Του  Γιώργου Μ. Χατζηστεργίου* Κάπου στη δεκαετία του 1980, τα κόμιξ των αμερικανών υπερ-ηρώων της Marvel και της DC Comics, αυτά με τον Σούπερμαν,... Οι πόλεις ως πεδία μαχών

Του  Γιώργου Μ. Χατζηστεργίου*

Κάπου στη δεκαετία του 1980, τα κόμιξ των αμερικανών υπερ-ηρώων της Marvel και της DC Comics, αυτά με τον Σούπερμαν, τους X-Men και τους λοιπούς, υπέστησαν μία μετάλλαξη. Όχι μόνο επειδή ξεχείλιζαν από άγρια βία – μέχρι τότε η έμφαση ήταν στα παράδοξα φαινόμενα, στο αλλόκοτο, στο πέραν της ανθρώπινης κανονικότητας, πάντως όχι στη βία – αλλά επί πλέον και κυρίως: η έννοια της πόλης είχε εξαφανιστεί στις ιστορίες τους μαζί με την έννοια του πολίτη, του δημόσιου χώρου ως κόμβου ειρηνικού συγχρωτισμού των ανθρώπων. Αντί γι’ αυτό, υπήρχε ένα σκοτεινό περιβάλλον κατάσπαρτο από επικίνδυνες ενέργειες και πλήθη ανθρωποειδών που η συλλογική τους κίνηση, όποτε προέκυπτε ως αντίδραση στις απειλές, δεν είχε ούτε δομή ούτε προοπτική, περισσότερο προσομοίαζε με πολτό που τρεμουλιάζει – σαν από φόβο μην έρθουν τα χειρότερα. Και βεβαίως, απέναντι σε όλα αυτά δρούσαν οι περίφημοι υπερ-ήρωες με την παρέα τους, παλεύοντας σκληρά να περισώσουν τοπικά και προσωρινά ό,τι μπορούν, μπροστά σ’ αυτή τη θηριώδη αταξία.

Καμία αντιστοιχία δεν είχαν τότε όλα αυτά με τις ζωές μας, καμία σχέση με τη ζώσα πραγματικότητα στο πεδίο της καθημερινότητας. Οι πόλεις λειτουργούσαν κανονικά, ενδεχομένως μάλιστα ήταν ελκυστικότερες από ποτέ για τη μεγάλη πλειονότητα του πληθυσμού που τις κατοικούσε – όχι μόνο στη λεγόμενη Δύση: το ολοσχερώς κατεστραμμένο σήμερα Αλέππο στη Συρία, για παράδειγμα, ήταν γεμάτο ενδιαφέρουσες εκπλήξεις για τους δυτικούς επισκέπτες του. Ο εκτεταμένος δημόσιος χώρος των πόλεων προσφερόταν όχι απλά για ασφαλή διέλευση αλλά για μία ποικιλία ξένοιαστων συναναστροφών, για σουλάτσο, για σχόλη, αλλά και για φλανερί των πιο ψαγμένων, αυτών που αναζητούσαν τη βαθιά ψυχή της πόλης μέσα από την παρατήρηση των λεπτομερειών της…Ακόμα και οι Καταστασιακοί, ένα από τα πιο εμπνευσμένα ριζοσπαστικά κινήματα της Ευρώπης μετά τον Β Παγκόσμιο Πόλεμο και από τις κρισιμότερες συνιστώσες του Μάη του 68 στη Γαλλία, θα εύρισκαν να κάνουν πράγματα του γούστου τους σ’ αυτές τις πόλεις, παρ’ όλο που ήταν κάθετα αντίθετοι στις αρχές του συστήματος που κυβερνούσε…

Τότε; Τι σήμαινε αυτός ο πρωτοφανέρωτος κόσμος στα κόμιξ των υπερ-ηρώων; Ήθελαν άραγε οι τότε κοινωνίες μία διάσταση κινδύνου μέσα στην ηρεμία της κανονικότητας; Μα, είχαν τα θρίλερ γι’ αυτή τη δουλειά – λογοτεχνικά και κινηματογραφικά – όπου μάλιστα τα εγκλήματα και οι απειλές δεν ήταν παρά περιχαρακωμένες εξαιρέσεις της ομαλής λειτουργίας. Ούτε είχαν σχέση οι υπερ-ήρωες με ένα ολόκληρο ρεύμα ευρωπαϊκών, κυρίως βελγικών και γαλλικών, κόμιξ, που χαρακτηριζόταν από την αποδόμηση του επικρατούντος καταναλωτισμού δια της θεώρησής του ως «πλαστικής ζωής». Αυτό το είδος τέχνης, που μπορούσε να ανθήσει μόνο στο πλαίσιο μιας κοινωνίας της αφθονίας, έδωσε κάποια ενδιαφέροντα προϊόντα μέσα από τη σκοπιά ενός ιδιάζοντος «χαμερπούς ρομαντισμού», αλλά σε κάθε περίπτωση ήταν άσχετα με το θέμα μας, αφού αναφερόταν στο τότε «παρόν», ενώ τα κόμιξ των υπερ-ηρώων έδειχναν εκ του αποτελέσματος αυτό που έρχεται, το μέλλον, δηλαδή αυτό που ζούμε σήμερα…Δηλαδή;

Από τη Βαλτιμόρη στο Αλέππο

Εδώ και κάποια χρόνια, τα δελτία ειδήσεων των διεθνών τηλεοπτικών δικτύων και τα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων αναδεικνύουν συχνά πυκνά τη μετάλλαξη των πόλεων του πλανήτη σε πεδία των μαχών.

«Η Βαλτιμόρη φλέγεται!» ήταν μία από τις δραματικές ειδήσεις του 2015. Μία πόλη των ΗΠΑ σε κρίση αποβιομηχάνισης μετά τη συρρίκνωση της χαλυβουργίας Bethlehem βίωσε για μέρες τρομερές συγκρούσεις στους δρόμους με αφορμή τον θάνατο ενός μαύρου πολίτη που τραυματίστηκε θανάσιμα ενώ βρισκόταν υπό κράτηση στην αστυνομία. Δεκαπέντε κτίρια και 150 οχήματα πυρπολήθηκαν στη διάρκεια των ταραχών που επεκτάθηκαν στις φτωχογειτονιές της Δυτικής Βαλτιμόρης. «Ο στρατός στους δρόμους της Βαλτιμόρης με τεθωρακισμένα!» ήταν η είδηση που συμπλήρωνε την εικόνα της κατάστασης. Μόλις έναν χρόνο πριν, το Φέργκιουσον στο Μιζούρι των ΗΠΑ συγκλονίστηκε από ταραχές ανάλογου τύπου, σημειώνουμε χαρακτηριστικά.

Ανάλογες βίαιες ταραχές συγκλόνισαν τις μεγάλες πόλεις της Αγγλίας και της Γαλλίας (κορυφαία η κρίση των μπανλιέ – «τόπων εξορίας» όπως μεταφράζεται το ban des lieux – ή προαστίων, όπως αποκαλούνται σήμερα). Πρόκειται για τυφλές εξεγέρσεις, ξεσπάσματα χωρίς στρατηγικό στόχο, ένα είδος συλλογικής αγανάκτησης και απόγνωσης που ξεχειλίζουν, σε περιοχές που συνιστούν «θύλακες του Τέταρτου -ούτε καν του Τρίτου – Κόσμου που φυτεύονται στον Πρώτο» κατά τον επιφανή φιλόσοφο και κοινωνιολόγο Zygmunt Bauman. Εξεγέρσεις ανθρώπων που εκφυλίζονται στην πυρπόληση των δικών τους κτιρίων και αυτοκινήτων, καθώς και σε πλιάτσικο προκειμένου να βάλουν χέρι σε πολυδιαφημισμένα αλλά απρόσιτα γι’ αυτούς καταναλωτικά αγαθά.

Συναφής, αλλά από την ανάποδη, είναι η μεγάλης έντασης κρατική βία εναντίον τεράστιων ειρηνικών διαδηλώσεων, σε κάποιες περιπτώσεις ενδεχομένως της πλειονότητας του πληθυσμού, στην Αθήνα, τη Ρώμη ή τη Βαρκελώνη, την εποχή των Μνημονίων.

Σ’ αυτά πρέπει να συνυπολογίσουμε την κορυφαία έκρηξη της κοινής, καθημερινής παραβατικότητας ή ακόμα και εγκληματικότητας στους αστικούς σχηματισμούς του πλανήτη. Από την Αφρική ως τη Λατινική Αμερική, αλλά και τις ΗΠΑ, μεγάλο μέρος των σημερινών πόλεων – πλην της Ευρώπης – προσομοιάζει στο σκοτεινό δάσος των αδελφών Γκριμ από αυτή την άποψη. Και βεβαίως δεν ισχύει η άποψη ότι «έτσι ήταν πάντα σ’ αυτές τις περιοχές του κόσμου». «Ζω μια χαρά στη Λισαβόνα» δήλωσε χαρακτηριστικά βραζιλιάνα σερβιτόρα. «Η Πορτογαλία μου θυμίζει τη χώρα μου, με τη διαφορά πως είναι μία Βραζιλία με κανόνες». Και συνεχίζει: «Δεν ήταν πάντα έτσι στην πατρίδα μου. Είχα ζήσει στη γενέθλια πόλη μου με ηρεμία και ασφάλεια, καμιά σχέση με τη σημερινή ζωή εκεί, που έχει γίνει αβίωτη.»

Είναι οι συνθήκες, το πλαίσιο λειτουργίας που έχει αλλάξει ριζικά

Κι αν όλα τα παραπάνω αναφέρονται σε ακραίες μεν καταστάσεις αναστάτωσης, όπου όμως τελικά κουτσά στραβά αποκαθίστανται συνθήκες – έστω εύθραυστες ή επίπλαστες – κανονικότητας, οι πρόσφατες καταστρεπτικές εξελίξεις με χρήση πραγματικών πολεμικών όπλων υπονομεύουν τόσο ριζικά τους όρους κοινωνικής διαβίωσης που γνωρίζαμε μέχρι τώρα, ώστε να παραπέμπουν σε μία νέα εποχή, σε ένα καθεστώς λειτουργίας πρωτοφανέρωτου τύπου.

Αρκεί να στρέψουμε τα βλέμματά μας στις χωρίς προοπτική κατεστραμμένες πόλεις της Μέσης Ανατολής, όπου λαμβάνει χώρα μία συστηματική «πολεοκτονία» ή αλλιώς μία θανάτωση, μία «εκτέλεση» των πόλεων. Από τη Βαγδάτη ως το Αλέππο, όσοι κάτοικοι έχουν απομείνει κυκλοφορούν εν μέσω ερειπίων και εν μέσω ισχυρών τυφλών εκρήξεων που επιφέρουν εκατόμβες νεκρών. Με κατεστραμμένη την παραγωγική μηχανή των χωρών τους και χωρίς πρόσβαση στην αξιοποίηση των φυσικών πλουτοπαραγωγικών πόρων, το μεγάλο ποσοστό του πληθυσμού εγκαταλείπει έμφοβο τις πόλεις τις δικές τους και των προγόνων τους για να καταφύγουν σε καταυλισμούς προσφύγων όπου θα ζουν επ’ αόριστον ως αιχμάλωτοι, εξαρτώμενοι από την καλή διάθεση αλλά και την υπομονή των φιλοξενούντων. Πρόκειται για μία από τις μεγαλύτερες ανθρωπιστικές καταστροφές όλων των εποχών.

Σε άλλες μεγάλες πόλεις του κόσμου, από το Παρίσι, τις Κάννες, το Λονδίνο ή το Μάντσεστερ, ως τη Μόσχα, την Κωνσταντινούπολη, την Τεχεράνη, τυφλές τρομοκρατικές επιχειρήσεις προσπαθούν με βαρβαρότητα να αποσαρθρώσουν την πολιτισμένη και ομαλή λειτουργία των κοινωνιών που τις κατοικούν. Από την εποχή της κολοσσιαίας καταστρεπτικότητας του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου είχαν οι πόλεις να αντιμετωπίσουν τέτοια θανάσιμη απειλή. Αλλά, περί τίνος πρόκειται; Ποια είναι τα ειδικά χαρακτηριστικά της κατάστασης; Και τι συνεπάγεται για τον τρόπο ζωής μας;

Νέου είδους πόλεμοι – νέου είδους πόλεις

Στους νέου τύπου πολέμους, που έχουν ως επίκεντρο τις πόλεις, υφίστανται μεν πεδία μαχών – που είναι οι πόλεις καθ’ εαυτές – αλλά χωρίς αντιμαχόμενους στο πεδίο στρατούς. Υπάρχουν επιχειρήσεις και αντεπιχειρήσεις αντίθετων συμφερόντων, συνήθως όμως χωρίς ευθεία αντιπαράθεση μεταξύ τους, με στόχο συχνά τον πληθυσμό και τις υποδομές της πόλης.

Ο πόλεμος δεν γίνεται πια ακριβώς μεταξύ κρατών, αλλά μεταξύ «δυνάμεων», κάποιες από τις οποίες κινούνται στη βάση θολών ενθαρρύνσεων ή και σκοτεινών χρηματοδοτήσεων από υποστηρικτές έξω από τα σύνορα της χώρας. Συχνά μάλιστα ο ένας πόλος της αντίθεσης δίνει τη θέση του σε κάποιον άλλον, καθώς σε συνθήκες εξαιρετικής ρευστότητας οι ρόλοι είναι εναλλασσόμενοι. Είναι συναφές το ότι, κατά κανόνα, ενός πολέμου δεν προηγείται πια η κήρυξή του, οπότε πρόκειται επί της ουσίας για εξελίξεις χωρίς κανονική αρχή, άρα και χωρίς κανονικό και καθαρό τέλος. Σε τέτοιες συνθήκες εννοείται πως δεν μπορεί να εφαρμοστεί κάποιο κοινά αποδεκτό Δίκαιο του Πολέμου, πολύ περισσότερο που πολλές φορές οι επιχειρήσεις διεξάγονται με ανάθεση ως εργολαβία σε ιδιωτικούς στρατούς. Ανήκουν στο παρελθόν οι πόλεμοι με στρατούς κληρωτών, καθώς τα όπλα στα χέρια της πλειονότητας του πληθυσμού μπορεί να φέρουν αναπάντεχες εξελίξεις.

Κοντολογίς, ισχύει και για τους πολέμους η λεγόμενη αρχή της απορρύθμισης (deregulation) που αφορούσε ήδη εδώ και καιρό την οικονομία, τους θεσμούς και τη διοίκηση, σε σχέση με τους κανόνες που ίσχυαν από το τέλος του Β Παγκοσμίου Πολέμου και για πολλές δεκαετίες μετά.

Όμως, στην παγκόσμια ιστορία ισχύει πως καταστροφή και παραγωγή είναι οι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος. Στη μεταπολεμική Αμερική οι αυτοκινητοβιομηχανίες διαφήμιζαν τα αυτοκίνητά τους με το επιχείρημα ότι οι κινητήρες τους δοκιμάστηκαν και εξελίχθηκαν στα βομβαρδιστικά που κατεδάφιζαν τις πόλεις του εχθρού: «το μοτέρ είναι το ίδιο», είναι το νόημα.

Έχει λοιπόν μεγάλο ενδιαφέρον για την ανάλυσή μας ότι εκτός από πεδίο μαχών οι μεγάλες πόλεις, από την Ευρώπη και τις ΗΠΑ ως την Ασία, είναι πεδία τεράστιων επενδύσεων. Η Saskia Sassen, καθηγήτρια στο Πανεπιστήμιο της Columbia των ΗΠΑ, αναφέρει χαρακτηριστικά ότι από τα μέσα του 2013 ως τα μέσα του 2014 επενδύθηκαν για αγορές και κατασκευές νέων κτιρίων 55 δις δολάρια στη Νέα Υόρκη, 47 δις στο Λονδίνο, 35 δις στο Τόκυο, 33 δις στο Λος Άντζελες, κ.ο.κ. «Από την άποψη των ξένων επενδύσεων σε κτίρια», συνεχίζει η Sassen, «πρωταθλητής είναι το Λονδίνο, όπου η βασιλική οικογένεια του Κατάρ κατέχει περισσότερα ακίνητα από τη Βασίλισσα της Αγγλίας. Ακολουθούν η Νέα Υόρκη, το Παρίσι, η Σαγκάη, το Σίδνεϋ.»

Τι δείχνει αυτό; Ότι στις πόλεις «παίζεται σήμερα το παιχνίδι», εκεί βρίσκεται το επίκεντρο των εξελίξεων, το μοτέρ της εξουσίας, της παραγωγής, της λειτουργίας του συστήματος. Πώς ακριβώς;

Πρώτα απ’ όλα, δεν είναι όλες οι πόλεις ίδιες. Τα «αστέρια που λάμπουν» στο παγκόσμιο στερέωμα είναι οι αποκαλούμενες στη σχετική βιβλιογραφία global cities ή πλανητικές πόλεις. Ο όρος απηχεί την πραγματική διάσταση αυτών των πόλεων, ότι δηλαδή η έμφαση της λειτουργίας τους δεν είναι στον τόπο στον οποίο βρίσκονται, αλλά στην «πλανητική οικονομία».

Το μοντέλο της global city είναι μία λύση που ανταποκρίνεται στις ανάγκες της παγκόσμιας πια εξουσίας. Κάποιες έχουν μία συγκεκριμένη εξειδίκευση σε κάποιον τομέα της παραγωγής. Άλλες λειτουργούν ως στρατηγικές πύλες για την εξάπλωση του εμπορίου. Στο σύνολό τους πάντως αυτές οι πόλεις είναι διασυνδεδεμένες σε ένα ενιαίο δίκτυο ή κύκλωμα (circuit). Σε μία προσομοίωση αυτού του συστήματος με ενεργειακό «κύκλωμα», οι ισχυρές πόλεις είναι ο κινητήρας, ενώ στις ασθενέστερες που λειτουργούν ως «κόμβοι» (nodes) θα μπορούσαμε να φανταστούμε την παρουσία του γενικού συστήματος μόνο ως «μπαταρία>, μικρότερη ή μεγαλύτερη, ανάλογα με την περίπτωση.

Οι διαχειριστές αυτού του συστήματος έχουν κατά τεκμήριο μεγαλύτερη δύναμη από την εκάστοτε τοπική κυβέρνηση. Κατά τη Saskia Sassen κάνουν τις δουλειές τους με τους Προέδρους ή τους πρωθυπουργούς, ενώ τα κοινοβούλια έχουν εκφυλιστεί σε «σφραγίδες».

Μεταβολές στη δομή της διεθνούς ιεραρχίας των πόλεων – δυνατότητες και όρια

Ισχύει γενικά πως η δύναμη κάθε πόλης συναρτάται με τη θέση του κράτους της στη διεθνή γεωπολιτική σκακιέρα, όπως και με την ενδογενή ισχύ της οικονομίας της χώρας. Από κει και πέρα, η ιεραρχία είναι δυναμική: πόλεις κινούνται κάθε τόσο προς τα πάνω ή προς τα κάτω, νέες εμφανίζονται και άλλες χάνονται στη λησμονιά των τελευταίων θέσεων.

Υπάρχουν πάντως κάποια αναλλοίωτα χαρακτηριστικά στο επίπεδο των δομών. Από την άποψη της πυκνότητας και της έντασης των δικτύων, πόλεις της Ανατολικής Ασίας όπως η Σιγκαπούρη, η Σαγκάη και το Χονγκ Κονγκ έχουν φτάσει το Λονδίνο, τη Νέα Υόρκη και το Τόκιο. Είναι το ίδιο σημαντικές ως στρατηγικοί κόμβοι. Από την άλλη όμως, δεν έχουν αναπτύξει ισχύ επιβολής σε παγκόσμια κλίμακα. Τέτοια ισχύ διατηρούν οι παλιές αυτοκρατορικές πρωτεύουσες. Αυτό σημαίνει πως μία χώρα που επιδιώκει την ανάπτυξη μέσω των global cities μπορεί να αναμένει βεβαίως περισσότερες διασυνδέσεις «με τον τρόπο που γίνονται οι δουλειές», αλλά δεν αποκτά ισχύ έξω από αυτό το πεδίο. Δεν γίνεται επομένως μέρος του «πυρήνα» της εξουσίας, αλλά στην καλλίτερη περίπτωση γίνεται πλουσιότερη, πιο σημαντική από ότι ήταν, παραμένοντας πάντως στην ημιπεριφέρεια.

Τα παραπάνω δεν συνιστούν παρά επανάληψη της παλιάς ιστορίας της αναπτυξιακής μίμησης. Καθεστώτα που οραματίζονται την ανάπτυξη, προχωρούν αντιγράφοντας τις αναπτυγμένες χώρες. Κάνοντας όμως αυτό, είτε έρχονται «να χτυπήσουν τοίχο» (οι χώρες του πυρήνα δεν εγκαταλείπουν τα μονοπώλιά τους) ή, αν καταφέρουν να διεισδύσουν, χαλάνε το status των υπερκερδών στους τομείς που αντιγράφουν. Αυτό συμβαίνει επειδή ένας κλάδος, όπως, για παράδειγμα, οι υπολογιστές ή η ναυπηγική βιομηχανία, δεν παράγουν κέρδη απλά επειδή υπάρχουν. Ένας κλάδος παράγει υπερκέρδη διότι για μία συγκεκριμένη χρονική φάση μόνον ελάχιστοι άνθρωποι μπορούν να το κάνουν. Από την ώρα που και άλλοι καταφέρουν να το κάνουν, αυτός ο τομέας καθίσταται ένας κανονικός τομέας της αγοράς και το status των υπερκερδών χάνεται.

Παρά την κυρίαρχη ρητορεία υπέρ της «ελεύθερης αγοράς», η σημερινή πλανητική εξουσία δεν ενδιαφέρεται γι’ αυτή. Αυτό συμβαίνει διότι αν η αγορά λειτουργήσει όντως «ελεύθερα»», τα κέρδη συμπιέζονται στο χαμηλότερο δυνατό επίπεδο. Υπερκέρδη προκύπτουν όταν λειτουργούν μονοπώλια, είτε στην παραγωγή είτε στη διαχείριση πόρων – μέσω ελεγχόμενων θεσμών – ακόμα και άυλων, όπως συμβαίνει στο πεδίο των χρηματοοικονομικών (finance).

Για να επανέλθουμε στα του πολέμου και αντιστρέφοντας τη ρήση του μεγάλου στρατηγιστή του 19ου αιώνα φον Κλαούζεβιτς, υιοθετώντας την άποψη ότι «η πολιτική είναι η συνέχιση του πολέμου με άλλα μέσα», οι ανακατατάξεις στην ιεραρχία συχνά είναι προϊόν βίας. Πέρα από καταστάσεις όπου χώρες στα περιθώρια του κυρίαρχου συστήματος στριμώχνονται με κυρώσεις εμπάργκο κ.λπ., μία τέτοια βία μπορεί να ασκηθεί ακόμα και σε προβεβλημένα κράτη της πρώτης γραμμής. Τέτοια είναι η περίπτωση της πόλης-κράτους του Κατάρ: παρ’ όλο που είναι ο «καλλίτερος μαθητής» της κυρίαρχης ρητορικής και πρακτικής και παρ’ όλο που τα πλούτη του είναι αμύθητα και τοποθετημένα με τον στρατηγικότερο τρόπο ανά τον πλανήτη, βρίσκεται ξαφνικά το καλοκαίρι του 2017 απειλούμενο από μέτρα ξένων κρατών σε δραματική μείωση του ρόλου του.

Κοντολογίς, στο τέλος της ημέρας δεν είναι τα χρήματα που μετράνε, αλλά η δύναμη της επιβολής.

Οι αντιθέσεις στο εσωτερικό των πόλεων

Η «απορρύθμιση» στους κανόνες διεξαγωγής των πολέμων, στην οποία αναφερθήκαμε στις πρώτες παραγράφους αυτού του κειμένου, ισχύει και για τον τρόπο που εξελίσσονται τα πράγματα στις πόλεις. Μεταξύ άλλων, τριών ειδών κινήσεις μεγάλης έντασης προς και από τις πόλεις λαμβάνουν χώρα, προκαλώντας μία πρωτοφανή ρευστότητα στις ζωές των ανθρώπων.

Κατ’ αρχάς, πολύ μεγάλοι πληθυσμοί – συχνά κυνηγημένοι από τους χαοτικούς πολέμους στις χώρες τους – συρρέουν στις πόλεις του πυρήνα. «Την παλιά περίοδο των αυτοκρατοριών των δυτικών δυνάμεων», σημειώνει η Sassen, «τα σύνορα ήταν στις απώτατες εσχατιές της αυτοκρατορίας. Σήμερα, τα σύνορα έχουν μετακινηθεί μέσα στις πόλεις μας και διαρκώς μετακινούνται». Το ίδιο ισχύει και για τα μικρότερα κράτη στην περιφέρεια του πυρήνα.

Αλλά τα καινούρια σύνορα δεν ισχύουν μόνο σε σχέση με τους μετακινούμενους εξαθλιωμένους του πλανήτη αλλά και από την υπερκρατική κίνηση των μεγάλων κεφαλαίων. Νέοι περιχαρακωμένοι θύλακες, για τους απασχολούμενους σ’ αυτή τη διαδικασία, οικοδομούνται στο εσωτερικό των πόλεων, ώστε να εξασφαλίζεται η απρόσκοπτη λειτουργία του μεγάλου υπερεθνικού παιχνιδιού. Η τεράστια αύξηση των τιμών της αστικής γης στις μεγάλες πόλεις οφείλεται ακριβώς στη συγκρότηση τέτοιων μεθοριακών περιοχών. Η διαδικασία αυτή έχει ευθεία επίπτωση στο μοντέλο της ιδιοκτησίας, καθώς η έμφαση μετακινείται από το μικρό και μετριοπαθές οικονομικά κτίριο στο μεγάλο και πολυτελές, ταυτόχρονα δε καταστρέφει μεγάλο μέρος του δημόσιου χώρου υπέρ του απρόσιτου για τους πολλούς ιδιωτικού.

Αν τα δύο παραπάνω ρεύματα αφορούν εισροές στις πόλεις νέων πληθυσμών που αναζητούν ευκαιρίες (μικρές ή μεγάλες, πραγματικές ή φανταστικές), ένα τρίτο ρεύμα -σημαντικό πληθυσμιακά- αποβάλλεται από την πόλη και τις λειτουργίες της. Διανοητές όπως η Sassen αποκαλούν αυτή τη μαζική κίνηση expulsion, δηλαδή αποπομπή. Πρόκειται για τους λεγόμενους νεόπτωχους, ανθρώπους που στις νέες συνθήκες χάνουν τη βάση τους στην πόλη που ζούσαν: την εργασία τους, τα σπίτια τους και βεβαίως τον τρόπο ζωής που είχαν ως μικροαστική τάξη ή ως εργατικά στρώματα. Σε ένα καθεστώς μόνιμης αποπομπής από έναν κόσμο που μετά την απώλεια φαντάζει ως Παράδεισος, εκδιωκόμενοι και εξωθούμενοι πορεύονται σε ένα περιθώριο που προσομοιάζει σε «ανθρώπινη χωματερή», όπως απέδωσε την κατάστασή τους ο Zygmunt Bauman.

Στους καταυλισμούς άθλιων οικιστικών συνθηκών στους οποίους καταφεύγουν, συναντούν μία άλλη κατηγορία αποβλήτων, αυτούς που έρχονται εκεί μετά από ανάλογες εξελίξεις στην ύπαιθρο, όπου η γη των μικρών και μεσαίων αγροτών καταλήγει με διάφορους τρόπους σε μεγάλους οικονομικούς σχηματισμούς. Ως προϊόν αυτής της κίνησης που χαρακτηρίζεται από τη συνθήκη «ούτε στην πόλη, ούτε στην ύπαιθρο», προκύπτει αυτό που ο αμερικανός πολεοδόμος και κοινωνιολόγος Mike Davies ονόμασε προσφυώς ο «πλανήτης των παραγκουπόλεων».

Οι κινήσεις των τριών ρευμάτων που προαναφέραμε δεν γεννιούνται από την τύχη ή τη σύμπτωση, αλλά είναι προϊόν της εφαρμογής μιας συγκεκριμένης κοινωνικής μηχανικής, κύριο εργαλείο της οποίας είναι η χρηματιστικοποίηση (financialization). Ο όρος αναφέρεται στην κατάσταση της οικονομίας όπου η χρηματοοικονομική μόχλευση προέχει της υλικής παραγωγής στο πεδίο. Αυτό συνεπάγεται την κυριαρχία των άυλων προϊόντων των χρηματοπιστωτικών αγορών πάνω στις παραδοσιακές βιομηχανικές και αγροτικές κοινωνίες.

Συναφείς με τη χρηματιστικοποίηση είναι συγκεκριμένες τάσεις που αναπτύχθηκαν τις τελευταίες δεκαετίες: η εφαρμογή νέων πολιτικών, όπως η προτεραιότητα στην εξαφάνιση του πληθωρισμού σε βάρος της πρόνοιας για τη μείωση της ανεργίας, η απορρύθμιση των επιτοκίων που αποδεκάτισε τις μικρομεσαίες τράπεζες και τέλος η ανεξάντλητη επινοητικότητα ως προς την κατασκευή καινούριων άυλων εργαλείων χρηματιστικοποίησης, χρηματιστικών προϊόντων και οργανωτικών μεθοδεύσεων που αποσκοπούν σε διαρκώς ανανεούμενες μορφές προσπόρισης υπερκερδών από οποιαδήποτε πεδία. Έχει σημασία πως μέχρι τώρα το μοτέρ που παίρνει αυτές τις πρωτοβουλίες δεν χάνει ποτέ, ενώ η χασούρα ή ακόμα και η καταστροφή αφορά αυτούς στους οποίους εφαρμόζονται οι προαναφερθείσες πρωτοβουλίες. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα της κρίσης του 2008, αποτέλεσμα της οποίας ήταν μεταξύ άλλων η εξολόθρευση των μικρομεσαίων ιδιοκτητών ακινήτων στις ΗΠΑ και βεβαίως το κύμα των μαζικών κατασχέσεων και εκδιώξεων που ακολούθησαν. Η λογική των πλανητικών εξελίξεων προσομοιάζει με αυτή των πολεμικών συγκρούσεων στη Μέση Ανατολή.

Αναφορικά με τις δυνάμεις που κυριαρχούν στη Νέα Εποχή, όπως αυτή εξελίσσεται μπροστά στα μάτια μας, η Saskia Sassen στο βιβλίο της «Expulsions: Brutality and Complexity in the Global Economy» προχωρά στον χαρακτηρισμό τους ως «αρπακτικούς σχηματισμούς» (predatory formations), παίρνοντας απόσταση από τη «θεωρία των τάξεων», η οποία αναφέρεται τόσο στις κοινωνίες των δεκαετιών που ακολούθησαν μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, όσο και στις βιομηχανικές κοινωνίες προηγούμενων εποχών. Αν αυτό ισχύει, η προσομοίωση της νέας κατάστασης από τη μαζική Τέχνη της εποχής μας μεταφέρεται από τα κόμιξ των υπερ-ηρώων της δεκαετίας του 1980 σε κινηματογραφικά έργα όπως το «Allien», το «Mad Max» ή το «Game of Thrones».

Το δένδρο της θεωρίας είναι σκούρο, αλλά τα φύλλα της ζωής είναι πράσινα

Όλη η ανάλυση που προηγήθηκε έχει σκούρο χρώμα. Αυτό δεν σημαίνει πως είναι γραμμένη ως απάνθισμα απαισιόδοξων απόψεων. Κάτι τέτοιο θα ήταν δείγμα κακού γούστου εκ μέρους του συγγραφέα και επί πλέον δεν θα ήταν χρήσιμο καθ’ οιονδήποτε τρόπο αν τελικά μας καταβύθιζε περισσότερο στην απελπισία. Απλά επειδή ασχολείται με τη σκιαγράφηση της λειτουργίας του κυρίαρχου μοτέρ, το χρώμα του είναι εκ των πραγμάτων σκούρο. Τέτοιο είναι το χρώμα του μοτέρ σε κάθε εποχή. Σε κάθε περίπτωση, η επίγνωση του τρόπου λειτουργίας του είναι απαραίτητη αν θέλεις να σχεδιάσεις τις επόμενες κινήσεις σου.

Ποια είναι λοιπόν τα περιθώρια των κινήσεων που έχουμε σ’ αυτό των περιβάλλον; Τι δουλειές μπορούμε να κάνουμε; Τι δεξιότητες πρέπει να αναπτύξουμε; Ποιες είναι οι συνθήκες διαβίωσης που μπορούμε να επιδιώξουμε; Πώς κρατάμε ανοιχτά και γόνιμα τα πεδία της δημιουργικότητας και επινοητικότητας προκειμένου να ζήσουμε κατά το δυνατόν μία ζωή μεστή και ολοκληρωμένη; Μαζί μ’ αυτά, ποιες τροποποιήσεις στο μοτέρ θα μπορούσαν να σταθούν προς αυτή την κατεύθυνση;

Η απάντηση σ’ αυτά τα ερωτήματα δεν αποτελεί αντικείμενο του παρόντος δοκιμίου. Όχι μόνο επειδή είναι ήδη μακροσκελέστατο, αλλά με το κείμενο επιχειρούμε ακριβώς να ανοίξουμε μία τέτοια συζήτηση, προκειμένου να διερευνηθεί συλλογικά το ζήτημα της απάντησης. Για να μη χαθούμε, ας εστιαστούμε στην αρχή στον ρόλο των Μηχανικών και των Επιστημόνων σ’ αυτό το σκηνικό. Όπως επίσης και στην Ελλάδα, αυτή τη μικρή επαρχία του Πλανήτη που αυτή την ώρα βολοδέρνει στη συμπεριφορά ενός αυτιστικού χωριού, στα κακορίζικα συμφέροντα του πολιτικαντισμού και της μικροπολιτικής, στην ανυπαρξία οποιουδήποτε σχεδιασμού όχι μόνο για το πώς θα μπορούσαμε «να τρέξουμε στις διεθνείς πίστες» ή για το πώς θα νοικοκυρευτούμε εσωτερικά για να ξαναπάρει μπρος η μηχανή, αλλά και για την αποφυγή μιας ανεπανόρθωτης καταστροφής.

Ας στρέψουμε την προσοχή μας στα διαμάντια αυτού του τόπου που είναι κρυμμένα στα περιρρέοντα υπερχειλίζοντα σκουπίδια. Μπορούμε να τα αναδείξουμε, να τα κάνουμε κύριο θέμα και να φτιάξουμε μ’ αυτά ένα λαμπρό περιδέραιο;

*Γιώργος Μ. Χατζηστεργίου, Πολιτικός Μηχανικός και Συγγραφέας