Του Νίκου Καϊμάκη Τι σημαίνει για τη ΔΕΗ η πώληση των λιγνιτικών μονάδων; Με τους εφαρμοστικούς νόμους του τρίτου μνημονίου, σε συνδυασμό με δύο... Η ΔΕΗ μετά την τελευταία συμφωνία – προβλήματα και προοπτικές

Του Νίκου Καϊμάκη

Τι σημαίνει για τη ΔΕΗ η πώληση των λιγνιτικών μονάδων;
Με τους εφαρμοστικούς νόμους του τρίτου μνημονίου, σε συνδυασμό με δύο αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου (2008, 2009), «διαπιστώθηκε» ότι η ΔΕΗ ως δεσπόζουσα παραγωγός ηλεκτρικής ενέργειας από λιγνίτες προκαλεί κατάχρηση των συνθηκών του ανταγωνισμού στην ενεργειακή αγορά και για αυτό υποχρεώνεται, μαζί με άλλα δυσμενή μέτρα (π.χ. Δημοπρασίες ΝΟΜΕ), να πωλήσει το 40% της λιγνιτικής παραγωγής της και των ορυχείων υποστήριξής τους. Εάν τα υποχρεωτικά αυτά μέτρα δεν γίνονταν αποδεκτά, τότε ελληνικές αρχές και θεσμοί θα συμφωνούσαν νέα πιο δυσμενή, ως προαπαιτούμενα. Προέκυψε, έτσι η λίστα αναγκαστικής πώλησης, έπειτα από πολύμηνες διαπραγματεύσεις που περιλαμβάνει τις μονάδες Μεγαλόπολης και Φλώρινας. Η ΔΕΗ θα παραμείνει με την υπόλοιπη λιγνιτική παραγωγή της Δ. Μακεδονίας, την υπό κατασκευή μονάδα Πτολεμαΐδας και τις δύο μονάδες του Αμυνταίου μαζί με το ορυχείο που τις τροφοδοτεί, των οποίων η διάρκεια ζωής ενδέχεται να παραταθεί και αναβαθμιστεί επειδή λήγει το 2019. Μια ακόμη αρνητική πλευρά είναι ότι μεταφέρονται, με κάποιες εγγυήσεις, 1.500 εργαζόμενοι της ΔΕΗ στους ιδιώτες.

Η μάχη για αναδιάρθρωση του ενεργειακού συστήματος

Σε σχέση με τις αρχικές απαιτήσεις των δανειστών τι πέτυχε τελικά η διαπραγμάτευση; Είναι θετικότερη η συμφωνία από τη Μικρή ΔΕΗ που είχε αποφασίσει η προηγούμενη κυβέρνηση;
Η κυβέρνηση κατάφερε, εκτός από τη διάσωση υδροηλεκτρικών μονάδων, να διασφαλίσει τον καθορισμό αρχικής τιμής πώλησης των μονάδων, γεγονός που ικανοποιεί τη ΔΕΗ. Ακόμη, η κυβέρνηση δεσμεύτηκε ότι θα διασφαλιστούν οι θέσεις εργασίας των εργαζομένων που θα μεταφερθούν στους νέους εργοδότες. Πρέπει να συνεκτιμηθεί ακόμη και η επαναφορά των συλλογικών συμβάσεων, που διευκολύνουν τη διατήρηση των αμοιβών και των παροχών των εργαζομένων της, ακόμη και της προ μνημονιακής περιόδου. Η ΔΕΗ, παρά τις αναγκαστικές μειώσεις στην παραγωγή και στην προμήθεια ηλεκτρισμού, θα παραμείνει ως ενεργειακή επιχείρηση με υψηλή δεσπόζουσα θέση στην παραγωγή και τη διανομή. Αντίθετα, οι ιδιώτες παραγωγοί, αν επιδιώκουν να ανταγωνιστούν τη ΔΕΗ, θα πρέπει να αναπτυχθούν και στη λιγνιτική παραγωγή, διότι οι περισσότεροι δεν έχουν διαμορφώσει ολοκληρωμένα (καθετοποιημένα) χαρτοφυλάκια παραγωγής. Να σημειωθεί ότι το σχέδιο της «μικρής ΔΕΗ», που ήταν επιλογή Ν.Δ. – ΠΑΣΟΚ εμπεριείχε λιγνιτικές, υδροηλεκτρικές μονάδες και ορυχεία και σκόπευε στο διαμελισμό της ΔΕΗ. Παράλληλα, ευνοούσε την αλλοίωση του θεσμικού πλαισίου της ΔΕΗ με την επιβολή στρατηγικού επενδυτή που θα αναλάμβανε και το management της επιχείρησης. Επίσης, η απόσχιση του «φιλέτου» παραγωγής 30% της ΔΕΗ θα τη συνόδευε και η εκποίηση των δικτύων του ΑΔΜΗΕ σε ποσοστό 66%, που μαζί με τον στρατηγικό επενδυτή που θα αναλάμβανε το management, η ΔΕΗ θα είχε εκποιηθεί στην ουσία ολοκληρωτικά. Σήμερα, με την κατάργηση των δύο νόμων Ν.Δ. – ΠΑΣΟΚ το 2015, έχουμε στη χώρα μας δύο εύρωστες δημόσιες επιχειρήσεις, τη ΔΕΗ ΑΕ και την ΑΔΜΗΕ ΑΕ που θα δώσουν τη μάχη για αναδιάρθρωση του ενεργειακού συστήματος και στην εναρμόνισή του στο μοντέλο στόχο της Ε.Ε. από καλύτερες θέσεις, ώστε να αντιμετωπίσουν τον έντονο ανταγωνισμό που έρχεται στο πλαίσιο της ενιαίας ευρωπαϊκής αγοράς ενέργειας.

Πώς προκύπτει, συγκεκριμένα, αυτό;
Ο αναγκαστικός περιορισμός της λιγνιτικής παραγωγής, ως συνέπεια της πώλησης, που φορτώνεται επιπλέον και με άλλους αυστηρούς οικονομικούς όρους για τη δραστική αποτροπή των αερίων του θερμοκηπίου, δηλαδή η υποχρέωση της χώρας να προβεί σε σημαντικούς περιορισμούς στο αποτύπωμα άνθρακος, μπορεί να λειτουργήσει, υπό προϋποθέσεις, ευεργετικά για την αναγκαία ενεργειακή υποδομή και την απαραίτητη αναπτυξιακή προσπάθεια της χώρας. Μπορεί να εναρμονιστεί με τις κοσμογονικές εξελίξεις που αναδύονται σε εθνικό, ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο στον ενεργειακό τομέα, όπου αναπτύσσεται νέα δυναμική με ενεργειακούς πυλώνες τις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας (ΑΠΕ), την ενεργειακή απόδοση και τα έξυπνα δίκτυα μεταφοράς και διανομής ηλεκτρισμού. Με την περαιτέρω αύξηση των ΑΠΕ και άλλων εναλλακτικών μορφών ενέργειας, όπως γεωθερμία, βιοκαύσιμα, βιομάζα, με τη μαζική συγκέντρωση της διεσπαρμένης παραγωγής των ΑΠΕ μέσω των έξυπνων δικτύων, των έξυπνων μετρητών και τον ηλεκτρενεργειακό συμψηφισμό εικονικό και πραγματικό (net metering). Επίσης, με τη σταδιακή απεξάρτηση των ενεργειακών συστημάτων από τους υδρογονάνθρακες στις μεταφορές και στη θέρμανση-ψύξη του κτιριακού αποθέματος, προοπτική που θα διευκολύνει το δεσμευτικό μηδενισμό του αποτυπώματος άνθρακα στην παραγωγή ηλεκτρισμού μέχρι το 2050 και εκ των πραγμάτων, περιορίζει δραστικά τα στερεά καύσιμα του λιγνίτη. Σύμφωνα με τον έγκυρο ευρωπαϊκό δείκτη CCPI της κλιματικής αλλαγής, που έχει υιοθετήσει και η Ελλάδα, η συμμετοχή των ΑΠΕ στη χώρα μας πρέπει να ξεπεράσει το 50% το 2030 από 12% που είναι σήμερα και περιορίζεται μόνο στην παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας.

Με βάση τις αρχικές απαιτήσεις των δανειστών για τη ΔΕΗ, τι περισώθηκε;
Η ΔΕΗ παραμένει δημόσια επιχείρηση παραγωγής και διανομής ηλεκτρισμού με δεσπόζουσα θέση, με μερίδιο 50%. Τα δίκτυα Μεταφοράς Υψηλής Τάσης (ΑΔΜΗΕ, Ανεξάρτητος Διαχειριστής Δικτύων Μεταφοράς) και Διανομής Χαμηλής Τάσης (ΔΕΔΔΗΕ Διαχειριστής Διανομής, θυγατρική της ΔΕΗ 100%) παραμένουν δημόσιες επιχειρήσεις. Τα Υδροηλεκτρικά Εργοστάσια, η ενεργειακή ναυαρχίδα της, με περίπου μηδενικό λειτουργικό κόστος, παραμένουν στην ιδιοκτησία της. Η κυβέρνηση έχει πλέον ανοικτούς ορίζοντες για να δρομολογήσει την προσαρμογή της ενεργειακής υποδομής της χώρας στις νέες έντονα ανταγωνιστικές συνθήκες που διανοίγονται στην αναδυόμενη ενεργειακή Ένωση της Ευρώπης.

Εντυπωσιακή αύξηση στην παραγωγή αιολικής και ηλιακής ενέργειας

Ποια η κατάσταση στην ενεργειακή υποδομή της χώρας;
Πρόσφατα, η Διεθνής Οργάνωση Ενέργειας (IEA-ΔΟΕ) παρουσίασε την έκθεσή της. Διαπιστώνει ότι η Ελλάδα έχει επιτύχει εντυπωσιακή αύξηση στην παραγωγή αιολικής και ηλιακής ενέργειας, καθώς από το 2010-2015 το μερίδιό τους έφθασε στο 300%, ενώ το 2015 προσέγγισε το 30% συνολικά της παραγόμενης ενέργειας από ΑΠΕ. Υπάρχει στη χώρα μας δυναμική για περαιτέρω αύξηση των ΑΠΕ και άλλων εναλλακτικών μορφών, όπως γεωθερμία, βιοκαύσιμα, βιομάζα, με πιθανότητα αξιοποίησης και του λιγνίτη στην άμεση καύση για θέρμανση, καθώς και μαζική συγκέντρωση της διεσπαρμένης παραγωγής ΑΠΕ μέσω των έξυπνων δικτύων και του net metering. Επίσης, αξιοποίηση των ΑΠΕ, πέραν της παραγωγής ηλεκτρισμού, στη βιομηχανική θέρμανση-ψύξη, στη βελτίωση της ενεργειακής απόδοσης του κτιριακού αποθέματος, στις μεταφορές και ηλεκτρικά οχήματα. Σύμφωνα με τον δείκτη CCPI της κλιματικής αλλαγής η συμμετοχή των ΑΠΕ στη συνολική παροχή πρωτογενούς ενέργειας πρέπει να ξεπεράσει το 2030 το 50% από περίπου 12% σήμερα. Ακόμη, η Ελλάδα έχει περιορίσει τις εκπομπές αερίων ρύπων του θερμοκηπίου σε υψηλό ποσοστό συγκριτικά με την ενεργειακή κατανάλωση, γεγονός που οφείλεται στην αύξηση της διείσδυσης των ΑΠΕ και του ΦΑ.

Ποιοι οι μελλοντικοί στόχοι;
Στη μελέτη της η ΙΕΑ τονίζει τους περαιτέρω στόχους της για την Ελλάδα :
● Επεξεργασία μακροπρόθεσμης στρατηγικής για την ενέργεια και την κλιματική αλλαγή σε συμφωνία με την παγκόσμια Συνδιάσκεψη των Παρισίων.
● Ανάπτυξη των ΑΠΕ και προώθησή τους στα μη διασυνδεδεμένα ελληνικά νησιά (ΜΔΝ) και ανάπτυξή τους πέραν της παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας, στη θερμομόνωση, στη θέρμανση-ψύξη και στις μεταφορές. Αξιοποίηση και άλλων εναλλακτικών πηγών ενέργειας.
● Αξιοποίηση της ενεργειακής απόδοσης μετά την ενσωμάτωση στο εθνικό δίκαιο της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 2012/27/ΕΕ. Αν αξιοποιηθεί επαρκώς η ενεργειακή απόδοση σε όλες τις εφαρμογές, αν περιοριστούν οι απώλειες του κτιριακού αποθέματος με βελτίωση της θερμομόνωσης τους, αν τα οχήματα στις μεταφορές αυξήσουν με εναλλακτικές πηγές καυσίμων, η ενεργειακή απόδοση θα αποτελέσει εν δυνάμει, μια σημαντική πρωτογενή μορφή ενέργειας. Στην Ελλάδα η απώλεια της παραγόμενης ενέργειας στη διαδικασία κατανάλωσης είναι πάνω από 20%!
Οι διαπιστώσεις αυτές δίνουν με σαφήνεια την ενεργειακή προοπτική της χώρας και επιβεβαιώνουν ότι στο εγγύς μέλλον οι εναλλακτικές μορφές ενέργειας με αιχμή τις ΑΠΕ, μαζί με τη δυναμική βελτίωση της ενεργειακής απόδοσης, και των δικτύων μπορούν να καλύψουν, σε συνδυασμό με την ένταξη της χώρας στην ενιαία ενεργειακή ευρωπαϊκή αγορά, το μεγαλύτερο ποσοστό των ενεργειακών αναγκών της. Εξασφαλίζει, επίσης, την απανθρακοποίηση του μείγματος της ενέργειας, την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής, τις προσιτές τιμές στα ενεργειακά προϊόντα, την αξιοποίηση της δια-δραστικής συμμετοχής των καταναλωτών στην παραγωγή και διανομή ενέργειας, στην αντιμετώπιση της ενεργειακής πενίας που διευρύνεται συνεχώς σε Ελλάδα και Ευρώπη.

Το ενεργειακό όραμα

Τι είναι η διαδραστική συμμετοχή των καταναλωτών; Συνδέεται με τον νέο θεσμό των Ενεργειακών Συνεταιρισμών;
Το ενεργειακό όραμα της Ευρωπαϊκής Ενεργειακής Ένωσης και της χώρας, στηρίζεται σε τρεις βασικές υποδομές. α) Στη νέα ενεργειακή υποδομή με αιχμή το απαλλαγμένο από άνθρακα μείγμα καυσίμου, β) στην ανάπτυξη των έξυπνων δικτύων και γ) στη μετατροπή του καταναλωτή από παθητικό αποδέκτη ενέργειας σε ενεργό καταναλωτή/παραγωγό μέσω νέων δομών και ρυθμίσεων, που συνοδεύουν τη διάσπαρτη και αποκεντρωμένη παραγωγή ενέργειας από ΑΠΕ και από άλλες εναλλακτικές μορφές. Οι δομές αυτές συγκροτούν νέα μαζικά σχήματα παραγωγικών και καταναλωτικών προτύπων, που συναλλάσσονται πλέον ως ολοκληρωμένες και δομημένες ενώσεις καταναλωτών, με τις παραδοσιακές εταιρείες διανομής ρεύματος. Διεκδικούν ρυθμίσεις συμψηφισμού και ενσωμάτωσης των διεσπαρμένων τοπικών παραγωγικών δραστηριοτήτων τους από ΑΠΕ και άλλες εναλλακτικές μορφές ενέργειας, στα δίκτυα των οργανωμένων επιχειρήσεων, εξασφαλίζοντας καλύτερες τιμές και διάθεση της πλεονάζουσας ενεργειακής παραγωγής τους, που διατίθεται προς εκμετάλλευση στις ενεργειακές επιχειρήσεις. Αυτή η αντίληψη αναπτύσσεται ραγδαίως στην Ευρώπη με τη μορφή, ενεργειακών συνεταιρισμών και ενεργειακών κοινοτήτων και προφανώς συνδυάζεται με την αναδυόμενη αποκεντρωμένη και διάσπαρτη παραγωγή ενέργειας από ΑΠΕ και άλλες εναλλακτικές μορφές, σε ένα οικισμό, σε ένα συγκρότημα κατοικιών, κοινότητα ή ομάδα καταναλωτών/παραγωγών από ΑΠΕ

Οι συνέπειες πώλησης λιγνιτικών μονάδων

Εφόσον έχει ημερομηνία λήξης ο λιγνίτης πώς θα βρουν καλές τιμές οι προς πώληση μονάδες;
Η ημερομηνία λήξης του λιγνίτη συνδέεται με τη διαμορφούμενη πολιτική της Ε.Ε., αλλά και από τα μειούμενα κοιτάσματα της Δυτ. Μακεδονίας. Ο ορίζοντας αξιόπιστης εκμετάλλευσης είναι περίπου, εικοσαετία. Η πώληση των μονάδων, με ένα εύλογο αρχικό τίμημα, θα ενισχύσει τη ρευστότητα της ΔΕΗ και το χαρτοφυλάκιο των ιδιωτών παραγωγών για να αντιμετωπίσουν από καλύτερες θέσεις τον ανταγωνισμό που έρχεται με την απελευθέρωση της αγοράς ενέργειας. Να σημειωθεί ότι το κόστος παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από λιγνίτη αποτελεί πεδίο τριβής και αντιπαραθέσεων, ακόμη και δικαστικών, μεταξύ ΔΕΗ και ιδιωτών. Προβλέπεται πάντως ότι θα υπάρξουν υποψήφιοι αγοραστές από Κίνα, Κορέα, Ινδία και από το εσωτερικό. Από την εσωτερική αγορά δεν έχει ακόμη δημοσιοποιηθεί αγοραστικό ενδιαφέρον. Με την πώληση των λιγνιτικών μονάδων Φλώρινας και Μεγαλόπολης όπως και μειοψηφικού ποσοστού του ΑΔΜΗΕ, η ΔΕΗ θα εισπράξει πάνω από 1,5 δισ. ευρώ, βελτιώνοντας έτσι τη ρευστότητά της.

Ποια η προοπτική του λιγνίτη και ποια η βέλτιστη λύση;
Η πώληση των μονάδων, καταρχάς, δημιουργεί ένα σημαντικό πρόβλημα στην προοπτική της Δ. Μακεδονίας που μέχρι σήμερα στηρίχθηκε στην εξόρυξη λιγνίτη. Ο λιγνίτης ενώ παραμένει ως σημαντικός ενεργειακός πόρος αμφισβητείται η εντατική εκμετάλλευσή του στις νέες ενεργειακές συνθήκες δραστικής μείωσης του αποτυπώματος άνθρακα στην πολιτική της Ευρώπης. Η χώρα, βαθμιαία, πρέπει να κατατάξει τον λιγνίτη στην κατηγορία του εθνικού ενεργειακού αποθέματος. Αξιοποιήθηκε μονοπωλιακά από τη ΔΕΗ, με θετική συμβολή στην ενεργειακή υποδομή της χώρας, αλλά και αρνητικές επιπτώσεις στο περιβάλλον που σήμερα απαιτούν πανάκριβες αποκαταστάσεις εδαφών και περιοχών, μετεγκαταστάσεις οικισμών και εκτεταμένες περιβαλλοντικές παρεμβάσεις.

Οι ΑΠΕ στα νησιά

Γιατί άργησε πολύ η ανάπτυξη ΑΠΕ στα νησιά και η διασύνδεσή τους, όπως και της Κρήτης;
Η διείσδυση των ΑΠΕ στα Μη Διασυνδεδεμένα Νησιά (ΜΔΝ), περιορίζεται περίπου στο 10% της εγκατεστημένης ανανεώσιμης χωρητικότητας, συμπεριλαμβανομένων και Υδροηλεκτρικών Σταθμών. Μέχρι πρότινος δεν υπήρχε στρατηγική ομαλής και αποδεκτής ενεργειακά, χωροταξικά και περιβαλλοντικά πολιτικής των ΑΠΕ στα ΜΔΝ. Η τουριστική έκρηξη και οι διακοπές ρεύματος έχουν ανοίξει το ζήτημα ενεργειακής αναβάθμισής τους. Είναι, επίσης, αυτονόητο ότι στα νησιά με ύψη ανάγλυφου που δεν υπερβαίνουν τα 300 μέτρα, η χωροταξική διάταξη των ΑΠΕ δεν μπορεί να είναι θηριώδης. Όμως, οι ΑΠΕ σε συνδυασμό με υβριδικές δομές αποθήκευσης ενέργειας (μικρά υδροηλεκτρικά με αντλησιοταμίευση ή μπαταρίες) θα επιλύσουν οριστικά και με πολύ χαμηλό κόστος παραγωγής το ενεργειακό πρόβλημα των νησιών. Οι διασυνδέσεις νησιών με το Εθνικό Σύστημα, όπου είναι τεχνικά εφικτές με υποβρύχια καλώδια, θα συμβάλλουν στην ενεργειακή τους ολοκλήρωση. Η οπτική όχληση από τις ΑΠΕ επιλύεται τεχνικά. Η προώθησή τους, όπως και των άλλων εναλλακτικών μορφών ενέργειας, από τη ΔΕΗ, είναι μέχρι σήμερα περιορισμένη. Είναι θετική η πρωτοβουλία του ΥΠΕΝ να προωθήσει τις ενεργειακές κοινότητες, που ανθούν σε πολλές χώρες της Ευρώπης, δίπλα στην Αλληλέγγυα και Κοινωνική Οικονομία (ΚΑΛΟ). Ακόμη, ο διαχωρισμός του μονοπωλιακού τομέα των δικτύων μεταφοράς από τον ανταγωνιστικό τομέα παραγωγής και προμήθειας ηλεκτρικής ενέργειας, με την πλήρη απόσχιση της ΑΔΜΗΕ ΑΕ από τη ΔΕΗ ΑΕ και οι προωθούμενες διαδικασίες προσαρμογής της εσωτερικής αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας στην ενιαία ευρωπαϊκή αγορά και στην αύξηση της ενεργειακής απόδοσης, αποτελούν σημαντική προσπάθεια ολοκλήρωσης της ενεργειακής υποδομής της χώρας, τη βελτίωση της ενεργειακής αποδοτικότητας, την εξοικονόμηση ενέργειας. Προέχει, επίσης, η πρόοδος της ΔΕΗ στην ανάπτυξη των δικτύων Χαμηλής Τάσης, μέσω του ΔΕΔΔΗΕ, για να ρυθμιστεί αποτελεσματικά η διεσπαρμένη παραγωγή των ΑΠΕ και να προωθηθούν τα έξυπνα δίκτυα, οι έξυπνοι μετρητές, η τηλεμέτρηση και οι ενεργειακές κοινότητες.

Το ιστορικό πώλησης

Μπορούσε έγκαιρα η ΔΕΗ να είχε αντιμετωπίσει το θέμα, να απέτρεπε την απόφαση;
Οι αποφάσεις αφορούν την προ κρίσης περίοδο και προκλήθηκαν με αφορμή τις διαμάχες μεταξύ ΔΕΗ και ιδιωτών παραγωγών στο πλαίσιο ανυπαρξίας ανταγωνισμού στην αγορά. Την περίοδο εκείνη, οι μηχανισμοί της χονδρεμπορικής αγοράς, με την ανοχή της τότε Ρυθμιστικής Αρχής Ενέργειας (ΡΑΕ), μοίραζαν εκατοντάδες εκατομμύρια ευρώ το χρόνο στους ιδιώτες παραγωγούς να διεισδύσουν, δήθεν, πιο άνετα και με επενδυτική ασφάλεια στην αναδυόμενη και στρεβλή χονδρεμπορική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας. Οι τότε Διοικητές, Παλαιοκρασσάς και Αθανασόπουλος, στόλιζαν τη χονδρεμπορική αγορά με το «επίθετο» μαϊμού και διαμαρτύρονταν για την ευνοϊκή μεταχείριση των ιδιωτών παραγωγών μέσω των ειδικών μηχανισμών που εφαρμόζονταν με υπερβολική χρήση, προκειμένου να αντιμετωπίσουν τις υπέρμετρες ασυμμετρίες της ελλειμματικής σχεδίασης της αγοράς. Η προσπάθεια δημιουργίας εύλογων κινήτρων, μετατρέπονταν σε πεδίο σπατάλης, συναλλαγής και διασπάθισης του οικονομικού αποτελέσματος, που δημιουργούσε η κοινοπραξία των παραγωγών και η αντίστοιχη ζήτηση ενέργειας. Την ίδια περίοδο, οι ιδιώτες παραγωγοί καλλιεργούσαν επαφές με τη Γενική Διεύθυνση Ανταγωνισμού της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και μεθόδευαν παρεμβάσεις στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο εξ’ ου και οι αποφάσεις που πάρθηκαν για τη δήθεν εξυγίανση της αγοράς. Η ΔΕΗ, τότε, στήριζε το μεγαλύτερο μέρος της παραγωγής της στον λιγνίτη και δεν έβλεπε τίποτε άλλο μπροστά της. Ακόμα και πρόσφατα, 2013-14, ΔΕΗ και κυβέρνηση Ν.Δ. – ΠΑΣΟΚ συμβολαιοποίησαν τη λιγνιτική μονάδα Πτολεμαΐδα 5, ενώ εκκρεμούσε η απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου και η Ε.Ε μεθόδευε την αύξηση του τέλους εκπομπών των αερίων του θερμοκηπίου. Η καθυστέρηση της αναδιάρθρωσης του ενεργειακού μείγματος, δεν λειτούργησε τόσο σε βάρος της ΔΕΗ, η οποία σταδιακά τα τελευταία χρόνια μείωσε τη συμμετοχή του λιγνίτη στο 20-30% λόγω και του περιορισμού της ζήτησης, όσο σε βάρος της αναπτυξιακής προοπτικής της Δ. Μακεδονίας.

(Εποχή)