Της Ιουλίας Μωραΐτου* Είναι γεγονός πως ο χωροταξικός σχεδιασμός, αποτελεί αποκλειστική αρμοδιότητα των κρατών μελών. Το γεγονός της οδηγίας-πλαίσιο για  τον θαλάσσιο χωροταξικό σχεδιασμό... Θαλάσσιος Χωροταξικός Σχεδιασμός: Ουσιαστική και έγκυρη  αναπτυξιακή απάντηση 

Της Ιουλίας Μωραΐτου*

Είναι γεγονός πως ο χωροταξικός σχεδιασμός, αποτελεί αποκλειστική αρμοδιότητα των κρατών μελών. Το γεγονός της οδηγίας-πλαίσιο για  τον θαλάσσιο χωροταξικό σχεδιασμό (ΕΕ/2014/89) αποτελεί την αφορμή αλλά και την αφετηρία μετάβασης από τη φάση των  κατευθύνσεων,  των  ελάχιστων κοινών απαιτήσεων και των παραδειγμάτων -από πλευράς ΕΕ- στο επόμενο βήμα, στο να περάσουμε δηλαδή σε πιο δεσμευτικές μορφές κανονιστικών ρυθμίσεων από το ευρωενωσιακό επίπεδο προς τα εκάστοτε, στην πλευρά των κρατών-μελών Είναι γνωστή η πρακτική της «μοιρασμένης ευθύνης» (shared responsibility)  στα ευρωενωσιακά πράγματα και ειδικότερα στις σχέσεις που διέπουν την Ένωση με τα κράτη μέλη της, σε ότι αφορά τόσο στη διατύπωση όσο και στην υλοποίηση των πολιτικών της αλλά και στις συνεπαγόμενες «συναποφάσεις» (καταχρώμενοι εδώ την χρήση του όρου co-decision).

Με την κυρίαρχη λογική, που θέλει τα όποια σχέδια να πρέπει να βασίζονται σε αξιόπιστα στοιχεία και να αποφεύγεται ό όποιος  πρό­σθετος διοικητικός φόρτος, πέραν βεβαίως και της μεγάλης διδακτικής αξίας αλλά και των όποιων κόκκινων γραμμών εκφράζονται από τη ευρωενωσιακή σκοπιά (όπως είπαμε και παραπάνω με τη μορφή αρχών, κατευθύνσεων, ελάχιστων απαιτήσεων) για να καλύπτουν τυχόν κενά ελλείμματα ή και αστοχίες, αυτή η καμπή στην προσέγγιση που σημειώνεται με αφετηρία την ολοκληρωμένη θαλάσσια πολιτική και την οδηγία πλαίσιο του 2014, είναι εντέλει κομβική και καταλυτική των επιθυμητών- επιδιωκόμενων εξελίξεων.

Πέραν του γεγονότος πως επιχειρείται να επιτευχθεί ουσιαστική και έγκυρη απάντηση, σε ότι αφορά στην επαρκή κάλυψη τυχόν παραλείψεων και ελλειμμάτων προγραμματισμού και σχεδιασμού (που έχουν όμως τεράστιο αρνητικό αναπτυξιακό αποτύπωμα), δίνεται το ελπιδοφόρο έναυσμα για σοβαρή επιστροφή των προσπαθειών (που τις τελευταίες δεκαετίες αν δεν είχαν διακοπεί, είχαν σοβαρά ατονήσει) σε ότι αφορά στη διαδικασία της εμβάθυνσης της ΕΕ.

Και αυτό αποτελεί ένα εξαιρετικό γεγονός, σε ένα τόσο σύνθετο momentum: αυτών, των αλλεπάλληλων διευρύνσεων (που ως γνωστόν ευθέως διεμβολίζουν, εξασθενίζοντας την εμβάθυνση) και του Brexit…

Με την εμβάθυνση λοιπόν, δεν επιτυγχάνεται μόνο η επιστροφή στην (επαπειλούμενη από διάφορους παράγοντες στις μέρες μας)  σταθερότητα στην ευρωενωσιακή οικογένεια, δεν ενισχύεται μόνο η εντατικοποίηση της προσπάθειας προς την κατεύθυνση της επίτευξης των στόχων της «συνοχής»… επιτυγχάνεται και μια ουσιαστική συμβολή προς το να υπερκερασθούν οι απαιτήσεις – απειλές από έναν ξέφρενο «ανταγωνισμό» σε μια Ευρώπη που διαστέλλεται (ενώ την ίδια στιγμή χάνει τα αφετηριακά της στηρίγματα) που δε μπορεί παρά να μεγεθύνεται και να ενισχύει τις ανισορροπίες και τα ελλείμματα και έτσι να πλήττει καίρια το στόχο της «συνοχής» και της ζητούμενης αλληλεγγύης.

Γιατί απαιτείται να υπάρχει ο θαλάσσιος χωροταξικός σχεδιασμός

Σύμφωνα με το κείμενο της σχετικής οδηγίας, ως «ολοκληρωμένη θαλάσσια πολιτική» (ΟΘΠ) νοείται η πολιτική της Ένωσης που έχει ως στόχο να προάγει τη συντονι­σμένη και συνεπή λήψη αποφάσεων με σκοπό τη μεγιστοποίηση της βιώσιμης ανάπτυξης, της οικονομικής ανάπτυξης και της κοινωνικής συνοχής των κρατών μελών, ιδίως σε ό,τι αφορά τις παράκτιες, νησιωτικές και εξόχως απόκεντρες περιοχές της Ένωσης, καθώς και τους θαλάσσιους τομείς της, μέσω συνεκτικών και συνδεόμενων με τη θάλασσα πολιτικών και μέσω της διεθνούς συνεργασίας.

Επιπρόσθετα, για τα ευρωενωσιακά κείμενα κύριος σκοπός του θαλάσσιου χωροταξικού σχεδιασμού είναι μεταξύ άλλων να προωθήσει τη βιώσιμη ανάπτυξη και να καθορίσει την αξιοποίηση του θαλάσσιου χώρου -για διαφορετικές χρήσεις -καθώς και να διαχειρισθεί τις χρήσεις αυτές και τις όποιες πιθανές συγκρούσεις των χρήσεων στις θαλάσσιες περιοχές. Ο θαλάσσιος χωροταξικός σχεδιασμός αποσκοπεί ακόμη στον καθορισμό και την ενθάρρυνση διαφορετικών χρήσεων, σύμφωνα με τις σχετικές εθνικές πολιτικές και νομοθεσία. Για την επίτευξη του εν λόγω στόχου, τα κράτη μέλη θα πρέπει τουλάχιστον να εξασφαλίζουν ότι η διαδικασία ή οι διαδικασίες σχεδιασμού μπορούν να  οδηγήσουν σε έναν ολοκληρωμένο σχεδιασμό ικανό να εντοπίζει τις διαφορετικές χρήσεις του θαλάσσιου χώρου και να λαμβάνει υπόψη και τις πιθανές μακροπρόθεσμες αλλαγές που οφείλονται στον κίνδυνο της  κλιματικής αλλαγής.

Στο σημείο αυτό είναι κρίσιμο να επισημανθεί εμφατικά η επιταγή μιας ολοκληρωμένης προσέγγισης που να λαμβάνει υπόψη περιβαλλοντικές, οικονομικές και κοινωνικές πτυχές, καθώς και ζητήματα ασφάλειας. Η συνθετότητα του θαλάσσιου χώρου αλλά και των παράκτιων περιοχών, η νησιωτικότητα όπως αυτή εκφράζεται στις επιμέρους θαλάσσιες περιοχές (πχ η περιοχή της νοτιοανατολικής Μεσογείου και ειδικότερα της χώρας μας, με έναν «γαλαξία» νησιών, μικρών νησιών και νησιωτικών συμπλεγμάτων και την ιδιάζουσα ιδιαιτερότητά της, αλλά και των όποιων  απαιτήσεων σε ότι αφορά -μεταξύ άλλων- στην ακεραιότητα των οικοσυστημάτων, στη διασφάλιση των πόρων, στην αύξηση της «συνδεσιμότητας» (για την άρση της απομόνωσης, και όχι μόνο για την αύξηση της προσπελασιμότητας), στην ενεργειακή αυτονομία και επάρκεια κοκ. επιβάλλει την ενδελεχή διερεύνηση των όλων των σχέσεων ξηράς-θάλασσας, την αντιμετώπιση της πολυπλοκότητάς τους και τον βέλτιστο συντονισμό με όλα τα επίπεδα του υφιστάμενου χωρικού σχεδιασμού και ρυθμίσεων. Ζητήματα δικαίου των θαλασσών, γεωπολιτικής (πχ πιο συγκεκριμένα των γεωπολιτικών διαστάσεων της ανάπτυξης στη μεσόγειο), διαχείρισης φυσικών κινδύνων, διαχείρισης των θαλάσσιων μεταφορών, της αλιείας, του τουρισμού, της εξόρυξης υποθαλάσσιων ορυκτών πόρων, επιβάλλουν μια θαρραλέα και λειτουργούσα διατομεακή προσέγγιση και αυξάνουν τα επίπεδα ποιότητας και ακρίβειας στην προσέγγιση, της μέριμνας για την εξισορρόπηση τυχόν συγκρούσεων, ενώ εκτοξεύουν τις απαιτήσεις της διακυβέρνησης συνολικότερα.

Πάρα πολλοί μπορούν να είναι οι αρνητικοί αντίκτυποι από την απουσία σχεδιασμού, ρυθμίσεων και συντονισμού των εκάστοτε επιπέδων εφαρμογής (και με τα διαθέσιμα χρηματοδοτικά εργαλεία) αλλά και της έγκαιρης και βέλτιστης διασύνδεσής τους, με τον οικονομικό προγραμματισμό συνολικότερα. Σε αυτή την κρίσιμη φάση, της επιδιωκόμενης εξόδου της χώρας μας από την χρονίζουσα, πολυεπίπεδη κρίση που πλήττει τόσο την πατρίδα μας όσο όμως και τον νότο της Ευρώπης, δεν υπάρχει η πολυτέλεια της αδράνειας. Ο μη σχεδιασμός σίγουρα δε βοηθά την παραγωγική ανασυγκρότηση. Ούτε και την ορθολογική- έξυπνη – επιχειρηματικής λογικής κατανομή της χρηματοδότησης των υποδομών – επενδύσεων. Μάλλον οδηγεί ευθέως σε πολλαπλές αστοχίες: από τη διεύρυνση του ελλείμματος σε τεχνικές, κοινωνικές, παραγωγικές υποδομές (περιβαλλοντικές, μεταφορών, ενέργειας κοκ), στην απώλεια των σχετικών -πολύτιμων αν όχι (καθ’ υπερβολή βεβαίως) και «σπάνιων» πια στην ΕΕ των 28-  χρηματοδοτήσεων, μέχρι και στην πλημμελή προστασία του φυσικού περιβάλλοντος, της βιοποικιλότητας και των ενδιαιτημάτων, με άμεσες και αρνητικές επιδράσεις στη βιώσιμη ανάπτυξη και τη δημόσια υγεία.

Σε ποιο στάδιο βρίσκεται η προσαρμογή της χώρας στις αποφάσεις της ΕΕ

Σύμφωνα με την ΕΕ, τα κράτη μέλη οφείλουν να θεσπίζουν τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις για να έχουν φροντίσει να συμμορφωθούν με την παρούσα οδηγία έως τις 18 Σεπτεμβρίου 2016. Ανακοινώνουν αμέσως στην Επιτροπή το κείμενο των συγκεκριμένων διατάξεων.  Η διαδικασία αυτή όφειλε να έχει ολοκληρωθεί έως τις 18 Σεπτεμβρίου 2016.

Η χώρα μας μόλις ολοκλήρωσε την διαβούλευση για το Νομοσχέδιο που αφορά στον «Θαλάσσιο Χωροταξικό Σχεδιασμό. Εναρμόνιση με την Οδηγία 2014/89/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 23ης Ιουλίου 2014».

Τα θαλάσσια χωροταξικά σχέδια (που αναφέρονται στο άρθρο 4  της ανωτέρω οδηγίας) οφείλουν να θεσπίζονται το συντομότερο δυνατό και το αργότερο έως την 31η Μαρτίου 2021.

Τα ιδιαίτερα σημεία, που πρέπει να λάβει η Ελλάδα υπόψη της στη διαμόρφωση του σχετικού πλαισίου

Τα ιδιαίτερα σημεία, που πρέπει να λάβει η Ελλάδα υπόψη της στη διαμόρφωση του σχετικού πλαισίου, με δεδομένη την ιδιαιτερότητα της τόσο  ως  κράτους μέλους με ανοιχτά θαλάσσια σύνορα, έντονη νησιωτικότητα και που ταυτοχρόνως βρίσκεται στην αφετηρία μίας οικονομικής και αναπτυξιακής επανεκκίνησης υπό το βάρος των συνεπειών της πολυετούς και πολυεπίπεδης κρίσης, είναι πολλά και για να αναλυθούν θα ξεπερνούσαμε κατά πολύ, την περιορισμένη έκταση ενός άρθρουΌμως, σύμφωνα πάντα με τα όσα  έχουν ήδη επισημανθεί πιο πάνω, ενδεικτικά επιλέγεται να φωτιστούν ιδιαίτερα τα εξής παρακάτω σημεία:

Δεδομένου ότι, αρκετές  θεωρητικές προσεγγίσεις έχουν προταθεί σε ότι αφορά στην έννοια των παράκτιων περιοχών (παραπομπή 1), και ότι ανεξάρτητα από την επιστημονική περιοχή που υπηρετούν, όλες αποδέχονται το διμερές της συγκρότησής τους από χερσαίο και θαλάσσιο τμήμα (προσδιορίζοντας ακόμη έμμεσα τα πλευρικά όρια ένα στην ξηρά και ένα στη θάλασσα) και το ότι η παράκτια ζώνη (παραπομπή 2), τυγχάνει τομεακής και ασυντόνιστης διαχείρισης από τους διάφορους φορείς ιδιοκτησίας του δημοσίου και όχι διαμέσου ενός ολοκληρωμένου πλαισίου που να λαμβάνει υπόψη περιβαλλοντικά, πολιτισμικά, κοινωνικό-οικονομικά, χωροταξικά και αναπτυξιακά χαρακτηριστικά.

Αποφασίζοντας νομοτελειακά να διερευνηθούν περαιτέρω οι σχέσεις και οι αλληλεξαρτήσεις παράκτιου χώρου και νησιωτικών συμπλεγμάτων (παραπομπή 3), και ειδικότερα σε ότι αφορά στα νησιά οφείλουμε να μην παραμελήσουμε να λάβουμε υπόψη πως δεν αντιμετωπίζουμε έναν ενιαίο χερσαίο χώρο αλλά επιμέρους χώρους, πως πρόκειται να κληθούμε να αντιμετωπίσουμε για αυτά το ζήτημα της  χωρικής ασυνέχειας απέναντι στις υφιστάμενες αναλογικές κατανομές, της υφιστάμενης εξάρτησης και ζητούμενης απεξάρτησης από τις ηπειρωτικές περιοχές αλλά και την επαπειλούμενη συνοχή του νησιωτικού συμπλέγματος. Ιδιαίτερου ενδιαφέροντος παραμένουν οι διαφοροποιήσεις μεταξύ ηπειρωτικής και νησιωτικής χώρας και οι ειδικότερες απαιτήσεις που προκύπτουν από αυτές όπως και η ανάγκη αντιμετώπισής τους  (οικονομικές αλληλεξαρτήσεις, οργάνωση υπηρεσιών, προσπελασιμότητα κ.λπ.). Επιπρόσθετα είναι μεγάλη η  ανάγκη της εξειδίκευσης και της ολοκληρωμένης αντιμετώπισης στη μικρή γεωγραφική κλίμακα του νησιού, κρίσιμος είναι και ο διοικητικός διαχωρισμός των περιφερειών που πολλές φορές αποκόπτει ένα χώρο ο οποίος είναι γεωγραφικά, πολιτισμικά και ιστορικά ενιαίος. Σύμφωνα πάντα και με όλα τα παραπάνω κρίσιμα μεγέθη είναι εξίσου η κλίμακα του σχεδιασμού (μικρο/μακρο), η προσέγγιση ζητημάτων όπως  εισροές – πυκνότητες- χωρητικότητες  (από το χερσαίο προς τον θαλάσσιο χώρο, τους κόμβους των εισροών όπως τα αεροδρόμια και τα  λιμάνια), του λεπτομερέστερου  προσδιορισμού των αναγκών αλλά και ενός μεγάλου στοιχήματος για καλύτερο συντονισμό.

Πιο συγκεκριμένα, για την ΕΕ, τα εμπλεκόμενα κράτη-μέλη οφείλουν να λαμβάνουν υπόψη τις αλληλεπιδράσεις των δραστηριοτήτων και των χρήσεων, και η μέριμνα αυτή δύναται να περιλαμβάνει: τις περιοχές υδατοκαλλιέργειας, τις περιοχές αλιείας, τις εγκαταστάσεις και τις υποδομές για την έρευνα, την εκμετάλλευση και την εξόρυξη πετρελαίου, φυσικού αερίου καθώς και άλλων ενεργειακών πόρων, ορυκτών και αδρανών υλικών, και για την παραγωγή ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές, τις οδούς θαλάσσιας μεταφοράς και τις κυκλοφοριακές ροές και τη αύξηση της προσπελασιμότητας, τις περιοχές διεξαγωγής στρατιωτικών ασκήσεων, τους τόπους προστασίας της φύσης, των ειδών και τις προστατευόμενες περιοχές, τις περιοχές εξόρυξης πρώτων υλών, την επιστημονική έρευνα, τις διαδρομές υποβρύχιων καλωδίων και αγωγών, τον τουρισμό, την υποθαλάσσια πολιτιστική κληρονομιά κοκ.

Κλείνοντας, τονίζεται ειδικότερα, πως το ειδικό σχέδιο Διαχείρισης του Παράκτιου Χώρου και των Νησιών (μη θεσμοθετημένο) που αποτελεί εκείνο το ειδικό πλαίσιο ομπρέλα που θα έπρεπε να προηγείται -μαζί με αυτό του ορεινού χώρου- εκείνων του τουρισμού, της βιομηχανίας, των ΑΠΕ κλπ. πρέπει να αναθεωρηθεί και να συνδυαστεί αρμονικά με τα υπό εκπόνηση επι μέρους θαλάσσια χωροταξικά σχέδια.

Ο θαλάσσιος χωροταξικός σχεδιασμός και η  αναβάθμιση της προστασίας του περιβάλλοντος τόσο των θαλασσών, όσο και των παράκτιων περιοχών της χώρας

Με την παραδοχή ότι το εγχείρημα της Ολοκληρωμένης Θαλάσσιας Πολιτικής (ΟΘΠ) είναι σύνθετο,  δύσκολο,  γιγαντιαίας εμβέλειας και ότι ευρύτερα η εφαρμογή της συνοψίζεται επιγραμματικά σε δράσεις δικτύωσης, οργάνωσης συνεδρίων, ανάπτυξης πληροφοριακών συστημάτων ανταλλαγής δεδομένων για τη θάλασσα, τον θαλάσσιο χωροταξικό σχεδιασμό (ΘΧΣ),  και την ολοκληρωμένη διαχείριση της παράκτιας ζώνης.  Η ατζέντα της ΟΘΠ, κάτω από συγκεκριμένες προϋποθέσεις, μπορεί να γίνει βασικό εργαλείο για την θεσμοθέτηση των συνθηκών που απαιτούνται προκειμένου οι ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να μπορέσουν να δημιουργήσουν προστιθέμενη αξία στο πλαίσιο της γαλάζιας οικονομίας. Ο ΘΧΣ πρέπει να βασίζεται  στις ιδιαιτερότητες της κάθε θαλάσσιας περιοχής ή υποπεριοχής. Η εφαρμογή του ΘΧΣ αυτή υπάγεται στην αρμοδιότητα των κρατών µελών, ενώ ισχύει και η αρχή της  επικουρικότητας (βλέπε και COM(2012) 494 final).

Ολοκληρώνοντας, είναι γενικότερα παραδεκτό (και όπως αυτό προκύπτει από τα σχετικά νομικά κείμενα) πως ο θαλάσσιος χωροταξικός σχεδιασμός συνδέεται άρρηκτα με την αναβάθμιση της προστασίας του περιβάλλοντος, τόσο των θαλασσών, όσο και των παράκτιων περιοχών της χώρας. Αποτελεί μάλιστα προϋπόθεση διαφύλαξης της ακεραιότητας των οικοσυστημάτων, επίτευξης  υψηλών επιπέδων  ανθεκτικότητας του τόσο ευάλωτου παράκτιου χώρου και των νησιών μας, ενώ την ίδια στιγμή συνιστά  την ικανή και αναγκαία συνθήκη για την επίτευξη της επιδιωκόμενης βιώσιμης ανάπτυξης, σε μια χώρα όπως η Ελλάδα με τον τόσο ιδιαίτερο νησιωτικό χαρακτήρα αλλά και συνολικότερα στην προστασία και την αύξηση της αποδοτικότητας των θαλάσσιων πόρων.

Εντέλει, όμως το μεγαλύτερο και πιο κρίσιμο ζήτημα ένταξης της συνολικής και ειδικότερα της χωρικής ανάπτυξης του νησιωτικού χώρου   (παραπομπή 4), στις εκάστοτε υπό θεσμοθέτηση χωρικές ρυθμίσεις, εντοπίζεται καταρχάς στα μεγάλα συμπλέγματα του Αιγιακού χώρου, γιατί δεν φαίνεται πως αυτά εντάσσονται στο συνολικό πρότυπο χωρικής ανάπτυξης που, με τους πόλους και τους άξονες, επικεντρώνεται στο ηπειρωτικό τμήμα της χώρας. Το πρότυπο αυτό επιχείρησε να ενσωματώσει και συμπαρασύρει, με τις όποιες αδυναμίες του, όλα τα νησιά ή νησιωτικές ενότητες που να βρίσκονται σε εγγύτητα με την ηπειρωτική χώρα (Σαμοθράκη, Θάσος, Σποράδες, Αργοσαρωνικός, Ιόνια νησιά), ενώ ειδικότερα σε ότι αφορά στην Κρήτη λόγω μεγέθους έχει αντιμετωπισθεί μέχρι σήμερα σε συνάρτηση με το ηπειρωτικό τμήμα. Όμως ο τρόπος αντιμετώπισης των Κυκλάδων, των Δωδεκανήσων και των ανατολικών νησιών από τις όποιες εθνικής ή άλλων επιπέδων εμβέλειας χωρικές ρυθμίσεις, παρ’ όλες τις βελτιώσεις στο τελικό σχέδιο νόμου, συνεχίζει να είναι προβληματικός, τόσο για κάθε ένα από τα παραπάνω νησιωτικά συμπλέγματα, όσο και για το σύνολο του νησιωτικού χώρου και ενώ ο νησιωτικός χώρος δεν εντάσσεται επαρκώς σε άξονες ανάπτυξης, ούτε και εξασφαλίζονται επαρκείς διασυνδέσεις με άλλες πόλεις του ηπειρωτικού χώρου, η Αττική παραμένει, όπως και σήμερα, το βασικό σημείο αλληλεξάρτησης των νησιών με την ηπειρωτική χώρα.

Για την επίτευξη όμως όλων των ανωτέρων στόχων και επιδιώξεων οφείλουμε να υπογραμμίζουμε (παραπομπή 5) οριζόντια και τα εξής πολύ κρίσιμα ζητήματα πως: παραπέρα πρόβλημα στην εσωτερική συνοχή αποτελεί η μη ολοκλήρωση του αποκεντρωτικού διοικητικού συστήματος της Χώρας, πως η θέσπιση μηχανισμών ελέγχου της αγοράς της γης είναι ικανή και αναγκαία συνθήκη ώστε να διασφαλίζεται η μακροπρόθεσμη αναπτυξιακή προοπτική του χώρου, πως οι συμφωνίες με τους χρήστες της παράκτιας ζώνης συμπεριλαμβανομένων και των περιβαλλοντικών συμφωνιών με τη βιομηχανία είναι ένα ακόμη κρίσιμο βήμα, πως είναι επίσης αναγκαίος και ο σταδιακός περιορισμός της δόμησης στον παράκτιο χώρο. Τέλος, η προστασία και αποδοτική εκμετάλλευση της παράκτιας γεωργικής γης και των παράκτιων δασικών πόρων είναι εξίσου κομβικό βήμα στην παραπάνω διαδικασία.

Πως θα συμβάλει ο θαλάσσιος χωροταξικός σχεδιασμός στην ανάπτυξη βασικών παραγωγικών τομέων ειδικά της ενέργειας και των ΑΠΕ, των δικτύων ενέργειας και των μεταφορών

Ο θαλάσσιος χωροταξικός σχεδιασμός μπορεί να συμβάλει στην ορθολογική ανάπτυξη βασικών παραγωγικών τομέων ειδικότερα της ενέργειας και των ΑΠΕ, των δικτύων ενέργειας, των μεταφορών κλπ. κυρίως μέσω του συντονισμού της χωρικής οργάνωσης παραγωγικών δραστηριοτήτων που επιδιώκουν να χωροθετηθούν στο θαλάσσιο και τον παράκτιο χώρο. Με κύρια μέριμνα την αποφυγή των συγκρούσεων και τη μεγιστοποίηση των συνεργειών επιδιώκεται πρωτίστως η προστασία και βελτίωση του περιβάλλοντος και η προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή (μεριμνώντας, μεταξύ άλλων, και για την αντιμετώπιση της τυχόν ανόδου της στάθμης τη θάλασσας, αλλά και για την αναχαίτηση τυχών συνεπειών από την αύξηση της συχνότητας εκδήλωσης ακραίων καιρικών φαινομένων). Η ιεράρχηση των προτεραιοτήτων η γνώση των τοπικών αναγκών, των τοπικών ιδιαιτεροτήτων, ο προγραμματισμός και βέλτιστος συντονισμός των διαθέσιμων χρηματοδοτικών εργαλείων και η απρόσκοπτη πρόσβαση σε αυτά, είναι κρίσιμα συστατικά εξορθολογισμού, ιεράρχησης και αποφυγής τυχόν αλληλοεπικαλύψεων ή και πιθανών συγκρούσεων – πιέσεων των χρήσεων στους εκάστοτε προς διερεύνηση χώρους.

Τι μπορεί και πρέπει να φέρει ο θαλάσσιος χωροταξικός σχεδιασμός για τον ελληνικό τουρισμό

Ο θαλάσσιος χωροταξικός σχεδιασμός, εκτός όλων των παραπάνω σημείων στα οποία έχουμε ήδη σταθεί, θα μπορούσε και να συμβάλλει καταλυτικά σε μια ολοκληρωμένη αποτίμηση των τουριστικών πόρων στην Ελλάδα και σε συνδυασμό με τους φυσικούς, ενεργειακούς πόρους συμπεριλαμβανομένων και των ορυκτών και αδρανών υλικών, τις κοινωνικές ανάγκες συνολικότερα  και τις όποιες απαιτήσεις σε ότι αφορά στη διαχείριση–αντιμετώπιση των επιπτώσεων όλων αυτών των επιμέρους παραγωγικών δραστηριοτήτων (υδατοκαλλιέργειες, αλιεία, εκμετάλλευση-εξόρυξη πετρελαίου, φυσικού αερίου, παραγωγή ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές, οδοί θαλάσσιας μεταφοράς, κυκλοφοριακές ροές και αύξηση της προσπελασιμότητας, τόποι προστασίας της φύσης, των ειδών και προστατευόμενες περιοχές, διαδρομές υποβρύχιων καλωδίων και αγωγών, χώροι υποθαλάσσιας πολιτιστικής κληρονομιάς), σε κάθε υπό εξέταση περιοχή, και ειδικότερα αυτών της αυξημένης τρωτότητας και της μικρής κλίμακας ενός νησιού, που αποτελούν την ίδια στιγμή και στρατηγικό πλεονέκτημα για το ιδιαίτερο προφίλ που έχει ο Τουρισμός στη χώρα μας αλλά και ως πεδίο ανάπτυξης όλων των ειδικότερων μορφών του (αειφόρος, ήπιος-εναλλακτικός, θεματικός -όπως ναυταθλητισμός, κρουαζιέρα- κοκ), που μπορούν περαιτέρω να αναπτυχθούν.

Είναι κρίσιμο όμως στο σημείο αυτό να επισημανθούν εκείνες οι εκκρεμότητες που αφορούν στην επιτακτική ανάγκη να καλυφθεί η όποια έλλειψη προγραμματικών μεγεθών και να αιτιολογηθούν επαρκέστερα οι όποιες νέες αναπτυξιακές επιλογές ως εξής (παραπομπή 6): αναδεικνύοντας και αντιμετωπίζοντας συνολικές και ειδικές ελλείψεις σε προγραμματικά μεγέθη, στην άντληση συμπερασμάτων από την εμπειρία του μεσογειακού ευρωπαϊκού νότου,  στην εμβάθυνση της διερεύνησης στις νέες προοπτικές από τις εναλλακτικές μορφές τουρισμού, και στις τεχνικές αντιμετώπισης/βιώσιμης διαχείρισης της όποιας κρίσης ανταγωνιστικότητας του παράκτιου χώρου. Η κυριαρχία της «ανταγωνιστικότητας» του τουρισμού (παραπομπή 7) απέναντι σε «φαινομενικά» παράλληλες κρίσιμες παραμέτρους όπως η «αειφορία», η άμβλυνση των χωρικών ανισοτήτων και η συνολικότερη θεώρηση του τουρισμού στο παραγωγικό πρότυπο της χώρας είναι οι κομβικότερες συνιστάμενες της ζητούμενης και επείγουσας εμβάθυνσης. Στη θεώρηση αυτή προωθούνται επιλογές που δεν θα αποτιμώνται μόνο σε ποσοτική βάση αλλά κομβικές ποιοτικές διαστάσεις θα λαμβάνονται εξίσου υπόψη. Έχει ιδιαίτερη αξία να μελετώνται τυχόν ανισορροπίες που μπορεί να προκληθούν ή και να ενταθούν (και κατά συνέπεια ο τυχόν κορεσμός  κάποιων περιοχών σε βάρος άλλων) οι απαιτήσεις σε ειδικές υποδομές και ο καλύτερος καταμερισμός της ευθύνης του ποιος τελικά επωμίζεται το βάρος αυτό (πολίτες- τοπικό-περιφερειακό-εθνικό επίπεδο). Συνοψίζοντας, σύμφωνα και με τα παραπάνω κρίσιμο παραμένει να υπολογίζεται τόσο το «οικολογικό αποτύπωμα» όσο και το «χωρικό  αποτύπωμα» της σημαντικής αυτής παραγωγικής δραστηριότητας, του Τουρισμού για τη χώρα μας.

Τέλος, η ουσιαστική συμμετοχή στη διαβούλευση και ο διάλογος -μη προσχηματικού χαρακτήρα- στις παραπάνω διαδικασίες προγραμματισμού και σχεδιασμού είναι ουσιαστική παράμετρος ποιότητας και επιτυχίας του όλου εγχειρήματος.

Πως μπορεί  να αξιοποιηθεί το δυναμικό των ελληνικών βραχονησίδων για έργα ΑΠΕ και άλλες παραγωγικές δραστηριότητες

Η  Εθνική Χωρική Στρατηγική για το Θαλάσσιο Χώρο αποτελεί οργανικό μέρος της Εθνικής Χωρικής Στρατηγικής, του άρθρου 3 του ν. 4269/2014, όπως ισχύει. Κατά την πρώτη εφαρμογή του παρόντος νόμου, η κατάρτιση και η έγκριση  της Εθνικής Χωρικής Στρατηγικής για το Θαλάσσιο Χώρο, χωρεί και χωρίς την ύπαρξη εγκεκριμένης Εθνικής Χωρικής Στρατηγικής. Η Εθνική Χωρική Στρατηγική  για το Θαλάσσιο χώρο κατά κύριο λόγο: α) προσδιορίζει τις στρατηγικές κατευθύνσεις για τις θαλάσσιες περιοχές και τις παράκτιες ζώνες, στοχεύοντας στη βιώσιμη ανάπτυξη, β) υποδεικνύει την αναγκαιότητα ή μη  για την εκπόνηση  Θαλάσσιων Χωροταξικών Σχεδίων σε επιμέρους χωρικές ενότητες.

Στο παραπάνω πλαίσιο και ειδικότερα στη φάση του προσδιορισμού των στρατηγικών κατευθύνσεων για τις θαλάσσιες περιοχές θα ήταν το λιγότερο χρήσιμο να επιλεγούν και οι κατευθύνσεις της αξιοποίησης του δυναμικού των ελληνικών βραχονησίδων τόσο για έργα ήπιας (εναλλακτικής) τουριστικής αξιοποίησης και αξιοποίησης των ΑΠΕ ανάλογα με τη γεωγραφία, το μέγεθος το προφίλ και τις ιδιαιτερότητες των πολύ μικρών αυτών νησιωτικών οντοτήτων (ενοτήτων) και χωρίς αυτό σε καμιά περίπτωση να σημαίνει περαιτέρω γενίκευση και υπερβολές. Για να απαντηθούν οι απαιτήσεις μιας τέτοιας συνθήκης, είναι απαραίτητο οι μελετητικές προσεγγίσεις που θα επιχειρηθούν, να ιεραρχούν και να αναλύουν σύμφωνα με το μέγεθος, τη γεωγραφική θέση, την γεωμορφολογία, τη προσπελασιμότητα και τον μη απαγορευτικό χαρακτήρα για τη δυνατότητα προγραμματισμό απαραίτητων τεχνικών – κοινωνικών υποδομών ικανών να υποστηρίξουν το όποιο τοπικό αναπτυξιακό πρότυπο προγραμματισθεί, σχεδιαστεί και υλοποιηθεί. Για παράδειγμα και ειδικότερα σε ότι αφορά την αξιοποίηση των ΑΠΕ, παράγοντες όπως η φύτευση,  το ύψος τυχόν υφιστάμενων κτισμάτων, το αιολικό δυναμικό και η οριακή απόσβεση του όποιου κόστους προϋπολογίζεται σε βάθος 20ετίας, είναι μερικές από τις θεματικές παραμέτρους προς διερεύνηση και για την εκτίμηση -μεταξύ άλλων- και της  προτεραιοποίησης των όποιων παρεμβάσεων.

*Ιουλία Μωραΐτου Πολιτικός Μηχανικός Διδάκτωρ Χωροταξίας Διαχείρισης Περιβάλλοντος και Περιφερειακής Ανάπτυξης

 

Βιβλιογραφία – παραπομπές

 

  1. Κιουσόπουλος Γ.,2008, «περί της αποτίμησης  ανθρωπογενών επεμβάσεων στις Ελληνικές παράκτιες περιοχές», εκδόσεις Νέων Τεχνολογιών, Αθήνα.
  2. Τσάλτας, Γρ., Ι., 2005, (επιμ.-παρουσ.), «Αειφορία και Περιβάλλον: Ο Νησιωτικός Χώρος στον 21ο Αιώνα», εκδόσεις Ι. Σιδέρης, Αθήνα.
  3. Λουκάκης Π., 2008, διάλεξη με τίτλο « Αναφορές στο Χωροταξικό Θεσμικό Πλαίσιο του Τουρισμό. Οι Όροι Αειφορίας και ο Δημόσιος Διάλογος για το ειδικό χωροταξικό του Τουρισμού», στο πλαίσιο του μαθήματος «Ευνοϊκοί και Περιοριστικοί Παράγοντες του σχεδιασμού με όρους Αειφορίας», ΕΜΠ, Αρχιτεκτονική – Σχεδιασμός του χώρου, κατεύθυνση Πολεοδομίας – Χωροταξίας, Αρχιτεκτονική Σχολή .
  4. Λουκάκης Π., 2017, «Σκέψεις για  την  ένταξη  του  νησιωτικού χώρου  στο  Γενικό  Πλαίσιο Χωροταξικού Σχεδιασμού κα Αειφόρου Ανάπτυξης», στο βιβλίο του «Πολεοδομικές και Χωροταξικές εξελίξεις.  Ελλάδα 1952-2012: εμπειρίες δράσης»,  Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Θεσσαλίας, Βόλος & Μωραΐτου Ι., 2013, «“Η σημασία του χωροταξικού σχεδιασμού στη θάλασσα, στα πλαίσια μιας ολοκληρωμένης θαλάσσιας πολιτικής, για τα κύρια νησιωτικά συμπλέγματα της χώρας μας, την προστασία του περιβάλλοντος και τις προοπτικές ανάπτυξης” 9ο Διεπιστημονικό Επιστημονικό Μεταπτυχιακό Πρόγραμμα Εκπαίδευσης Νέων Επιστημόνων με θέμα «Περιβάλλον και Βιώσιμη Ανάπτυξη. Ενέργεια και Θαλάσσιος Χώρος», Σεπτέμβριος 2013.
  5. Λουκάκης Π., 1998, « Σημειώσεις Χωροταξίας» Πρόγραμμα Μεταπτυχιακών Σπουδών, Ινστιτούτο Περιφερειακής Ανάπτυξης, Τμήμα Οικονομικής και Περιφερειακής Ανάπτυξης Πάντειο Πανεπιστήμιο Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών & Μωραΐτου Ι., 2013, «“Η σημασία του χωροταξικού σχεδιασμού στη θάλασσα, στα πλαίσια μιας ολοκληρωμένης θαλάσσιας πολιτικής, για τα κύρια νησιωτικά συμπλέγματα της χώρας μας, την προστασία του περιβάλλοντος και τις προοπτικές ανάπτυξης” 9ο Διεπιστημονικό Επιστημονικό Μεταπτυχιακό Πρόγραμμα Εκπαίδευσης Νέων Επιστημόνων με θέμα «Περιβάλλον και Βιώσιμη Ανάπτυξη. Ενέργεια και Θαλάσσιος Χώρος», Σεπτέμβριος 2013.
  6. Λουκάκης Π., 2008, διάλεξη με τίτλο « Αναφορές στο Χωροταξικό Θεσμικό Πλαίσιο του Τουρισμό. Οι Όροι Αειφορίας και ο Δημόσιος Διάλογος για το ειδικό χωροταξικό του Τουρισμού», στο πλαίσιο του μαθήματος «Ευνοϊκοί και Περιοριστικοί Παράγοντες του σχεδιασμού με όρους Αειφορίας», ΕΜΠ, Αρχιτεκτονική – Σχεδιασμός του χώρου, κατεύθυνση Πολεοδομίας – Χωροταξίας, Αρχιτεκτονική Σχολή & Μωραΐτου Ι., 2013, «“Η σημασία του χωροταξικού σχεδιασμού στη θάλασσα, στα πλαίσια μιας ολοκληρωμένης θαλάσσιας πολιτικής, για τα κύρια νησιωτικά συμπλέγματα της χώρας μας, την προστασία του περιβάλλοντος και τις προοπτικές ανάπτυξης” 9ο Διεπιστημονικό Επιστημονικό Μεταπτυχιακό Πρόγραμμα Εκπαίδευσης Νέων Επιστημόνων με θέμα «Περιβάλλον και Βιώσιμη Ανάπτυξη. Ενέργεια και Θαλάσσιος Χώρος», Σεπτέμβριος 2013.
  1. Σύμφωνα με την ανακοίνωση της ΕΕ για την «Ατζέντα για έναν αειφόρο και ανταγωνιστικό ευρωπαϊκό τουρισμό», COM(2007) 621 τελικό, σχετικά με τη μελλοντική Ναυτιλιακή Πολιτική της ΕΕ και ειδικότερα σε ότι αφορά στη διαδικασία διαβούλευσης η ευρωενωσιακή πλευρά έχει καταδείξει το ενδιαφέρον και την υποστήριξή της  για τη δράση σε ενωσιακό επίπεδο για έναν πλέον αειφόρο και ανταγωνιστικό θαλάσσιο και παράκτιο τουρισμό. Σε απάντηση στις ανησυχίες συνολικότερα, η ολοκληρωμένη προσέγγιση της Ναυτιλιακής Πολιτικής μπορεί να παράσχει τη βάση για την εκπόνηση περαιτέρω δράσης με σκοπό να ενισχυθεί η αειφορία και η ανταγωνιστικότητα στον τομέα. Σαν πρώτο βήμα, η Επιτροπή πρόκειται να επικεντρώσει την προσοχή της στον τομέα του παράκτιου τουρισμού με την αξιολόγηση των αποτελεσμάτων των ταχέως αναπτυσσόμενων κλάδων του, όπως ο τουρισμός κρουαζιέρας, εξετάζοντας τις διασυνδέσεις μεταξύ του κλάδου του τουρισμού κρουαζιέρας, των λιμενικών εγκαταστάσεων, των λιμένων αναψυχής και άλλων ναυτιλιακών κλάδων, και των θεμάτων ανταγωνισμού μεταξύ των χερσαίων και των θαλάσσιων χρήσεων του παράκτιου περιβάλλοντος.