Της Ντίνας Βαϊου* Την Μεγάλη Τρίτη, 3 Απριλίου 2018, κατατέθηκε στη Βουλή σχέδιο νόμου για την ίδρυση Ανώνυμης Εταιρείας με τίτλο «Ανάπλαση Αθήνας ΑΕ»....

Της Ντίνας Βαϊου*

Την Μεγάλη Τρίτη, 3 Απριλίου 2018, κατατέθηκε στη Βουλή σχέδιο νόμου για την ίδρυση Ανώνυμης Εταιρείας με τίτλο «Ανάπλαση Αθήνας ΑΕ». Η ενέργεια αυτή έρχεται σε συνέχεια παλαιότερης κυβερνητικής ανακοίνωσης (16/3/2017) για το σχέδιο «Νέα Αθήνα» (16/3/2017), το οποίο έλαβε μεγάλη δημοσιότητα, καθώς το παρουσίασε ο Πρωθυπουργός, παρουσία του Δημάρχου Αθηναίων.

Έκτοτε ακούστηκαν διάφορα για την τύχη της Νέας Αθήνας και την πιθανή υλοποίηση τμημάτων των εξαγγελιών, ενώ ο Δήμος Αθηναίων προχώρησε σε μια σειρά κατ’ αρχήν αναστρέψιμων) παρεμβάσεων, κυρίως πεζοδρομήσεων στο εμπορικό τρίγωνο, με μάλλον μη αναστρέψιμες επιπτώσεις στον παραγωγικό ιστό και τον χαρακτήρα της πόλης – και κατ’ επέκταση στην απασχόληση και την καθημερινή ζωή των κατοίκων (βλ. οδός Βύσσης και παράπλευροι δρόμοι).
Η νέα όμως νομοθετική πρωτοβουλία επανατοποθετεί το ζήτημα των παρεμβάσεων, καθώς θέτει νέες παραμέτρους και άρρητες υποθέσεις για την πόλη, τα προβλήματα και τις προοπτικές της.

Δυο λόγια για τον νέο φορέα: η «Ανάπλαση Αθήνας ΑΕ» ιδρύεται ως Ανώνυμη Εταιρεία «χάριν του δημοσίου συμφέροντος», που θα λειτουργεί «σύμφωνα με τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας» για τα επόμενα 30 χρόνια (με δυνατότητα παράτασης) (άρθρο 1). Σκοπός της εταιρείας είναι «ο συντονισμός του σχεδιασμού, ο προγραμματισμός και η υλοποίηση αναπλάσεων εντός των ορίων του Δήμου Αθηναίων» (άρθρο 2). Εδώ κατονομάζονται δύο περιοχές: το Εμπορικό Τρίγωνο, πρόσφατο πεδίο άσκησης νέων πολιτικών αστυνόμευσης και από το ΥΠροΠο, και τα προσφυγικά της Λεωφόρου Αλεξάνδρας, των οποίων η τύχη είχε συνδεθεί, μεταξύ άλλων, και με τις προτάσεις του «Νέα Αθήνα», σε συνδυασμό με τη μετακίνηση του γηπέδου του ΠΑΟ.
Οι κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας καθεαυτοί δεν αποτελούν έκπληξη μετά από οκτώ χρόνια μνημονιακών πολιτικών, στο πλαίσιο των οποίων ο σχεδιασμός του χώρου έπαψε να είναι δημόσια λειτουργία και αντικείμενο δημόσιας διαβούλευσης, καθώς οι «στρατηγικές επενδύσεις» μπορούν να εγκαθιδρύουν πλέον δικούς τους, ανεξάρτητους κανόνες σχεδιασμού. Δύο σημεία της νέας πρότασης έχουν όμως μεγάλη σημασία για μια κυβέρνηση με κορμό της Αριστερά, αλλά και για την απαξίωση των πολύπλευρων νοηματοδοτήσεων του χώρου ως στοιχείου της πολιτικής της.
Πρώτο, κατά δήλωση του Υπουργού Επικράτειας, ο προτεινόμενος φορέας, άρα και το ιδιωτικο-οικονομικό πρόσημό του, αποτελεί «κεντρική πολιτική επιλογή της κυβέρνησης» και όχι πλέον μέτρο υπαγορευόμενο από τους δανειστές και τα μνημόνια.
Δεύτερο, και εξ ίσου σημαντικό, σε επίπεδο συμβολισμών αλλά και συγκεκριμένων προτεραιοτήτων, ο νέος φορέας τίθεται υπό την εποπτεία του Υπουργού Υποδομών και Μεταφορών και του Υπουργού Επικράτειας που είναι «αρμόδιος [και] για το συντονισμό της Επιτροπής των Μεγάλων Έργων». Επιβεβαιώνεται έτσι μια αντίληψη για την πόλη ως «τεχνικό έργο» – δηλαδή ως χώρος κενός κατοίκων και ελεύθερος για παρεμβάσεις, οι οποίες εμπίπτουν στο πεδίο της αξιοποίησης ακινήτων και κατασκευής τεχνικών έργων (βλ. και άρθρο 2).
Όμως, η Αθήνα και ο κεντρικός της Δήμος έχουν κατοίκους και μάλιστα, όπως κάθε μεγαλούπολη, ένα μωσαϊκό κατοίκων με διαφορετικές προελεύσεις, ταξικές, έμφυλες, εθνοτικές και άλλες διαιρέσεις, που είναι ορατές πλέον και στο χώρο της πόλης μετά από δεκαετίες επιλεκτικής απαξίωσης / «αναβάθμισης» συγκεκριμένων γειτονιών.
Ένα μωσαϊκό κατοίκων που έχει πληγεί με διαφορετικούς και άνισους τρόπους από την κρίση και τα μνημόνια. Πώς μπορεί να υπάρχει σχεδιασμός της πόλης, αναπλάσεις και τεχνικά έργα ερήμην των αγώνων, των αγωνιών, αλλά και των αντιθέσεων που αποκαλύπτει μια ματιά στην πόλη ως κατοικημένο χώρο;

* Καθηγήτρια στον Τομέα Πολεοδομίας και Χωροταξίας του ΕΜΠ
Πηγή:  Αυγή