Του WILLIAM HOROBIN / BLOOMBERG Το στοίχημα της Ευρώπης για την οικονομία της είναι πράσινο. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ανακοίνωσε μέσα στην εβδομάδα το σχέδιο...

Του WILLIAM HOROBIN / BLOOMBERG

Το στοίχημα της Ευρώπης για την οικονομία της είναι πράσινο. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ανακοίνωσε μέσα στην εβδομάδα το σχέδιο με το οποίο σκοπεύει να προσαρμόσει την οικονομία της στις ανάγκες του πλανήτη.

Αυτό προβλέπει αυστηρότερα όρια στις εκπομπές καυσαερίων, αλλαγές στη φορολογία και θέσπιση νέων κανόνων για τις επιχειρήσεις.

Με στόχο ένα μηδενικό ισοζύγιο άνθρακα το 2050, μια «κλιματική ουδέτερη ήπειρο» όπως αναφέρει σε δική της φρασεολογία, η Ευρώπη ίσως επανεξετάσει τους φόρους που επιβάλλει στο εμπόριο με χώρες που δεν πληρούν τα νέα πράσινα κριτήριά της. Αν λειτουργήσει η λεγόμενη «πράσινη συμφωνία», οι οπαδοί της υποστηρίζουν πως οι επενδύσεις που προβλέπει θα επιφέρουν έναν άνευ προηγουμένου μετασχηματισμό, κάτι που δεν έχουμε δει τα τελευταία 50 χρόνια.

Υπάρχει, όμως, ο κίνδυνος να μην μπορέσει να πλησιάσει τους φιλόδοξους στόχους που θέτει και, αντιθέτως, να καλλιεργήσει αβεβαιότητα, να αυξήσει το κόστος για τις επιχειρήσεις και να εντείνει τις εμπορικές διαμάχες.

Στην προσπάθειά της να επιταχύνει τον ρυθμό με τον οποίο θα μειώνονται εφεξής οι εκπομπές καυσαερίων, η Κομισιόν ανακοίνωσε πως θα χρειάζονται επιπλέον επενδύσεις 250 δισ. ευρώ κάθε χρόνο. Αυτό θα ήταν σημαντική ώθηση, ισοδύναμη με το 1,5% του ΑΕΠ με στοιχεία του 2018.

Δεδομένου ότι η ανάπτυξη και ο πληθωρισμός της Ευρωζώνης έχουν καθηλωθεί σε χαμηλά επίπεδα, το σχέδιο αυτό αποτελεί το είδος συστημικής αλλαγής φιλοσοφίας που θα μπορούσε να αλλάξει την πορεία της οικονομίας. Επιπλέον, τα ιστορικά χαμηλά επιτόκια προσφέρουν ιδανικές συνθήκες για μεγάλες επενδύσεις. Όμως δεν είναι τόσο απλά τα πράγματα.

Οι αλλαγές στο ρυθμιστικό πλαίσιο και στη φορολογία θα εξωθήσουν ορισμένες βιομηχανίες να διακόψουν τις δαπάνες. Σε ορισμένους τομείς θα χαθούν θέσεις εργασίας χωρίς να μεταφερθούν σε άλλους τομείς. Και όλα θα εξαρτηθούν από το κατά πόσον οι κυβερνήσεις θα προχωρήσουν στις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις ιδιαιτέρως στην παιδεία και στην επαγγελματική κατάρτιση, ώστε να εξοπλίσουν γρήγορα τους εργαζομένους με τις αναγκαίες δεξιότητες.

«Βραχυπρόθεσμα πρέπει να περιμένουμε ότι θα αποτελέσει πολύ αρνητικό παράγοντα κατά της ανάπτυξης», εκτιμά ο Μιχάλα Μαρκούσεν, οικονομολόγος της Societe Generale. Προσθέτει όμως πως αυτό «δεν σημαίνει ότι δεν πρέπει να το κάνουμε επειδή η εναλλακτική, δηλαδή το να δώσουμε ώθηση στην κλιματική αλλαγή, θα έχει τέτοιο κόστος στο ΑΕΠ που θα υπερβαίνει σαφώς οποιοδήποτε κόστος μπορεί να καταβάλουμε σήμερα».

Το σχέδιο κατά της κλιματικής αλλαγής μπορεί να χαλαρώσει τους δημοσιονομικούς κανόνες και να δώσει στα κράτη-μέλη τη δυνατότητα να προχωρήσουν στις επενδύσεις που έχει επανειλημμένως χαρακτηρίσει αναγκαίες η ΕΚΤ.

Η Κομισιόν εξέφρασε, άλλωστε, την πρόθεση να εξετάσει «τις πράσινες δημόσιες επενδύσεις με κριτήριο την ποιότητα των δημοσίων οικονομικών». Δεν φαίνεται, πάντως, πιθανή μια γενναία κίνηση όπως θα ήταν η εξαίρεση των δαπανών για πράσινες επενδύσεις από τον υπολογισμό του χρέους και του ελλείμματος. Το σχετικό έγγραφο της Κομισιόν ανέφερε ακόμη την ανάγκη «περιφρούρησης έναντι κινδύνων που θα απειλήσουν τη βιωσιμότητα του χρέους». Και όλα αυτά θα γίνουν στο πλαίσιο επαφών ανάμεσα στην Κομισιόν και στις χώρες-μέλη της Ε..Ε. Και όπως σχολίασε η Σιμόν Ταλιαπέτρα, συνεργάτις του ινστιτούτου Bruegel, «αναβάλλεται η απόφαση, θα ρίξουν νερό στο κρασί και θα μετατραπεί σε γραφειοκρατική διαδικασία και έτσι βασικά δεν θα συμβεί τίποτε απολύτως στο εγγύς μέλλον».