Το Ινστιτούτο Τεχνικής Σεισμολογίας και Αντισεισμικών Κατασκευών, έχει δικαιώσει απόλυτα τους λόγους για τους οποίους ιδρύθηκε και η Πολιτεία οφείλει να το διατηρήσει ενεργό... ΤΕΕ: Το Ινστιτούτο Τεχνικής Σεισμολογίας και Αντισεισμικών Κατασκευών να παραμείνει στη Θεσσαλονίκη και το έργο του να στηριχθεί

Το Ινστιτούτο Τεχνικής Σεισμολογίας και Αντισεισμικών Κατασκευών, έχει δικαιώσει απόλυτα τους λόγους για τους οποίους ιδρύθηκε και η Πολιτεία οφείλει να το διατηρήσει ενεργό στη Θεσσαλονίκη και να ενισχύσει το έργο του.

 

Η παραπάνω θέση ήταν κοινός τόπος των ομιλητών στην ημερίδα που πραγματοποιήθηκε στο αμφιθέατρο του ΤΕΕ/ΤΚΜ, με θέμα: «η συμβολή του ΙΤΣΑΚ στην αντισεισμική θωράκιση της χώρας», με αφορμή τη φετινή συμπλήρωση 40 ετών από το μεγάλο σεισμό της Θεσσαλονίκης το 1978 και την πρόθεση της κυβέρνησης για μετατροπή του ΙΤΣΑΚ σε παράρτημα του ΕΦΑΚΤΕΣ (Ερευνητικός Φορέας Αντισεισμικών Κανονισμών, Προδιαγραφών Κατασκευών και Τεχνικής Σεισμολογίας) που θα ιδρυθεί στην Κεφαλονιά.

«Ήρθα στη σημερινή εκδήλωση επειδή έχω πειστεί για την αναγκαιότητα, το ΙΤΣΑΚ να παραμείνει στη Θεσσαλονίκη και να ενισχυθεί» τόνισε χαιρετίζοντας τις εργασίες της ημερίδας, ο Πρόεδρος του ΤΕΕ Γιώργος Στασινός. «Ωστόσο, αν θέλουμε οι προσπάθειες να έχουν αποτέλεσμα, οφείλουμε να κάνουμε μια άσκηση που δεν θα κάνει κανείς άλλος για εμάς: να αντιπαραβάλουμε όσα κερδίζουν η Πολιτεία και οι πολίτες με την παραμονή του ΙΤΣΑΚ στη Θεσσαλονίκη με όσα ενδεχομένως θα κερδηθούν ή θα χαθούν, αν υλοποιηθούν τα σχέδια της κυβέρνησης για έναν κεντρικό φορέα οπουδήποτε αλλού. Σ` αυτή την προσπάθεια το ΤΕΕ θα είναι στο πλευρό της Θεσσαλονίκης.»

«Η συγχώνευση του ΙΤΣΑΚ στον ΟΑΣΠ ήταν η απαρχή των προβλημάτων του ινστιτούτου», τόνισε από την πλευρά του, ο Πρόεδρος του ΤΕΕ/ΤΚΜ Πάρις Μπίλλιας.  «Στα 40 χρόνια που πέρασαν, το ΙΤΣΑΚ προσέφερε στην αντισεισμική προστασία, στην τεχνολογία, στην επιστήμη. Ίσως να μην προσέφερε όσα η Πολιτεία θα ήθελε, αλλά σ` αυτό έχει σίγουρα ευθύνες η Πολιτεία που δεν έδινε επαρκείς κατευθυντήριες οδηγίες. Σε κάθε περίπτωση, η προσφορά του Ινστιτούτου είναι ιδιαίτερα σημαντική και οι τελευταίες απόψεις του αρμόδιου υπουργού μας έχουν προκαλέσει προβληματισμό, όχι απλώς επειδή οδεύουμε σε κατάργηση του ΙΤΣΑΚ –γιατί ας μη γελιόμαστε, αυτή είναι η πρόθεση- αλλά και για το πώς θα λειτουργήσει η νέα δομή στο Ληξούρι της Κεφαλονιάς. Εμείς ελπίζουμε τελικά να πρυτανεύσει η λογική και οι αποφάσεις να μη λαμβάνονται με γνώμονα τα όποια συμφέροντα, οιουδήποτε, αλλά με βάση τις ανάγκες της πατρίδας συνολικά.»

Εκπροσωπώντας τον πατέρα του ομοτ. καθηγητή Βασίλη Παπαζάχο (εκ των πρωτεργατών και πρώην πρόεδρος του ΙΤΣΑΚ), ο καθηγητής Κώστας Παπαζάχος, τόνισε πως η πραγματική σκοπιμότητα της σύστασης του ΕΦΑΚΤΕΣ στην Κεφαλονιά, είναι η αποκοπή του ΙΤΣΑΚ από τη Θεσσαλονίκη: «Για κάποιο λόγο, ενοχλεί το γεγονός ότι η Θεσσαλονίκη και σε επίπεδο ερευνητικών φορέων, αλλά και επίπεδο πανεπιστημίου, πρωτοπορούσε σε θέματα αντισεισμικής τεχνολογίας. Εκφράσεις του τύπου “το ΙΤΣΑΚ πρέπει ανασυσταθεί σε εθνική βάση” και “το ΙΤΣΑΚ δεν μπορεί να είναι… προνόμιο ενός πανεπιστημίου”, προφανώς και σηματοδοτούν αυτό ακριβώς. Κι όμως, παρά το γεγονός ότι είναι φυσικό να υπάρχει πιο στενή συνεργασία μεταξύ φορέων που βρίσκονται στην ίδια πόλη, η σχέση του ΑΠΘ με το Ινστιτούτο δεν ήταν ποτέ προνομιακή, αφού οι επιστήμονες που συμμετείχαν σ` αυτό και το στήριξαν, το έπραξαν αφιλοκερδώς και με προσωπικό κόστος.»

 

Εκ των ιδρυτικών στελεχών και ο ομοτ.  καθηγητής Γιώργος Πενέλης, αναφέρθηκε εκτενώς στα πρώτα στάδια και στις ανάγκες που κάλυψε το ΙΤΣΑΚ με την ίδρυσή του που στήριξε ο τότε πρωθυπουργός Κωνσταντίνος Καραμανλής και αμέσως μετά το σεισμό του 1978, για την παρακολούθηση του οποίου (της μετασεισμικής δραστηριότητας) οι Έλληνες επιστήμονες υποχρεώθηκαν, τότε να βασιστούν στη βοήθεια σεισμολόγων των Σκοπίων, που είχαν ήδη το δικό τους σεισμολογικό ινστιτούτο. «Δεν περίμενα ποτέ, τόσα χρόνια μετά, ότι θα έπρεπε να μιλήσω σε μια ημερίδα “απολογίας” του ΙΤΣΑΚ», τόνισε με νόημα.

 

Την «αλγεινή εντύπωση» που προκάλεσε η τοποθέτηση του αρμόδιου υπουργού πως «δεν μπορεί το ΙΤΣΑΚ να το έχει μόνο το ΑΠΘ», σημείωσε και ο Πρύτανης του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Περικλής Μήτκας «λες και το ζητούμενο είναι κάποιος ανταγωνισμός, για το ποια πόλη και ποιο πανεπιστήμιο θα έχει το ΙΤΣΑΚ».

Επίσης τοποθετήσεις έγιναν από τον Αντιδήμαρχο Πυλαίας-Χορτιάτη Μπουλομύτη Ν. Και από τον εκπρόσωπο της ΕΓΝΑΤΙΑ Α.Ε. Γενικό Διευθυντή Κο Μιχάλη Τσιτώτα. Αναφέρθηκαν στη σημαντική συμβολή του ΙΤΣΑΚ στην θωράκιση των μεγάλων έργων.

 

Για την ιστορία και την πολυσχιδή προσφορά του ΙΤΣΑΚ στη αντισεισμική θωράκιση της χώρας, έκαναν λόγο επίσης οι καθηγητές και διατελέσαντες πρόεδροι του ινστιτούτου Κ.Πιτιλάκης, Γ. Μάνος και Α. Κάππος,  αναφερόμενοι στο θεσμικό πλαίσιο και τις ασύμμετρες προσπάθειες για τις  υποδομές έρευνας που έπρεπε να λειτουργήσουν στο ΙΤΣΑΚ συγκλίνοντας στο συμπέρασμα ότι η Πολιτεία οφείλει να στηρίξει το ΙΤΣΑΚ, που έχει τόσο την εμπειρία, όσο και το προσωπικό και τις υποδομές, για να προσφέρει ακόμα περισσότερα μελλοντικά.

 

Στις προοπτικές αυτής της προσφοράς, καθώς και στη διαρκή προσαρμογή –και συχνά πρωτοπορία- του ΙΤΣΑΚ στις νεότερες τάσεις και εξελίξεις της επιστήμης και της αντισεισμικής τεχνολογίας αναφέρθηκαν οι διευθυντές ερευνών του ινστιτούτου Β.Λεκίδης, Ν.Θεοδουλίδης και Χ.Καρακώστας, καθώς και ο δόκιμος ερευνητής του ΙΤΣΑΚ Εμμ.Ροβίθης.

 

Τέλος, στη συζήτηση που ακολούθησε έγιναν τοποθετήσεις τόσο από τους πρώην Προέδρους όσο και από το ακροατήριο και έγινε αποδεκτή η πρόταση του Προέδρου του ΤΕΕ/ΤΚΜ Πάρη Μπίλλια για επιτροπή από τους πρώην προέδρους, το ΤΕΕ και το ΙΤΣΑΚ για την άμεση διατύπωση τελικής πρότασης προς την Πολιτεία.