Του Παναγιώτη Αλεξάκη* Είναι γεγονός ότι η Ελληνική Οικονομία εξέρχεται από μια μεγάλη κρίση που βίωσε κατά την τελευταία δεκαετία, η οποία συνδέθηκε με... Η Ελληνική Οικονομία σε σταυροδρόμι

Του Παναγιώτη Αλεξάκη*

Είναι γεγονός ότι η Ελληνική Οικονομία εξέρχεται από μια μεγάλη κρίση που βίωσε κατά την τελευταία δεκαετία, η οποία συνδέθηκε με μεγάλα ελλείμματα του Δημόσιου Τομέα και του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών, πτώση της ανταγωνιστικότητας των ελληνικών επιχειρήσεων, με επακόλουθο την βαθειά οικονομική ύφεση και την υποαπασχόληση των παραγωγικών συντελεστών της χώρας, με κορυφαία την ανεργία του ανθρώπινου δυναμικού.

Η τελευταία, κάτω από την μακροχρόνια ύφεση, είχε ακόμα μεγαλύτερες αρνητικές προεκτάσεις, καθώς οι άνεργοι, οι νέοι μας κυρίως, κάθε επαγγελματικής ενασχόλησης, άφησαν την πατρίδα μας κατά εκατοντάδες χιλιάδες για να εργαστούν στο εξωτερικό, με μικρές ελπίδες να επιστρέψουν, συμβάλλοντας αρνητικά στο πλέον ζωτικό παράγοντα κάθε χώρας, τη δημογραφική της εξέλιξη.

Ταυτόχρονα, ο κρατικός μηχανισμός για πολλά χρόνια στερούσε πολύτιμους χρηματοδοτικούς – επενδυτικούς πόρους από τον ιδιωτικό τομέα – το περίφημο crowding out effect – για να καλύψει τα ελλείμματά του τα οποία αυξάνονταν κάτω από την μη παραγωγική επέκτασή του, και τα οποία με τη σειρά τους τροφοδοτούσαν ακόμα μεγαλύτερα εσωτερικά και εξωτερικά ελλείμματα.

Κατέστη φανερό ότι η χώρα εισερχόμενη στην Ευρωζώνη το 2001, δυστυχώς δεν είχε πετύχει, την πολυπόθητη αναγκαία οικονομική σύγκλιση με τα άλλα κράτη-μέλη της Ευρωζώνης.  Δεν έχει γίνει κατανοητό ότι η οικονομική συμφωνία της χώρας μας με την ΕΕ, η είσοδός της στην Ευρωζώνη, συνιστά την πιο σκληρή οικονομική συμφωνία που είχε ποτέ η χώρα, η οποία απαιτεί οικονομικές προσαρμογές, γνήσια ανταγωνιστικότητα επιχειρήσεων, αποτελεσματικότητα του κράτους, δημοσιονομική υγεία, ευελιξία, εξάλειψη επιχειρηματικών αντικινήτρων, μεταρρυθμίσεις.

Τι έγινε λοιπόν, στα χρόνια που ακολούθησαν την είσοδό μας στην Ευρωζώνη, πριν την κρίση, σε αυτούς τους τομείς; Πολύ λίγα έγιναν προς τη σωστή κατεύθυνση, τα πράγματα δεν βελτιώθηκαν, το αντίθετο μάλιστα. Δεν χρειάζεται να αναφερθεί τίποτε παραπάνω για θέματα που είναι σήμερα γνωστά. Ακολούθως, κατά τη δεκαετία της κρίσης (2010-2019), οι κυβερνήσεις της χώρας, αντί να προχωρήσουν όσο γινόταν πιο γρήγορα, προς την οικονομική κατεύθυνση όπου είμαστε υποχρεωμένοι να προχωρήσουμε και να τελειώσουμε με την κρίση, δυστυχώς, καθυστέρησαν, χάθηκε πολύτιμος χρόνος, και τα πράγματα έγιναν ακόμα πιο δύσκολα σε ό,τι αφορά την οικονομία, τους ανθρώπους, το δημογραφικό. Η χώρα μας καθυστέρησε όσο καμία άλλη, να εξέλθει από την κρίση. Έτσι, η Ελλάδα σήμερα έχει φθάσει να έχει επενδυτικό κενό τουλάχιστον 100 δις ευρώ, σύμφωνα με εκτιμήσεις του ΣΕΒ.

Αλλά και εδώ χρειάζεται προσοχή: από ποια κρίση βγήκαμε; Περαιτέρω, βγαίνουμε πραγματικά; Τι έχουμε αυτή τη χρονική στιγμή; Έχουμε μία χώρα με πολύ υψηλό δημόσιο χρέος το οποίο οφείλουμε να μειώσουμε δραστικά κατά τις ερχόμενες δεκαετίες. Γιατί δημιουργήθηκε αυτό το τεράστιο χρέος; Διότι απλά, η χώρα για δεκαετίες ξόδευε παραπάνω από αυτά που παρήγαγε.

Για τους οικονομολόγους αυτό εκφράζεται με την αναφορά στην περίφημη ισότητα, ότι το παραγόμενο εθνικό εισόδημα ισούται με την εθνική κατανάλωση, τις ιδιωτικές επενδύσεις, τις κρατικές δαπάνες και το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών. Από αυτά, τα τρία πρώτα (κατανάλωση, επενδύσεις και κρατικές δαπάνες) αποτελούν αυτό που αποκαλείται εσωτερική ζήτηση. Όταν αυτή, η εσωτερική ζήτηση, είναι μεγαλύτερη από το εισόδημα, τότε αυτό νομοτελειακά οδηγεί σε ελλειμματικό  ισοζύγιο πληρωμών. Αυτή ήταν η περίπτωση της Ελλάδας.

Αυξημένη κατανάλωση, λιγότερες επενδύσεις και τεράστια δημοσιονομικά ελλείμματα υπερτερούσαν του εθνικού μας εισοδήματος και οδηγούσαν σε εξωτερικό έλλειμμα, το οποίο μετά το 2005 υπεραυξήθηκε. Και το εμπορικό έλλειμμα πρόσθετε συνεχώς στο μέγεθος του δανεισμού, καθώς χειροτέρευε η διεθνής επενδυτική θέση της χώρας.

Έτσι λοιπόν είχαν τα πράγματα. Όμως, κατά τη γνώμη μου, τίποτα δεν έχει τελειώσει ακόμα, παρά την προσπάθεια, ο κίνδυνος παραμένει. Γιατί; Διότι, ύψιστη προτεραιότητα στην ασκούμενη οικονομική πολιτική, πρώτος στόχος πρέπει να είναι η χώρα να μην έχει εξωτερικά ελλείμματα, μόνον έτσι θα γίνει ανταγωνιστική και θα μειωθεί το εξωτερικό χρέος. Αυτό μένει ακόμα να αποδειχθεί.

Εδώ όμως πρέπει να γίνει κατανοητό ότι αυτός ο υπέρτατος στόχος σήμερα προσκρούει στο γεγονός ότι η χώρα μας βρίσκεται εδώ και πολλά χρόνια σε οικονομική, διαρθρωτική κρίση, η οποία συσχετίζεται με τη δομή της ελληνικής οικονομίας, και οδηγεί σε έλλειμμα στο ισοζύγιο εξωτερικών συναλλαγών, όπου εισάγουμε περισσότερα από ό,τι εξάγουμε.

Συγκεκριμένα, στο παραγόμενο εθνικό εισόδημα κυριαρχούν οι υπηρεσίες και ιδιαίτερα ο τουρισμός. Ο τουρισμός βέβαια είναι ευλογία, διότι δημιουργεί θέσεις εργασίας, επενδύσεις, φέρνει έσοδα και πολύτιμο συνάλλαγμα. Όμως αυτή η ευλογία κρύβει ένα μεγάλο πρόβλημα.

Δηλαδή, καθώς οι δραστηριότητες εστιάζονται κυρίως στον τουρισμό, δυστυχώς, μειώνεται η παραγωγή σε άλλους οικονομικούς τομείς και κλάδους της χώρας. Αυτοί λοιπόν, η γεωργία, ο πρωτογενής τομέας, η μεταποίηση, η ενέργεια, ενώ έπρεπε να αναπτύσσονται και να παράγουν δυναμικά, δυστυχώς, αυτό δεν συμβαίνει.

Έρευνες δείχνουν ότι τα έσοδα που έρχονται από τον τουρισμό, κατευθύνονται σε πολύ μεγάλο βαθμό σε εισαγωγές για τον τουρισμό. Αυτή η ζήτηση από τον τουριστικό τομέα για διάφορα αγροτικά και μεταποιητικά προϊόντα, αντί να καλύπτεται από την ελληνική παραγωγή, δυστυχώς, καλύπτεται από εισαγωγές.

Πριν λίγες δεκαετίες η συμβολή του πρωτογενούς και δευτερογενούς τομέα στο εθνικό μας προϊόν ξεπερνούσε το 20% για τον καθένα. Σήμερα, η συμβολή τους είναι 3 – 4% για τον πρωτογενή και 6 – 7% για τον δευτερογενή τομέα. Εκεί ακριβώς βρίσκεται το διαρθρωτικό πρόβλημα: όσο αυτοί οι τομείς παραμένουν σε τόσο χαμηλά επίπεδα το πρόβλημά μας είναι δύσκολο να διορθωθεί. Εκτός και αν ο τουρισμός μας γίνει τόσο πολυτελής και υψηλού επιπέδου, ώστε να εισπράττουμε πολύ περισσότερα και να μην έχουμε πρόβλημα. Πράγμα δύσκολο. Αφήστε που ο τουρισμός, μόνον ή κυρίως, οδηγεί τη χώρα σε προβλήματα δυαδικής οικονομίας (dual economy), όπου οι τουριστικές περιοχές παρέχουν υψηλό εισόδημα στους κατοίκους, ενώ στις υπόλοιπες τα εισοδήματα είναι χαμηλά και η ανεργία υψηλή.

Πρέπει λοιπόν την ευλογία του τουρισμού, να την μετατρέψουμε σε ευλογία για όλη τη χώρα, αντιμετωπίζοντας το διαρθρωτικό μας πρόβλημα, επενδύοντας και παράγοντας ανταγωνιστικά πρωτογενή και δευτερογενή προϊόντα ώστε να επανέλθει αυτό που λέγαμε στο παρελθόν, «προτιμάτε ελληνικά προϊόντα», ποιοτικά, βεβαίως. Και τότε, γνήσια η Ελλάδα θα έχει σταθερή οικονομία η οποία θα λειτουργεί σε «ενάρετο κύκλο». Μάλιστα, οι επιχειρήσεις του πρωτογενούς και δευτερογενούς τομέα θα έχουν ένα μεγάλο πλεονέκτημα το οποίο τους δίνει ο τουρισμός, θα μειώσουν τις δαπάνες τους για διεθνές μάρκετινγκ για να προωθήσουν τα προϊόντα τους, αφού μεγάλο τμήμα της ζήτησης των προϊόντων τους θα είναι στην πόρτα τους.

Άρα, γίνεται αντιληπτό ότι  η ανάπτυξη του πρωτογενούς και δευτερογενούς και τομέα πρέπει τελικά να είναι ο στόχος της εθνικής μας οικονομίας, για την αντιμετώπιση των προβλημάτων που έχουμε. Από αυτόν θα κριθεί η μελλοντική μας πορεία ως χώρα αλλά και η αποτελεσματικότητα των εκάστοτε διοικούντων μας. Καλύτερα χαμηλή ανάπτυξη και απουσία εξωτερικού ελλείμματος, παρά δυναμική ανάπτυξη με μεγάλα εμπορικά ελλείμματα. Αφήστε που το εξωτερικό πλεόνασμα θα φέρει και ανάπτυξη. Σε αυτό το σημείο καμπής λοιπόν βρίσκεται η ελληνική οικονομία, σήμερα.

Τι επιφυλάσσει το μέλλον; Υπάρχουν σήμερα ακτίδες αισιοδοξίας. Πρώτον, παύει το αδηφάγο κράτος να συντηρεί τεράστια ελλείμματα και εξαλείφεται το crowding out effect.  Έτσι, περισσότερες καταθέσεις θα κατευθύνονται στις παραγωγικές επιχειρήσεις, χωρίς τη βιώσιμη λειτουργία των οποίων δεν επιβιώνει καμία οικονομία. Είμαι επίσης αισιόδοξος στο θέμα της χρηματοδότησης, προς τις επιχειρήσεις, μεσοπρόθεσμα.

Ο τραπεζικός τομέας, καλείται να αντιμετωπίσει τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια έως το 2021, το μεγαλύτερο μέρος τους. Όμως, οι επιχειρήσεις, πέρα από την υποδομή υλική και άυλη, που πρέπει να τους παρέχεται, πρέπει οι ίδιες να εστιάσουν και να ενσωματώσουν τις ραγδαίες τεχνολογικές αλλαγές που συμβαίνουν, ώστε να επέλθει προσαρμογή της ελληνικής οικονομίας και αύξηση της παραγωγικότητας.

Χρειάζεται ποιοτική διάρθρωση των επενδύσεων, όχι μόνον αύξηση της αξίας τους, η οποία σήμερα ως ποσοστό του ΑΕΠ κατατάσσεται στα χαμηλότερα επίπεδα στον κόσμο. Χρειάζονται, όχι μόνον επενδύσεις σε κατασκευές, στην οικοδομή, όπου οι πολλαπλασιαστικές αναπτυξιακές δυνατότητες είναι μικρές, αλλά επενδύσεις εστιασμένες στην καινοτομία, στην έρευνα και στην ανάπτυξη, χρειάζεται μια εξωστρεφής και καινοτόμος βιομηχανία, περαιτέρω, χρειάζεται η υλοποίηση μιας εθνικής στρατηγικής προσαρμογής της χώρας στις νέες τεχνολογίες, εκπαίδευση και κατάρτιση των εργαζομένων σε αυτές, συμπράξεις δημόσιου και ιδιωτικού τομέα στον σχεδιασμό αυτής της στρατηγικής, εξειδικευμένες πλατφόρμες συνεργασίας, πρόγραμμα ανάπτυξης δεξιοτήτων, συνεργασία κυβέρνησης, επιχειρήσεων και εργαζομένων που θα οδηγήσουν με επιτυχία σε ένα τεχνολογικό μετασχηματισμό της οικονομίας, που προάγει την παραγωγικότητα στις επιχειρήσεις, τον ψηφιακό μετασχηματισμό τους, μειώνει το κόστος συναλλαγών και τις καθιστά ικανές να αντιμετωπίζουν τον ανταγωνισμό. Ακόμη, χρειάζεται μια πιο ισχυρή, ανθεκτική και σταθερή επιχειρηματική βάση στη χώρα μέσω της παροχής κινήτρων για μεγαλύτερου μεγέθους επιχειρήσεις.

Επιπροσθέτως, είναι αναγκαίο να ενστερνιστούν οι επιχειρηματίες, που είναι οι άνθρωποι που τολμούν και κρατούν τη χώρα μας, ότι κάθε επιχείρηση χρειάζεται και μια σωστή εταιρική διακυβέρνηση, δηλαδή, μια συγκρότηση της επιχειρηματικής οργάνωσης που βοηθά στη λήψη ορθών αποφάσεων και διαφυλάττει την αξία της επιχείρησής τους. Πάνω από όλα χρειάζεται να μην επαναληφθούν λάθη του παρελθόντος, κυρίαρχα στο δημόσιο – κρατικό τομέα. Η πρόκληση είναι μπροστά μας, χρειάζονται πολλά χρόνια δουλειάς. Όμως η δημιουργία, η πρόοδος, θα μας κρατά αισιόδοξους, θα υλοποιούμε έναν ενάρετο κύκλο.

Αυτά χρειάζονται, αλλιώς είναι ζήτημα χρόνου να επανέλθει η χώρα σε νέες κρίσεις στην απουσία ανταγωνιστικής οικονομίας, με συνέπειες που δεν θα άξιζε τώρα να σημειωθούν.

*Ο Παναγιώτης Αλεξάκης είναι καθηγητής της Οικονομικής των Επιχειρήσεων και Αγορών, στο Τμήμα Διοίκησης Επιχειρήσεων και Οργανισμών του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών. Υπήρξε υπότροφος του Κοινωφελούς Ιδρύματος «Αλέξανδρος Σ. Ωνάσης».

ΚΛΗΡΩΣΗ ΜΕ ΔΩΡΟ

Εγγραφείτε στο Newsletter και εξασφαλείστε την συμμετοχή σας