Της Μαργαρίτας Καραβασίλη* Στο πλαίσιο της στρατηγικής για την κυκλική οικονομία οι πόλεις, οι χώρες της ΕΕ και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επιδιώκουν να εντοπίσουν... Κυκλική Οικονομία και Τυποποίηση

Της Μαργαρίτας Καραβασίλη*

Στο πλαίσιο της στρατηγικής για την κυκλική οικονομία οι πόλεις, οι χώρες της ΕΕ και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επιδιώκουν να εντοπίσουν καινοτόμες λύσεις για να ενθαρρύνουν την επαναχρησιμοποίηση, την επισκευή, την ανανέωση και την ανακύκλωση των υφιστάμενων υλικών και προϊόντων. Η μετάβαση της Ευρώπης προς μια κυκλική οικονομία περιλαμβάνει δέσμη μέτρων και αναθεωρημένες νομοθετικές προτάσεις, κύρια σχετικά με τα απόβλητα, ώστε να τονωθεί η ανταγωνιστικότητα σε παγκόσμιο επίπεδο, να προωθηθεί η βιώσιμη οικονομική ανάπτυξη και να δημιουργηθούν νέες θέσεις εργασίας.

Tο ECOCITY διοργανώνει, σε συνεργασία με τον Ευρωπαϊκό Οργανισμό ECOS (European Environmental Citizens’ Organization for Standardisation), workshop με θέμα “Κυκλική Οικονομία και Τυποποίηση” το οποίο θα πραγματοποιηθεί στην Αθήνα, στο ξενοδοχείο ELECTRA PALACE, στις 10 Δεκεμβρίου 2019. Δείτε εδώ

Τα προτεινόμενα μέτρα στοχεύουν σε έναν πληρέστερο κύκλο ζωής των προϊόντων μέσω της μεγαλύτερης ανακύκλωσης και επαναχρησιμοποίησής τους, η εφαρμογή των οποίων θα αποφέρει πολλαπλά οφέλη, τόσο για το περιβάλλον όσο και για την οικονομία. Για παράδειγμα, οι απαιτήσεις οικολογικού σχεδιασμού, που στοχεύουν στη μείωση του αρνητικού περιβαλλοντικού αντίκτυπου σε όλο τον κύκλο ζωής ενός προϊόντος, προϋποθέτουν μια σειρά νέων κριτηρίων και κατευθύνσεων ώστε να γίνει πιο βιώσιμη η παραγωγή του προϊόντος, αλλά και όλος ο κύκλος ζωής του (από την εξόρυξη της πρώτης ύλης, τον τρόπο παραγωγής, λειτουργίας, κατανάλωσης, κλπ., έως και την αποδόμησή του).

Ο οικολογικός σχεδιασμός είναι μια νέα προσέγγιση στο σχεδιασμό των προϊόντων, που ενθαρρύνει τους κατασκευαστές να εξετάσουν τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις κάθε προϊόντος, σε όλο τον κύκλο ζωής του. Στην Ευρωπαϊκή Ένωση, η οδηγία για τον οικολογικό σχεδιασμό καθορίζει ένα πλαίσιο για τη θέσπιση υποχρεωτικών απαιτήσεων ενεργειακής αποδοτικότητας σε όλα τα προϊόντα που καταναλώνουν ενέργεια (ERPs: Energy-Related Products), περιλαμβανομένων και των αντλιών θερμότητας έως 400 kW.

Επιζητούμε μια επιτυχημένη μετάβαση στην κυκλική οικονομία, ώστε τα ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα να παραμείνουν σταθερά και σε βιώσιμη βάση. Την ίδια στιγμή η έμφαση δίνεται στην αναζήτηση του κατάλληλου μοντέλου της κυκλικής οικονομίας που θα ταιριάζει στο ελληνικό παραγωγικό σύστημα και που θα μπορεί να διαδραματίσει κυρίαρχο ρόλο στην αστική ανάπτυξη με παράλληλη αναβάθμιση του βιοτικού επιπέδου των πολιτών, μέσα από την ευφυέστερη δυνατή χρήση των πόρων σε όλους τους τομείς και τις βιομηχανίες, λαμβάνοντας υπόψη ότι η κυκλική οικονομία έχει τη δυνατότητα να παράγει καθαρό οικονομικό όφελος ύψους 1,8 τρισ. ευρώ έως το 2030, σύμφωνα με πρόσφατη μελέτη της Ευρωπαϊκής Επιτροπής με θέμα «Προς μια Βιώσιμη Ευρώπη έως το 2030».

Η νέα αυτή φιλοσοφία της κυκλικότητας των προϊόντων διαμορφώνει και ένα νέο πλαίσιο αναγκών το οποίο αναδεικνύει τα πρότυπα ως τα πλέον αποδοτικά εργαλεία άσκησης πολιτικής της Ε. Ένωσης, που επιτυγχάνονται μέσω της συνεργασίας μεταξύ των ευρωπαϊκών και των εθνικών οργανισμών τυποποίησης, καθώς η τυποποίηση διασφαλίζει την ασφάλεια, την ποιότητα, την αποδοτικότητα και την αποτελεσματικότητα των προϊόντων που βγαίνουν στην αγορά.

Έτσι γίνεται όλο και πιο κατανοητή η ανάγκη κατάρτισης εναρμονισμένων ευρωπαϊκών προτύπων και παραδοτέων ευρωπαϊκής τυποποίησης για προϊόντα και υπηρεσίες, τα οποία όχι μόνο υποστηρίζουν τη νομοθεσία και τις πολιτικές της Ένωσης΄, αλλά ταυτόχρονα διασφαλίζουν τη συμμετοχή των ενδιαφερομένων στην ευρωπαϊκή τυποποίηση, τη διαμόρφωση των κατάλληλων τεχνικών προδιαγραφών και τη δυνατότητα χρηματοδότησης.

Συμπληρωματικά με τον πρωταρχικό στόχο της τυποποίησης, που είναι ο καθορισμός προαιρετικών τεχνικών ή ποιοτικών προδιαγραφών με τις οποίες μπορούν να συμμορφώνονται υφιστάμενα ή μελλοντικά προϊόντα, διαδικασίες παραγωγής ή υπηρεσίες, η τυποποίηση μπορεί να καλύπτει  περισσότερα θέματα, όπως η τυποποίηση των διαφόρων βαθμών ή μεγεθών ενός συγκεκριμένου προϊόντος ή των τεχνικών προδιαγραφών σε αγορές προϊόντων ή υπηρεσιών στις οποίες έχει καθοριστική σημασία η συμβατότητα και η διαλειτουργικότητα με άλλα προϊόντα ή συστήματα.

Δεν είναι τυχαίο που όλο και περισσότερο χρησιμοποιούνται τα πρότυπα με πρωτοβουλία των ενδιαφερομένων μερών γιατί θεωρούν αναγκαία την εφαρμογή τους ως προϋπόθεση για τη διασφάλιση ποιότητας, ασφάλειας και αξιοπιστίας που ενισχύουν την εμπιστοσύνη των καταναλωτών. Η βιομηχανία συνολικά εξελίσσεται επίσης προς αυτή την κατεύθυνση και οι κατασκευαστές ασχολούνται για πρώτη φορά με ζητήματα ανάλυσης κινδύνων προκειμένου να διασφαλίσουν ότι τα προϊόντα τους, πριν από τη διάθεσή τους στην αγορά της ΕΕ, θα τηρούν και περιβαλλοντικούς κανόνες. Και δεν είναι καθόλου τυχαίο αν λάβουμε υπόψη μας ότι ακόμη και σε περίπτωση εξωτερικής ανάθεσης του σχεδιασμού ή της παραγωγής των προϊόντων, ο κατασκευαστής παραμένει ο υπεύθυνος για τη διασφάλιση της διενέργειας αξιολόγησης της συμμόρφωσης.

Έτσι στις ημέρες μας όλο και περισσότερες επιχειρήσεις ακολουθούν, τόσο κατά το στάδιο του σχεδιασμού, όσο και κατά το στάδιο της παραγωγής μια σαφή διαδικασία αξιολόγησης της συμμόρφωσης, παρά το γεγονός ότι τα πρότυπα και άλλα έγγραφα τυποποίησης δεν υπόκεινται σε υποχρεωτικές δεσμεύσεις, ακολουθώντας κατά γράμμα προαιρετικές κατευθυντήριες γραμμές, οι οποίες παρέχουν τεχνικές προδιαγραφές για προϊόντα, υπηρεσίες και διεργασίες – από βιομηχανικά κράνη ασφαλείας ή φορτιστές ηλεκτρονικών συσκευών έως υπηρεσίες υψηλού επιπέδου στις δημόσιες συγκοινωνίες.

Σε κάθε περίπτωση έχει αναγνωρισθεί ότι τα πρότυπα, εφόσον έχουν εισάγει τις κατάλληλες σύγχρονες απαιτήσεις, συμβάλλουν καθοριστικά στην προστασία του περιβάλλοντος και στην υγεία των καταναλωτών, καθώς παρέχουν κατάλληλες μεθόδους μέτρησης (π.χ. παρακολούθηση και έλεγχος ατμοσφαιρικής ρύπανσης, ταξινόμηση και δοκιμές για τα υλικά που έρχονται σε επαφή με τρόφιμα, κλπ.). Ταυτόχρονα, τα πρότυπα διασφαλίζουν τη συμβατότητα και συγκρισιμότητα των προϊόντων και των υπηρεσιών και μπορούν να ανοίξουν νέες αγορές, ενώ παράλληλα συμβάλουν στη διαλειτουργικότητα μεταξύ προϊόντων ή υπηρεσιών.

Ο ισχύον με αριθ. 1025/2012 Κανονισμός του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Οκτωβρίου 2012, (αφού τροποποίησε σειρά οδηγιών του Συμβουλίου (89/686/ΕΟΚ και 93/15/ΕΟΚ) και του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (94/9/ΕΚ, 94/25/ΕΚ, 95/16/ΕΚ, 97/23/ΕΚ, 98/34/ΕΚ, 2004/22/ΕΚ, 2007/23/ΕΚ, 2009/23/ΕΚ και 2009/105/ΕΚ), κατάργησε την απόφαση 87/95/ΕΟΚ του Συμβουλίου και την απόφαση αριθ. 1673/2006/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, σχετικά με την ευρωπαϊκή τυποποίηση, θεσπίζει κανόνες για τη συνεργασία μεταξύ των ευρωπαϊκών οργανισμών τυποποίησης, των εθνικών φορέων τυποποίησης, των κρατών μελών και της Επιτροπής), καθιερώνει ευρωπαϊκά πρότυπα και παραδοτέα ευρωπαϊκής τυποποίησης για προϊόντα και υπηρεσίες υπέρ της νομοθεσίας και των πολιτικών της Ένωσης, αναγνωρίζει επιλέξιμες τεχνικές προδιαγραφές, καθορίζει κριτήρια για τη χρηματοδότηση της ευρωπαϊκής τυποποίησης και για τη συμμετοχή των ενδιαφερομένων στην ευρωπαϊκή τυποποίηση.

Αξίζει να σημειωθεί ότι η έκδοση των προτύπων και τυποποιητικών εγγράφων γίνεται από Ευρωπαϊκούς Οργανισμούς, όπως η CEN – European Committee for Standardization, η CENELEC – European Committee for Electrotechnical Standardization, η ETSI – European Telecommunications Standards Institute, ECISS – European Committee for Iron and Steel Standardization.

Ο εθνικός οργανισμός στην Ελλάδα είναι ο ΕΛΟΤ Α.Ε. – Ελληνικός Οργανισμός Τυποποίησης). Για την διαπίστευση των Φορέων Ελέγχου Πιστοποίησης Προϊόντων, Συστημάτων, Ικανοτήτων, Προσωπικού και Εργαστηρίων Δοκιμών και Διακριβώσεων αρμόδιος οργανισμός στην Ελλάδα είναι το ΕΣΥΔ – Εθνικό Σύστημα Διαπίστευσης, που είναι πλήρες μέλος της European cooperation for Accreditation και διενεργεί αξιολογήσεις για την επίσημη αναγνώριση ότι έναφυσικό ή νομικό πρόσωπο ασκεί συγκεκριμένες δραστηριότητες με τεκμηριωμένη επάρκεια και αμεροληψία.

Η διασφάλιση της αξιοπιστίας των μετρήσεων πραγματοποιείται διεθνώς από το Bureau International des Poids et Mesures και στην Ελλάδα από το ΕΙΜ – Ελληνικό Ινστιτούτο Μετρολογίας, ενώ για τη λειτουργία των Δημόσιων και Ιδιωτικών Φορέων υπεύθυνων για την Πιστοποίηση Προϊόντων, Συστημάτων Διαχείρισης  και Ικανοτήτων των Εργαζομένων, αλλά και των Δημόσιων και Ιδιωτικών Εργαστηρίων Ελέγχων, Δοκιμών και Διακριβώσεων, για τη διενέργεια των μετρήσεων απαιτείται βεβαίωση της συμμόρφωσης των παραπάνω προς τις απαιτήσεις των αντίστοιχων προτύπων.

Προς ένα αποτελεσματικό και αποδοτικό σύστημα τυποποίησης

Τα πρότυπα έχουν θετικές οικονομικές συνέπειες, καθώς προάγουν την οικονομική αλληλοδιείσδυση στην εσωτερική αγορά και ενθαρρύνουν την ανάπτυξη νέων και βελτιωμένων προϊόντων ή αγορών και καλύτερων όρων εφοδιασμού. Επομένως, τα πρότυπα αυξάνουν, κατά κανόνα, τον ανταγωνισμό και μειώνουν το κόστος παραγωγής και πώλησης, ωφελώντας την οικονομία γενικά και τους καταναλωτές ειδικότερα.

Λαμβάνοντας υπόψη το ισχύον πλαίσιο, αλλά και τις επιθυμητές τάσεις αποτελεσματικής ενσωμάτωσης των περιβαλλοντικών απαιτήσεων στις τομεακές πολιτικές της Ένωσης, είναι σαφές σε όλους ότι απαιτείται ένα αποτελεσματικό και αποδοτικό σύστημα τυποποίησης που να παρέχει μια ευέλικτη και διαφανή βάση συναίνεσης μεταξύ όλων των συμμετεχόντων και το οποίο να είναι οικονομικά βιώσιμο και ότι μόνο τότε θα εξασφαλισθεί η αποτελεσματικότητα των προτύπων και της τυποποίησης ως μέσων άσκησης πολιτικής της Ένωσης. Ότι, μόνο τότε η ευρωπαϊκή τυποποίηση θα λειτουργήσει αποφασιστικά στη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας των επιχειρήσεων, θα διευκολύνει την ελεύθερη κυκλοφορία αγαθών και υπηρεσιών, τη διαλειτουργικότητα των δικτύων και των μέσων επικοινωνίας, τέλος θα προωθήσει την τεχνολογική ανάπτυξη και την καινοτομία.

Η ευρωπαϊκή τυποποίηση ενισχύει τη συνολική ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής βιομηχανίας, ιδιαίτερα όταν καθιερώνεται σε συντονισμό με τους διεθνείς φορείς τυποποίησης, δηλαδή τον Διεθνή Οργανισμό Τυποποίησης (ISO), τη Διεθνή Ηλεκτροτεχνική Επιτροπή (IEC) και τη Διεθνή Ένωση Τηλεπικοινωνιών (ITU).

Τα Πρότυπα αναφέρονται σε προϊόντα, διεργασίες, υπηρεσίες και συστήματα διοίκησης / διαχείρισης και εκπονούνται σύμφωνα με (α) την Αρχή της Συναίνεσης (Consensus Principle), όπου κάθε Διεθνές Πρότυπο πρέπει να προετοιμάζεται λαμβάνοντας υπόψη τις απόψεις όλων των ενδιαφερομένων μερών και (β) την Αρχή της Εκούσιας Εφαρμογής (Voluntary Principle), δηλαδή της προαιρετικής εφαρμογής των προδιαγραφών που περιέχονται σε ένα Πρότυπο.

Τα πρότυπα αναθεωρούνται σε κανονικά-τακτικά διαστήματα, ώστε να ικανοποιούν τις απαιτήσεις των νεώτερων εξελίξεων της επιστήμης και της τεχνολογίας, της παραγωγής και της υπηρεσίας. Η ευρεία και συνεχώς αυξανόμενη χρήση των προτύπων οφείλεται στο ότι αφενός παρέχουν τεχνογνωσία, αφετέρου συντελούν στην ενίσχυση της τεχνικής κατανόησης και στη διευκόλυνση της κυκλοφορίας των προϊόντων και υπηρεσιών σε διεθνές επίπεδο, ενώ σε κάθε περίπτωση χρησιμεύουν στην προστασία του καταναλωτή και του περιβάλλοντος.

Ποιοτικός έλεγχος – Εναρμονισμένα πρότυπα

Από τις απαρχές του πολιτισμού, η έννοια της ποιότητας συνδέεται με την ύπαρξη και την δραστηριότητα οργανωμένων κοινωνικών συνόλων. Ήδη από την αρχαιότητα τυποποιημένες διαδικασίες και πρότυπα εύρισκαν εφαρμογή σε όλους τους τομείς της ζωής των ανθρώπων εξαιτίας της ανησυχίας τους για τα λάθη και τις συνέπειες αυτών. Η επίγνωση της σημασίας της ποιότητας αγαθών και υπηρεσιών με την πάροδο των αιώνων αυξήθηκε ραγδαία. Σε αυτό συνέβαλλε η εξέλιξη των επιστημών, καθώς επίσης και της τεχνολογίας, οι οποίες οδήγησαν σε διαδικασίες μαζικής παραγωγής και εκτίναξη της βιομηχανίας, που έκανε αναγκαία την εισαγωγή της επιθεώρησης στις βιομηχανικές διαδικασίες.

Ο όρος «ποιότητα» άρχισε να μπαίνει στη διαχειριστική λογική μετά την πλήρη συνειδητοποίηση ότι η «παραγωγικότητα» δεν μπορούσε πλέον να στηρίξει την «ανταγωνιστικότητα» του προϊόντος στην αγορά. Έτσι λοιπόν, αναπτύχθηκε η τυποποίηση στο προϊόν τόσο για την αύξηση της παραγωγής όσο και της ανταγωνιστικότητας στο περιβάλλον της αγοράς, με την εφαρμογή συγκεκριμένων προδιαγραφών (διασφάλιση ποιότητας).

Η ποιότητα πλέον με τα νέα δεδομένα, άρχισε να μην εστιάζεται μόνο στο προϊόν, αλλά περισσότερο στην αναγνώριση, χρήση και διαχείριση των κατάλληλων συντελεστών για τη την επίτευξη της ικανοποίησης του πελάτη (διαχείριση ποιότητας).

Με την πάροδο του χρόνου η τεχνολογία εξελίχθηκε και αναπτύχτηκαν νέες επιχειρησιακές δομές ενώ αυξήθηκε σημαντικά η ανταγωνιστικότητα στο επιχειρηματικό περιβάλλον.

Σε αυτό το περιβάλλον δημιουργήθηκε η ανάγκη για την πιστοποίηση αρχικά των επιχειρήσεων και στη συνέχεια των προϊόντων, προκειμένου να παρέχονται αντικειμενικά κριτήρια για την ποιότητα, ενώ στην πορεία συνέβαλαν εθνικοί και διεθνείς οργανισμοί και φορείς με την ανάπτυξη και καθιέρωση διάφορων «εργαλείων» (πρότυπα, τεχνικές προδιαγραφές κλπ.), η κατάλληλη χρήση των οποίων οδήγησε στην αναβάθμιση της εικόνας του εταιρικού προφίλ (company image) και στην αύξηση της ικανοποίησης του πελάτη είτε ως αποδέκτη ενός προϊόντος ή υπηρεσίας, είτε ως εργαζόμενος της επιχείρησης, είτε ως κάτοικος τα γειτνιάζουσας περιοχής δηλαδή το κοινωνικό σύνολο.

Ήδη λόγω της επιθεώρησης διαμορφώθηκαν διαδικασίες όπως η μέτρηση, η εξέταση, η δοκιμασία και ο υπολογισμός ενός ή περισσοτέρων χαρακτηριστικών ενός προϊόντος ή υπηρεσίας και η σύγκριση αυτών με απαιτήσεις εξειδικευμένες και προσυμφωνημένες. Στη συνέχεια η επιθεώρηση έλαβε και χαρακτηριστικά ποιοτικού ελέγχου, προκειμένου να επιβεβαιώνεται η ποιότητα ενός προϊόντος ή μιας υπηρεσίας βάσει συγκεκριμένων προδιαγραφών και εάν τελικά το έτοιμο προϊόν είναι το προσδοκώμενο. Προκειμένου όμως να υπάρξει μια βάση αξιολόγησης πρέπει να μπορεί να γίνεται σύγκριση του υφιστάμενου με το προσδοκώμενο και εδώ έγινε απολύτως αναγκαίο να καθοριστούν όρια και να θεσπιστούν πρότυπα (δηλαδή μαθηματικά και στατιστικά μοντέλα).

Σε εξελικτική πορεία διαμορφώθηκε η ανάγκη «Διασφάλισης της Ποιότητας», μια διαδικασία που αφορά σε ολόκληρο τον κύκλο ποιότητας, δηλαδή από τον σχεδιασμό έως τη διαδικασία παραγωγής, σε αντίθεση με την επιθεώρηση και τον ποιοτικό έλεγχο, που επικεντρώνονται στις διαδικασίες δημιουργίας ενός προϊόντος ή μιας υπηρεσίας. Από το στάδιο αυτό περάσαμε σε μια νέα φάση στην εξέλιξη της ποιότητας, που είναι η Διοίκηση Ολικής Ποιότητας (ΔΟΠ) ή Total Quality Management (TQM) την οποία η επιχειρηματική κοινότητα την υποδέχθηκε ως ίσως την μεγαλύτερη πρόκληση στη σύγχρονη διοικητική σκέψη.

Η αξιολόγηση συμμόρφωσης περιλαμβάνει τη διαπίστευση, την πιστοποίηση (προϊόντων, συστημάτων, διεργασιών, προσώπων), και τις διάφορες δηλώσεις συμμόρφωσης του κατασκευαστή του προϊόντος, και καταλήγει στην απόδοση σημάτων συμμόρφωσης και τις διάφορες δηλώσεις συμμόρφωσης του κατασκευαστή (π.χ. σήμανση «CE»).

Ένα ισχυρό σύστημα βάσει του προτύπου ISO 9001:2000 αφορά τόσο στο Σύστημα Διαχείρισης Ποιότητας (ΣΔΠ), όσο και στο Σύστημα Περιβαλλοντικής Διαχείρισης (ΣΠΔ) η εφαρμογή των οποίων δεν πιστοποιεί την ποιότητα του παραγόμενου προϊόντος ή υπηρεσίας, αλλά το σύστημα που διέπει την παραγωγή των και διασφαλίζει την τήρηση των προδιαγραφών του προϊόντος (που έχουν τεθεί από την επιχείρηση ή τον πελάτη) και την ικανοποίηση του πελάτη. Πρόκειται για μια φιλοσοφία που βασίζεται στο ίδιο το σύστημα παραγωγής το οποίο θα πρέπει να λειτουργεί με βάση τις αρχές της ποιότητας και θα παράγει ποιοτικά προϊόντα και υπηρεσίες, με βάση κάποιες ελάχιστες προδιαγραφές και κριτήρια. Για το σκοπό αυτό απαιτείται ο προσδιορισμός των διεργασιών παραγωγής του προϊόντος ή της υπηρεσίας και η αυστηρή (χωρίς παρεκκλίσεις) εφαρμογή τους.

Το παραπάνω πλαίσιο διαμόρφωσε την ανάγκη για εναρμονισμένα πρότυπα, δηλαδή κανόνες που έχουν εγκριθεί από τους ευρωπαϊκούς οργανισμούς τυποποίησης (CENELECen και CEN) σαν αυτά που ήδη καταρτίζονται σταδιακά, ώστε να στηριχθούν τα μέτρα οικολογικού σχεδιασμού που έχουν εγκριθεί μέχρι στιγμής.

Η χρήση εναρμονισμένων προτύπων θα συμβάλλει στην παροχή τεκμηρίου συμμόρφωσης. Αυτό σημαίνει ότι τα προϊόντα θα πληρούν αποδεδειγμένα τις απαιτήσεις των μέτρων εφαρμογής όταν υποβάλλονται σε δοκιμή με τη χρήση εναρμονισμένου προτύπου.

Έτσι ασκείται πίεση προς την Ευρωπαϊκή Επιτροπή προκειμένου να προχωρήσει ταχύτερα προς μια νομοθεσία που αφενός θα καθιστά τα πρότυπα υποχρεωτικά, αφετέρου και κυρίως που θα ενσωματώνουν τις περιβαλλοντικές απαιτήσεις ώστε να ανταποκριθούν στις νέες προκλήσεις της κυκλικής οικονομίας.

*ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ ΚΑΡΑΒΑΣΙΛΗ. Πρόεδρος Ecocity

τ. Ειδική Γραμματέας Επιθεώρησης και Ενέργειας, ΥΠΕΚΑ