των πόρων είναι εφικτές και μπορούν να αποφέρουν σημαντικά οικονομικά οφέλη. Εκτιμάται ότι η Κυκλική Οικονομία θα ενισχύσει την ανταγωνιστικότητα, θα αντιμετωπίσει το φαινόμενο περιορισμού των πόρων και της ανόδου των τιμών, θα δημιουργήσει νέες επιχειρηματικές ευκαιρίες, ενώ έως το 2035 θα δημιουργηθούν περισσότερες από 500,000 θέσεις εργασίας, ενισχύοντας έτσι την προστιθέμενη αξία σε ευρωπαϊκό επίπεδο.

Η ειδοποιός διαφορά της κυκλικής οικονομίας από άλλες προσεγγίσεις που στοχεύουν στην επίτευξη της αειφόρου ανάπτυξης, έγκειται στην αμφισβήτηση του κυρίαρχου μοντέλου διαχείρισης πόρων που διαμορφώθηκε μετά τη βιομηχανική επανάσταση. Ένα μοντέλο που βασιζόταν στο τρίπτυχο «εξαγωγή-κατασκευή-κατανάλωση και διάθεση», (Ευρωπαϊκή Επιτροπή, 2014 ) και σταδιακά, με την εξάντληση των πόρων και την ένταση της ρύπανσης, έγινε σαφές πως δεν είναι πια βιώσιμο.

Η κυκλική θεώρηση της οικονομίας κλείνει τις ανοιχτές γραμμικές ροές (closeloops), επανεντάσσει τα απόβλητα στην παραγωγική διαδικασία και αναγεννά τα φυσικά αγαθά.

  1. ΟΙ ΑΠΑΙΤΟΥΜΕΝΕΣ ΑΛΛΑΓΕΣ

Για την ενίσχυση της κυκλικής οικονομίας, απαιτούνται αλλαγές σε ολόκληρη την αλυσίδα παραγωγής των προϊόντων και επανεξέταση της έννοιας του αποβλήτου. Σε μία κυκλική οικονομία τα προϊόντα θα σχεδιάζονται με σκοπό να ενεργοποιήσουν τους κύκλους της αποσυναρμολόγησης και της επαναχρησιμοποίησης, ως εκ τούτου τα απόβλητα θα ελαχιστοποιούνται ή/και θα εξαλείφονται.

Μια από τις ουσιαστικές αναγκαίες αλλαγές που άμεσα θα πρέπει να δρομολογηθεί και στη χώρα μας είναι η βιομηχανική συμβίωση, που βασίζεται στις έννοιες της βιομηχανικής οικολογίας και των βιομηχανικών οικοσυστημάτων.

Η βασική αρχή της βιομηχανικής οικολογίας είναι ότι οι βιομηχανικές δραστηριότητες δεν θα έπρεπε να θεωρούνται απομονωμένες, αλλά ως συνιστώσες ενός βιομηχανικού οικοσυστήματος, που λειτουργεί στο εσωτερικό του φυσικού οικολογικού συστήματος της Βιόσφαιρας. Η λειτουργία ενός βιομηχανικού συστήματος, όπως ακριβώς η λειτουργία ενός οικοσυστήματος, βασίζεται στις ροές ύλης, ενέργειας και πληροφορίας και εξαρτάται από τους πόρους και τις υπηρεσίες που προσφέρει η Βιόσφαιρα. Στην οπτική της βιομηχανικής οικολογίας, ο όρος «βιομηχανική» δεν αναφέρεται μόνο στην ίδια τη βιομηχανία, αλλά σε όλες τις ανθρώπινες δραστηριότητες: τον τουρισμό, τις κατασκευές, τις ιατρικές υπηρεσίες, τις μεταφορές, τη γεωργία.

Η συμβίωση ως έννοια στη φύση περιγράφει τη σχέση αμοιβαιότητας που αναπτύσσεται σε βιολογικές κοινότητες μεταξύ τουλάχιστο δύο μη συνδεδεμένων ειδών. Σκοπός της είναι η ανταλλαγή υλικών, ενεργείας και πληροφορίας με έναν κοινώς επωφελή τρόπο.

Η Βιομηχανική Συμβίωση είναι ένα εργαλείο για την προώθηση της  περιβαλλοντικής αειφορίας στη διασταύρωση της μηχανικής, της οικολογίας και της οικονομίας. Συγκεκριμένα αποσκοπεί στη συστηματική αύξηση της αποδοτικότητας της ενέργειας και των υλικών που χρησιμοποιούνται στις βιομηχανικές διεργασίες με τη δημιουργία ρευμάτων σύνδεσης μεταξύ των διαφορετικών βιομηχανικών μονάδων. Στοχεύει στη σύνδεση της βιομηχανικής ανάπτυξης με την προστασία του περιβάλλοντος διαμέσου της εξοικονόμησης πόρων και ενέργειας. Η εξοικονόμηση πόρων επιτυγχάνεται με τη συνεργασία των βιομηχανιών στους τομείς της επαναχρησιμοποίησης αποβλήτων και νερού και στον τομέα της εξοικονόμησης ενέργειας. Η προώθηση και υλοποίηση της βιομηχανικής συμβίωσης εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τις πολιτικές που υιοθετούνται σε εθνικό και ευρωπαϊκό επίπεδο.

Η βιομηχανική συμβίωση περιγράφει τη σχέση μεταξύ δύο τουλάχιστον διαφορετικών οντοτήτων, συνήθως βιομηχανικών μονάδων, με σκοπό το κοινό όφελος το οποίο είναι μεγαλύτερο, ή ποιοτικά ανώτερο, από το άθροισμα των επιμέρους ωφελειών. Η συμβίωση δεν είναι απαραίτητο να πραγματοποιείται στα όρια μιας βιομηχανικής περιοχής, αν και αυτή η περίπτωση είναι η συνηθέστερη. Η πραγματοποίηση της βιομηχανικής συμβίωσης είναι αποτέλεσμα της ανταλλαγής και χρησιμοποίησης ρευμάτων, που σε άλλες συνθήκες θα ήταν απόβλητα/παραπροϊόντα, αλλά και πληροφορίας. Για να υπάρχει συμβιωτικό δίκτυο ωστόσο, απαιτείται η ύπαρξη τουλάχιστον τριών οντοτήτων (π.χ. βιομηχανικές μονάδες), οι οποίες να ανταλλάσσουν τουλάχιστον δύο διαφορετικούς πόρους, όπου καμία από τις οντότητες αυτές δεν θα πρέπει να έχει ως βασική δραστηριότητα την ανακύκλωση.

Βασική ιδέα είναι ότι το τρίπτυχο της βιομηχανικής παραγωγής «takeit-makeit-sellit» πρέπει να αντικατασταθεί από μία πιο ολοκληρωμένη θεώρηση της παραγωγικής διαδικασίας μέσα από την ανάπτυξη βιομηχανικών οικοσυστημάτων, δηλαδή τη δημιουργία ενός δικτύου βιομηχανικών μονάδων, όπου οι εκροές μίας μονάδας θα γίνονται πρώτη ύλη σε μία άλλη, με τις εξής παραδοχές:

  • Όλες οι βιομηχανικές επιχειρήσεις (κατασκευές, υπηρεσίες και υποδομές) αποτελούν φυσικά συστήματα, τα οποία οφείλουν να λειτουργούν στα πλαίσια των δυνατοτήτων των τοπικών οικοσυστημάτων και της βιόσφαιρας
  • Η δυναμική και οι αρχές λειτουργίας που διέπουν τα οικοσυστήματα αποτελούν πηγή έμπνευσης για το σχεδιασμό και τη διαχείριση των βιομηχανικών συστημάτων
  • Η επίτευξη υψηλής (ενεργειακής και υλικής) αποδοτικότητας στην παράγωγη, χρήση, ανακύκλωση και παροχή υπηρεσιών θα οδηγήσει σε ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα και οικονομικά οφέλη
  • Ο απώτερος σκοπός της οικονομικής δραστηριότητας είναι η βιωσιμότητα του πλανήτη και των τοπικών οικοσυστήματα, χωρίς τα οποία η έννοια της επιχειρηματικής επιτυχίας είναι άνευ σημασίας»

Μια τρέχουσα πρακτική σε χώρες της Ευρώπης είναι τα «Συμβιωτικά Δίκτυα» μέσω των οποίων οι εταιρείες συγκεντρώνονται προκειμένου να ανταλλάξουν υλικά, ενέργεια, νερό και υποπροϊόντα, μειώνοντας το κόστος παραγωγής και ενισχύοντας και το περιβαλλοντικό τους αποτύπωμα. Κλειδί για τη λειτουργία ενός Συμβιωτικού Δικτύου αποτελούν οι δυνατότητες συνεργειών οι οποίες προσφέρονται βάσει της γεωγραφικής εγγύτητας. Κύριοι τύποι συνεργειών σε Συμβιωτικά Δίκτυα είναι:

  • Συνέργειες σε μια ενιαία αλυσίδα εφοδιασμού.
  • Συνέργειες από την κοινή χρήση των υπηρεσιών κοινής ωφελείας,
  • Συνέργειες από την τοπική χρήση των υποπροϊόντων (ενέργεια ή/και απόβλητα).

Σε ευρωπαϊκό πλαίσιο, η υιοθέτηση της ΒΣ θεωρείται ως ένα εργαλείο για την επίτευξη της αποδοτικότητας των πόρων και της κυκλικής οικονομίας.

Σήμερα διακρίνουμε δύο βασικούς τύπους βιομηχανικής συμβίωσης:

  1. Συμβίωση κλειστού τύπου: αναπτύσσεται σε μία συγκεκριμένη γεωγραφική περιοχή, συνήθως κάποια βιομηχανική περιοχή, που βρίσκεται εντός των ορίων κάποιου δήμου. Τα κύρια πλεονεκτήματά της είναι: Η γεωγραφική εγγύτητα των μονάδων, η ύπαρξη οργανωμένης βιομηχανικής περιοχής και άρα και υποδομής, κλπ. Η πρόκληση για την κλειστού τύπου συμβίωση είναι η εύρεση ενός συνταιριάσματος μεταξύ των μονάδων ειδικότερα όταν η βιομηχανική περιοχή,στην οποία επιχειρείται η ανάπτυξη της βιομηχανικής συμβίωσης δεν είναι κάποιο οικο-βιομηχανικό πάρκο σχεδιασμένο εκ των προτέρων για να υπηρετήσει τη λογική της συμβίωσης, αλλά μία «φυσικώς εξελιγμένη» βιομηχανική περιοχή.
  2. Συμβίωση ανοιχτού τύπου Σε αντίθεση με τη συμβίωση κλειστού τύπου, που είναι γεωγραφικά περιορισμένη σε μία περιοχή, η συμβίωση ανοιχτού τύπου δεν περιορίζεται γεωγραφικά. Η ανοιχτού τύπου συμβίωση περιλαμβάνει ανταλλαγές ρευμάτων μεταξύ οντοτήτων, που πιθανώς βρίσκονται ακόμα και σε διαφορετική ήπειρο. Το πλεονέκτημα της συμβίωσης ανοιχτού τύπου είναι η αύξηση των πιθανών συνεργειών, καθώς οι συμβιωτικές δράσεις δεν περιορίζονται σε μία μικρή γεωγραφική περιοχή. Τα μειονεκτήματα είναι η δυσκολία στην εύρεση του συμβιωτικού «ταιριάσματος» και στη δημιουργία συνεργειών, ειδικά αν δεν υπάρχει κάποιος φορέας συντονισμού. Μειονέκτημα επίσης, είναι η μεγάλη απόσταση, καθώς αυξάνει τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις και τα κόστη μεταφοράς.

Με στόχο λοιπόν την ενίσχυση της βιομηχανικής συμβίωσης και ως εκ τούτου και της κυκλικής οικονομίας οι τάσεις σήμερα οδηγούν προς τη δημιουργία «Ολοκληρωμένων Οικολογικών Πάρκων» (Eco ‐ industrialparks), δηλαδή βιομηχανικών περιοχών στις οποίες λαμβάνει χώρα η συνεχής αλληλεπίδραση βιομηχανιών – οικοσυστήματος – κοινωνίας στα πλαίσια της βιομηχανικής οικολογίας.

Η πρώτη εφαρμογή προτύπου βιομηχανικής συμβίωσης άρχισε να αναπτύσσεται σταδιακά το 1961 στην πόλη Kalundborg της Δανίας, περίπου 75 km δυτικά της Κοπεγχάγης, χωρίς την ύπαρξη κάποιου αρχικού σχεδίου ανάπτυξης, σύμφωνα με τα πρότυπα της βιομηχανικής οικολογίας. Αρχικός στόχος ήταν η αξιοποίηση των επιφανειακών νερών της Λίμνης Tisso από ένα νέο διυλιστήριο και η ταυτόχρονη προστασία των υπόγειων νερών από τη μέχρι τότε εντατική εκμετάλλευση, με αφετηρία τη συνεργασία της πόλης του Kalundborg με τη νέα μονάδα διύλισης. Ακολούθησαν μία σειρά από έργα διασύνδεσης βιομηχανιών και το δίκτυο συνεργαζόμενων μονάδων επεκτάθηκε σημαντικά. Πλέον, το συμβιωτικό δίκτυο περιλαμβάνει συνολικά 17 μονάδες μεταξύ των οποίων πραγματοποιούντα 30 ανταλλαγές ρευμάτων (Εικόνα 8), (KalundborgSymbiosis, 2012).

  1. Η ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΣΥΜΒΙΩΣΗ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

Σε μία ιδιαίτερα κρίσιμη περίοδο για την οικονομία, όπου τα ζητήματα προστασίας του περιβάλλοντος υποχώρησαν και πάλι, η Κυκλική Οικονομία φαντάζει ως το ιδανικό μέσο προς την κατεύθυνση της αναγκαίας ανάπτυξης, όπου μία βασική συνιστώσα θα είναι και ο περιορισμός της περιβαλλοντικής υποβάθμισης, χωρίς να περιορίζεται η οικονομική δραστηριότητα. Στην Ελλάδα ο όρος Κυκλική Οικονομία έχει αναδυθεί τα τελευταία χρόνια, ιδίως μετά την οικονομική ύφεση. Ακόμα δεν έχουν υπάρξει πρωτοβουλίες που θα ενσωματώσουν το συγκεκριμένο παραγωγικό μοντέλο. Η προσέγγιση του μοντέλου της κυκλικής οικονομίας που επιχειρείται εξακολουθεί να είναι αποσπασματική και στρεβλή όπως περίτρανα αποδεικνύεται στον τομέα της διαχείρισης των αποβλήτων, όπου η ταφή αποβλήτων ή η ανακύκλωση παραμένουν ατελείς διαδικασίες και ακόμη απουσιάζει η ολιστική προσέγγιση που απαιτείται (μείγμα μέτρων που υιοθετεί και το σχετικό σχέδιο δράσης της Ε.Ε.).

Τόσο η ανακύκλωση όσο και η χρήση ΑΠΕ βρίσκονται σε χαμηλό επίπεδο. Ιδιαίτερα η χρήση των ΑΠΕ ανέρχεται στο 15% της ενεργειακής κατανάλωσης στην Ελλάδα, με εξίσου χαμηλή να είναι η ενεργειακή αποδοτικότητα. Σε αυτό θα πρέπει να προστεθεί και ότι το 80% των αστικών αποβλήτων οδηγείται σε ΧΥΤΑ. Ιδιαίτερα η αξία των ανακυκλώσιμων υλικών εκτιμάται στα 200εκ ευρώ ετησίως, όπου τα 150εκ από αυτά χάνονται λόγω της κακής διαχείρισης.

Ευτυχώς, η κυκλική οικονομία δεν έρχεται σαν απειλή αλλά σαν ευκαιρία για την επιχειρηματικότητα και τελικά για τα κράτη που θα την υιοθετήσουν, μια και δεν μειώνει την απασχόληση στη μεταποίηση, δημιουργεί νέες θέσεις εργασίας που σχετίζονται με τη διαλογή ή την επανακατεργασία υλικών, αυξάνει ή επαναπροσδιορίζει τη ζήτηση και τέλος συνιστά παράγοντα μεγέθυνσης του ΑΕΠ και μάλιστα με προοπτική.

Παράλληλα, δραστηριότητες και επενδύσεις σχετικές με την Κυκλική Οικονομία αποτελούν σημαντικό στοιχείο χρηματοδότησης, τόσο από τα διαρθρωτικά ταμεία όσο και από σχετικά ευρωπαϊκά προγράμματα (HORIZON 2020), ενώ ευνοείται ουσιαστικά η συμμετοχή όλων των τμημάτων της κοινωνίας.

Εκ πρώτης όψεως, το παραπάνω οικονομικό μοντέλο φαίνεται ιδανικό, διότι, χωρίς να ανακόπτει τη δυναμική δράση του επιχειρηματικού κλάδου και της τεχνολογίας, έχει βρει τη χρυσή τομή ώστε να εξισορροπήσει τη δράση αυτή με τις αντοχές του περιβάλλοντος. Ωστόσο απαιτείται σοβαρή υποστήριξη από στέρεες δομές δημόσιας και ιδιωτικής διακυβέρνησης, από τις οποίες θα προκύψει ένας χάρτης πορείας για το μέλλον, ενώ η κοινωνία και ο επιχειρηματικός κόσμος θα πρέπει να αξιολογήσουν σε τι είδους έρευνα και ανάπτυξη θα πρέπει να δοθεί ώθηση.

Προνομιακός χώρος ανάπτυξης καινοτομιών στη βάση της κυκλικής οικονομίας είναι τα επιχειρηματικά πάρκα που μπορούν να αποτελέσουν «κλειδί» για τη βιομηχανική ανασυγκρότηση της οικονομίας και την προσέλκυση επενδύσεων. Με προτεραιότητα την αποκατάσταση σημαντικών καθυστερήσεων και ελλείψεων, όπως το έλλειμμα χωρικού σχεδιασμού, η χώρα οφείλει να υπερβεί τις όποιες αγκυλώσεις και να επιχειρήσει άμεσα στις Άτυπες Βιομηχανικές Συγκεντρώσεις (ΑΒΣ) και τις διάσπαρτες εγκαταστάσεις των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων ανά την επικράτεια, προκειμένου να εφαρμόσει εκεί στρατηγικές βιομηχανικής συμβίωσης, μετατρέποντας υποβαθμισμένες περιοχές σε πόλους καινοτομίας και επιχειρηματικών συνεργασιών.

Η στήριξη μιας τέτοιας επενδυτικής και βιομηχανικής στρατηγικής, με κέντρο την μεταποίηση, προϋποθέτει ότι πρέπει να μπει τάξη στο χωρικό σχεδιασμό και παράλληλα ότι διαμορφώνεται μια σοβαρή πολιτική κινήτρων υπέρ της επενδυτικής δραστηριότητας εντός των υφιστάμενων αλλά και νέων οργανωμένων επιχειρηματικών υποδοχέων με στόχο την πολεοδομική οργάνωση και εξυγίανση των ΑΒΣ, τόσο στα παραδοσιακ παραγωγικά κέντρα (Αττικο-βοιωτία και Θεσσαλονίκη), όσο και κυρίως στην περιφέρεια.

Παρά τον σκεπτικισμό που υπάρχει ως προς την αποτελεσματικότητα των πάρκων ως εργαλείο βιομηχανικής ανάπτυξης λαμβάνοντας υπόψη ότι λιγότερο από το 13% των επιχειρήσεων βρίσκονται εγκατεστημένες εντός οργανωμένων επιχειρηματικών και παρά τις εγγενείς δυσκολίες, η απαίτηση για ανάπτυξη και καινοτομία με στόχους κυκλικής οικονομίας πρέπει να ξεπεράσει κάθε δισταγμό και να τεθούν οι βάσεις για λύσεις που ευνοούν την βιομηχανική συμβίωση, εξαίροντας τα πραγματικά οφέλη που θα αποκομίζουν οι επιχειρήσεις που είναι εγκατεστημένες εντός επιχειρηματικών πάρκων, που θα χαρακτηρίζονται και από το «πράσινο» οικολογικό πρόσημο.

Είναι γεγονός ότι παρ’ όλο που η δημιουργία επιχειρηματικών πάρκων αποτελεί διεθνώς την καθιερωμένη πρακτική προσέλκυσης επενδύσεων, στήριξης της βιομηχανικής παραγωγής και εν τέλει προστασίας του περιβάλλοντος, στην Ελλάδα υπήρξε σαφής προτίμηση της βιομηχανίας να χωροθετείται σε περιοχές εκτός σχεδίου δόμησης, θεωρώντας ότι αυτό είναι πιο οικονομικό. Τα επιχειρηματικά πάρκα στην Ελλάδα, εξαιτίας του τρόπου με τον οποίο χωροθετήθηκαν, αναπτύχθηκαν και λειτουργούν σήμερα, δεν έχουν καταφέρει να πείσουν για τα ουσιαστικά οφέλη που παρέχουν στις επιχειρήσεις. Ενώ, όσο το θεσμικό πλαίσιο παρέχει δυνατότητες για εκτός σχεδίου δόμηση, τόσο θα υπάρχουν επιχειρήσεις που θα αξιολογούν ως συμφερότερη την εγκατάσταση των δραστηριοτήτων τους εκτός αυτών.

Στη χώρα μας τις Βιομηχανικές Περιοχές («πάρκα 1ης γενιάς», αμιγώς κρατικά) διαδέχτηκαν τα Βιομηχανικά και Βιοτεχνικά Πάρκα του Ν. 2545/1997 («πάρκα 2ης γενιάς», κρατικά και ιδιωτικά) για να καταλήξουμε σήμερα στα Επιχειρηματικά Πάρκα του Ν. 3981/2011 («πάρκα 3ης γενιάς», Πάρκα Εξυγίανσης, LogisticsParksκ.ά.), δηλαδή σε περιοχές με ένα οργανικά ολοκληρωμένο σύνολο δομών, υπηρεσιών και υποδομών που ιδρύεται και λειτουργεί για την υποστήριξη δραστηριοτήτων του δευτερογενούς και του τριτογενούς τομέα.

Η πλειονότητα των Επιχειρηματικών Πάρκων (34 από 53 συνολικά) χωροθετήθηκε σύμφωνα με το Ν. 4458/1965 και την τροποποίησή του, με τα 7 από αυτά να έχουν ξεκινήσει τη λειτουργία τους τη δεκαετία 1970, 12 τη δεκαετία 1980, 8 τη δεκαετία 1990 και άλλα 7 μετά το 2000. Με τοΝ. 2545/1997, ο οποίος επέτρεψε τη δραστηριότητα κατασκευής και λειτουργίας επιχειρηματικών πάρκων.

Η σημερινή ΕΤΒΑ ΒΙ.ΠΕ. Α.Ε., μετεξέλιξη της «Ελληνικής Τράπεζας Βιομηχανικής Αναπτύξεως», έχει συμβάλει στην ανάπτυξη 37.000 στρεμμάτων βιομηχανικών οικοπέδων και έχει υπό διαχείριση 27βιομηχανικές περιοχές όπου βρίσκονται εγκατεστημένες 2.285 επιχειρήσεις, στις οποίες απασχολούνται πάνω από 30.000 εργαζόμενοι και έχει ήδη εισάγει στη λειτουργία της (γραφείων και βιομηχανικών περιοχών της) πρακτικές περιβαλλοντικής συμμόρφωσης και διαχείρισης.

Άλλα 14 Επιχειρηματικά Πάρκα, με συνολική έκταση 4.476 στρέμματα υλοποιήθηκαν από ιδιώτες. Τέλος, με τον πρόσφατο Ν. 3982/2011, εν μέσω οικονομικής κρίσης, έχουν αδειοδοτηθεί μόλις 5 νέα επιχειρηματικά πάρκα, η κατασκευή των οποίων όμως δεν έχει ακόμη ξεκινήσει.

Σήμερα είναι η ώρα μιας ουσιαστικής αλλαγής που θα επηρεάσει ευμενώς την οικονομία, την κοινωνία και το περιβάλλον. Η αρχή μπορεί να γίνει με την αξιοποίηση της διεθνούς και κυρίως της ευρωπαϊκής εμπειρίας καλών πρακτικών και πολιτικών ανάπτυξης επιχειρηματικών πάρκων, προσέλκυσης επενδύσεων και αναδιάρθρωσης του παραγωγικού μοντέλου, προώθησης της καινοτομίας, εξυγίανσης και περιβαλλοντικής προστασίας περιβαλλοντικά βεβαρυμένων βιομηχανικών περιοχών κ.ά. αποτελούν σημαντική πηγή άντλησης δοκιμασμένων πρακτικών για τη διαμόρφωση προτάσεων.

Αναγκαία δράση είναι η μετατροπή ενός συνόλου μη συνδεδεμένων μονάδων (ΑΒΣ) σε ένα λειτουργικό και βιώσιμο σύνολο υποδομών και δικτύων και προς τούτο πρέπει να συμβάλει το θεσμικό πλαίσιο ώστε στη συνέχεια να είναι πιο εύκολη η βελτίωση της συνεργασίας μεταξύ επιχειρήσεων-δημόσιας διοίκησης-τοπικών αρχών-φορέων διαχείρισης.

Με γνώμονα τις πολιτικές και τα μέτρα που προωθούνται δυναμικά από την ΕΕ για την κυκλική οικονομία, είναι σαφές ότι διαμορφώνεται μια νέα κατάσταση στα ζητήματα οικονομίας, κοινωνίας και περιβάλλοντος, καθώς το μοντέλο αυτό μπορεί να δημιουργήσει ασφαλείς θέσεις απασχόλησης στην Ευρώπη, να προωθήσει καινοτομίες που προσδίδουν ανταγωνιστικό πλεονέκτημα και να παρέχει ένα επίπεδο προστασίας για τον άνθρωπο και το περιβάλλον για τα οποία η Ευρώπη είναι υπερήφανη. Μπορεί επίσης να παρέχει στους καταναλωτές καινοτόμα και μεγαλύτερης διάρκειας προϊόντα, τα οποία παρέχουν εξοικονόμηση χρημάτων και βελτίωση της ποιότητας ζωής.

Και όλα αυτά γιατί η πρόληψη της παραγωγής αποβλήτων, ο οικολογικός σχεδιασμός, η επαναχρησιμοποίηση και παρόμοια μέτρα θα κάνουν πραγματικότητα τη διατήρηση της αξίας των προϊόντων και υλών, την ελαχιστοποίηση των αποβλήτων και της χρήσης των πόρων οι οποίοι θα διατηρούνται εντός της οικονομίας όταν ένα προϊόν έχει φθάσει στο τέλος του κύκλου ζωής του, για να χρησιμοποιηθεί ξανά και ξανά ώστε να δημιουργηθεί περαιτέρω αξία.

*Η Μαργαρίτα Καραβασίλη είναι Αρχιτέκτων d.p.l.g., MSc Χωροταξίας-Πολεοδομίας – MSc Κοινωνικής Ψυχολογίας, Πρόεδρος Παρατηρητηρίου Πολιτών για την Αειφόρο Ανάπτυξη –  πρώην  Ειδική Γραμματέας Επιθεώρησης Περιβάλλοντος και Ενέργειας στο ΥΠΕΚΑ.
-Το κείμενο αποτελεί εισήγηση της Μαργαρίτας Καραβασίλη στο διεθνές συνέδριο του ECOCDITY FORUM 2018 για την κυκλική οικονομία