ecopress
Του Βλάση Οικονόμου – Institute for European Energy and Climate Policy Τα νέα προγράμματα «Εξοικονομώ –Αυτονομώ», που σχεδιάζει η χώρα μας για την περίοδο... Εκτός Ταμείου Ανάκαμψης τα νέα «Εξοικονομώ Αυτονομώ», χωρίς δομικές αλλαγές

Του Βλάση Οικονόμου – Institute for European Energy and Climate Policy

Τα νέα προγράμματα «Εξοικονομώ –Αυτονομώ», που σχεδιάζει η χώρα μας για την περίοδο 2021-2030 θα εξασφαλίσουν χρηματοδότηση από το Ταμείο Ανάκαμψης της Ευρωπαϊκής Ένωσης μόνο αν αλλάξουν δομικά και αποδεικνύεται η σχέση κόστους – οφέλους.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει θέσει φιλόδοξους στόχους ενεργειακής απόδοσης για το 2030 (32,5%), ενώ η τρέχουσα τάση δείχνει απόκλιση 4-6% ετησίως (Έκθεση για την κατάσταση της Ενεργειακής Ένωσης) και η Διεθνής Επιτροπή Ενέργειας επιβεβαίωσε  ότι η πρόοδος της ενεργειακής απόδοσης είναι πολύ αργή στο 1% περίπου (όταν πρέπει να είναι 3%).

Ο κίνδυνος είναι ότι μετά την κρίση COVID19, χωρίς διαρθρωτικές αλλαγές στη ζήτηση ενέργειας (παρά τη συνολική της μείωση), η ενδεχόμενη οικονομική ανάπτυξη θα αυξήσει την ενεργειακή ένταση και η απόσταση από τους στόχους του 2030 μπορεί να είναι ακόμη μεγαλύτερη, ειδικά με τους αυξημένους Ευρωπαϊκούς κλιματικούςστόχους που υιοθετήθηκαν τον Δεκέμβριο.

Σχέση κόστους-οφέλους

Τα περισσότερα κράτη μέλη χρησιμοποιούν παραδοσιακά προγράμματα χρηματοδότησης για ενεργειακή απόδοση στο δομημένο περιβάλλον, δίπλα σε κανονισμούς, υποχρεώσεις ενεργειακής απόδοσης ή εθελοντικές συμφωνίες. Οι εκ των υστέρων αξιολογήσεις τέτοιων συστημάτων δείχνουν ότι αν και οι στόχοι πολιτικής επιτυγχάνονται σε κάποιο βαθμό, η σχέση κόστους-οφέλους (άρα και η αποτελεσματικότητά τους) διαφέρει σημαντικά. Αυτό μπορεί να οδηγήσει στο συμπέρασμα, το οποίο επιβεβαιώνεται και από το Ευρωπαϊκό Ελεγκτικό Συνέδριο (ECA), ότι η σχέση κόστους-αποτελεσματικότητας σε τέτοιες πολιτικές που χρηματοδοτεί την ενεργειακή απόδοση δεν είναι συχνά ο κυρίαρχος παράγοντας, ιδίως όταν είναι «firstinfirstserve».

Tρία βασικά κριτήρια

Με βάση τις συστάσεις του ECA, τα τρία βασικά κριτήρια που πρέπει να πληρούν αυτές οι πολιτικές είναι ότι:

α) για τα μέτρα που χρηματοδοτούνται θα πρέπει να παρουσιάζονται (σύμφωνα με το άρθρο 33 του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Χρηματοδότησης) οι τύποι παρεμβάσεων, η καθαρή παρούσα αξία και οι περίοδοι αποπληρωμής των επενδύσεων·

β) θα πρέπει να τεθούν ορισμένα όρια για να αποφευχθεί η χρηματοδότηση παρεμβάσεων που θα συνέβαιναν ούτως ή άλλως (π.χ. φωτισμός ή κουφώματα σε νοικοκυριά υψηλού εισοδήματος) ή πολύ ακριβά μέτρα με περίοδο απόσβεσης υψηλότερη από τη διάρκεια ζωής των υλικών · Kαι

γ) πρέπει να αποδείξουν τα πολλαπλά οφέλη της ενεργειακής απόδοσης (όπως επιπτώσεις στην υγεία, επιπτώσεις στην εργασία, μείωση της ενεργειακής φτώχειας, μείωση των εισαγωγών ορυκτών καυσίμων, κ.λπ.), αποφεύγοντας επομένως την πολύ στενή ανάλυση κόστους-οφέλους, και να δοθεί προτεραιότητα σύμφωνα με αυτά.

Η περίπτωση του «Εξοικονομώ-Αυτονομώ»

Παρά τις συστάσεις αυτές, αρκετά κράτη μέλη είναι κλειδωμένα σε παραδοσιακά συστήματα χρηματοδότησης στον οικιακό τομέα με κάπως περιορισμένη απόδοση. Για παράδειγμα, το «Εξοικονομώ-Αυτονομώ», που ξεκίνησε τον Δεκέμβριο (με έναν πρώτο προϋπολογισμό 900 εκατ. €) και ακολουθώντας τους προκατόχους του (τα τελευταία 3 χρόνια), είναι ένα τυπικό ” firstinfirstserve” πρόγραμμα. Λόγω της μεγάλης ζήτησης, απέτυχε να δεχτεί περισσότερο από το 50% των αιτήσεων από ιδιοκτήτες κατοικιών (για τους γνωστούς τεχνικούς λόγους που έχουν επισημάνει όλοι οι παράγοντες της αγοράς) και ως εκ τούτου τα ποσά επιδότησης εξαφανίστηκαν σε χρόνους ρεκόρ .

Παρά τις επισημάνσεις των μηχανικών και τις αντίστοιχες ίδιες εμπειρίες των προηγουμένων ετών, δεν συζητήθηκε ουσιαστικά η αλλαγή αυτού του μηχανισμού (έχοντας επίσης υπόψη ότι το νέο πρόγραμμα πρέπει να επιτύχει ένα στόχο δώδεκα φορές υψηλότερο από τους προκατόχους του). Αυτό το πρόγραμμα λοιπόν δεν μπορεί να αποδείξει το κριτήριο κόστους-αποτελεσματικότητας, καθώς βασίζεται στην ταχύτητα της εφαρμογής, αποκλείοντας έτσι το 50% των αιτήσεων, αδυνατώντας έτσι να εξετάσει όλες τις αιτήσεις ώστε να κατατάξει και να χρηματοδοτήσει τα οικονομικά αποδοτικά μέτρα. Αυτό σημαίνει επίσης ότι η δημόσια δαπάνη δεν είναι βέλτιστη (στην αρχική φάση το κόστος ήταν 8 εκατ. € / ktoe!) Και θέτει επίσης σε κίνδυνο τα απαιτούμενα ποσοστά του στόχου ανακαίνισης του κτιριακού αποθέματος.

Δεδομένου ότι η Ελλάδα, μαζί με άλλα κράτη μέλη, επιδιώκουν να ανα-χρηματοδοτήσουν τέτοια προγράμματα μέσω του Ταμείου Ανάκαμψης και του Πολυετούς Πλαισίου Χρηματοδότησης, είναι ύψιστης σημασίας να βελτιστοποιηθούν οι δημόσιες δαπάνες για να επιτευχθούν τα υψηλότερα οφέλη στην εξοικονόμηση ενέργειας .

Αυτό σηματοδοτεί ότι η σχέση κόστους-αποτελεσματικότητας πρέπει να αποδεικνύεται σαφώς σε τέτοια προγράμματα, προκειμένου να είναι επιλέξιμα για οποιαδήποτε χρηματοδότηση (ακόμη και από την προχρηματοδότηση 13% στα κράτη μέλη από το Ταμείο Ανάκτησης, όπως συμφωνήθηκε πρόσφατα). Η κρίση COVID επιδείνωσε επίσης την κατάσταση της ενεργειακής φτώχειας σε πολλές χώρες (όπως επισημαίνει το Παρατηρητήριο Ενέργειας για την Ενεργειακή Φτώχεια της ΕΕ). Η στόχευση χρηματοδοτικών συστημάτων μπορεί επομένως να προσαρμοστεί ώστε να διασφαλιστεί ότι συμβάλλουν στην αντιμετώπιση της ενεργειακής φτώχειας.

Επανασχεδιασμός από το 2021

Η Ευρωπαϊκή Ένωση θα πρέπει επομένως να εξετάσει τέτοια προγράμματα για να διασφαλίσει ότι οι παρεχόμενες συστάσεις θα εγκριθούν στον επανασχεδιασμό τους από το 2021. Ειδικότερα, η βάση για την επιλογή παρεμβάσεων ανακαίνισης θα πρέπει να είναι ευρεία (επομένως κανένα κριτήριο «πρώτο στην πρώτη εξυπηρέτηση») και ταξινόμηση ή προσαρμογή των ποσοστών ενίσχυσης μετά την σχέση κόστους-αποτελεσματικότητας αυτών των δράσεων ή άλλων κριτηρίων που αντικατοπτρίζουν τις πολιτικές προτεραιότητες (όπως κοινωνικά κριτήρια που σχετίζονται με την αντιμετώπιση της ενεργειακής φτώχειας).

Το φαινόμενο του free-rider

Επιπλέον, όπως αναφέρεται σε αρκετές μελέτες, το φαινόμενο του free-rider αποτελεί βασικό ζήτημα σε αυτά τα προγράμματα και ειδικά σε χώρες με σχετική φοροδιαφυγή, καθώς ομάδες πληθυσμού με κρυφά εισοδήματα μπορούν να επωφεληθούν και να απολαύσουν υψηλότερα ποσοστά χρηματοδότησης (για παράδειγμα στην Ελλάδα υπήρχαν ισχυρισμοί ότι 40.000 επωφελήθηκαν τα φτωχά ενεργειακά νοικοκυριά – κάτι που σίγουρα πρέπει να εξεταστεί και ποιοτικά καθότι τα στοιχεία δείχνουν μεγάλη αύξηση της ενεργειακής ένδειας την τελευταία δεκαετία). Επιπλέον, τέτοια προγράμματα μπορούν να αντιμετωπίσουν πολύπλοκα ζητήματα, όπως τα διλήμματα μισθωτών ιδιοκτητών (splitincentive) όσον αφορά στο ποιος θα κάνει την ενεργειακή παρέμβαση στο κτίριο που είναι και το σημαντικότερο εμπόδιο στα ιδιωτικά ενοικιαστήρια σε όλη την Ευρώπη.

Υγιείς δημόσιες δαπάνες

Είναι, λοιπόν, καιρός και η Ελλάδα και οι άλλες χώρες να αντιληφθούν ότι για όποιο αίτημα χρηματοδότησης από το Ταμείο Ανάκαμψης και το Πολυετές Πλαίσιο Χρηματοδότησης, η σχέση κόστους-αποτελεσματικότητας (υπό την ευρεία έννοια που περιλαμβάνει και τις κοινωνικές διαστάσεις) θα πρέπει να γίνει βασικό κριτήριο επιλογής από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, καθώς αυτό διασφαλίζει τις υγιείς δημόσιες δαπάνες, αλλά σέβεται επίσης τους κοινούς στόχους και το κοινό μας μέλλον στην Ευρώπη απέναντι στους Ευρωπαίους φορολογούμενους.

Πηγή: European Council for Energy Efficiency Economy

ΚΛΗΡΩΣΗ ΜΕ ΔΩΡΟ

Εγγραφείτε στο Newsletter και εξασφαλείστε την συμμετοχή σας