Εθνική Στρατηγική για το Νερό: σε θεσμικό κενό, χωρίς συνεργασία ΥΠΕΝ – ΥΠΕΞ
ΑυτοδιοίκησηΈργαΕυρωπαϊκή ΈνωσηΟικονομίαΠεριβάλλονΥποδομέςΦυσικοί πόροιΧωροταξία 6 Αυγούστου 2026 Αργύρης
Της Έλενας Μουρελάτου*

Η Εθνική Στρατηγική για τα Ύδατα (2026–2032) επιχειρεί να χαράξει ένα νέο πλαίσιο για την υδατική ασφάλεια της χώρας. Πρόκειται για μια προσπάθεια με υψηλή σημασία, καθώς η Ελλάδα είναι χώρα ακτών, λιμνών και ποταμών, με το 25% των επιφανειακών υδάτων της να προέρχεται από διακρατικές ροές.

Η υδρολογική πραγματικότητα της χώρας είναι βαθιά διασυνοριακή: πέντε μεγάλες λεκάνες, Έβρος, Αξιός, Στρυμόνας, Νέστος, Αώος, συνδέουν την Ελλάδα με τέσσερις γειτονικές χώρες, δημιουργώντας ένα πεδίο συνεργασίας που επηρεάζει άμεσα την ασφάλεια, την ανάπτυξη και την οικολογική ισορροπία.
Η ίδια η Στρατηγική αναγνωρίζει ότι η διασυνοριακή συνεργασία αποτελεί «απαραίτητη συνιστώσα» για την ορθολογική κατανομή των υδάτων και την αντιμετώπιση της ρύπανσης, ενώ θέτει ως στόχο να αποτελέσει «στρατηγικό εργαλείο ειρήνης, αλληλεγγύης και κοινής ευημερίας».
Παράλληλα, αναφέρει ότι η Ελλάδα αναλαμβάνει «ενεργό ρόλο στην υδροδιπλωματία» και προωθεί κοινά σχέδια διαχείρισης, ανταλλαγή δεδομένων και κοινά συστήματα παρακολούθησης. Η διασυνοριακή διάσταση παρουσιάζεται ως θεμέλιο της εθνικής υδατικής ασφάλειας.
Ωστόσο, η Στρατηγική υπογράφεται αποκλειστικά από το Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας, παρότι το μεγαλύτερο μέρος των προκλήσεων που περιγράφει είναι διακρατικό.
Η απουσία του Υπουργείου Εξωτερικών δημιουργεί ένα θεσμικό κενό, καθώς οι δράσεις που περιγράφονται, διεθνείς συμβάσεις, κοινά σχέδια, ανταλλαγή δεδομένων, διακρατικές συμφωνίες, αποτελούν καθαρά διπλωματικές αρμοδιότητες. Η χώρα διαθέτει σημαντική τεχνική και επιστημονική γνώση, όμως η υδροδιπλωματία απαιτεί θεσμική κάλυψη για να αποκτήσει πραγματική ισχύ.
Την ίδια στιγμή, η Στρατηγική αναγνωρίζει ότι η αξιολόγηση της κατάστασης των υδάτων στηρίζεται σε περιορισμένη αξιοπιστία δεδομένων, με μηδενικό επίπεδο υψηλής εμπιστοσύνης στη χημική ταξινόμηση των επιφανειακών υδάτων.
Η εικόνα αυτή επιβεβαιώνεται από τους δήμους της χώρας, οι οποίοι αναφέρουν ότι σε πολλές περιοχές απουσιάζουν σταθμοί παρακολούθησης, ενώ σε κρίσιμες διασυνοριακές λεκάνες, όπως ο Νέστος, η απουσία σταθμού στο σημείο εισόδου δημιουργεί μια πλασματική εικόνα «καλής κατάστασης» που δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα.
Η έλλειψη αξιόπιστων δεδομένων επηρεάζει άμεσα τη λήψη αποφάσεων, τη διαχείριση κινδύνων και τη συνεργασία με τις γειτονικές χώρες. Όπως γνωρίζουμε όταν τα θεμέλια των δεδομένων είναι αδύναμα, η υλοποίηση μεγάλων καινοτομιών ή προηγμένων εργαλείων, όπως τα digital twins , καθίσταται εξαιρετικά δύσκολη . Η τεχνική ακρίβεια αποτελεί βασικό εργαλείο διπλωματίας, καθώς επιτρέπει στις χώρες να συντονίζουν τις δράσεις τους με κοινή εικόνα της υδρολογικής πραγματικότητας.
Η διασυνοριακή συνεργασία, όπως περιγράφεται στη Στρατηγική, παραμένει σε μεγάλο βαθμό θεωρητική.
Για παράδειγμα, η διμερής συμφωνία Ελλάδας– Βουλγαρίας του 1996 για τον Νέστο ρυθμίζει αποκλειστικά την ποσοτική κατανομή του 29% των υδάτων, χωρίς να ενσωματώνει τις σύγχρονες αρχές ολοκληρωμένης διαχείρισης, τις κλιματικές πιέσεις ή τις ευρωπαϊκές απαιτήσεις για κοινά συστήματα παρακολούθησης και οικολογικές ροές. Η δε Κοινή Διακήρυξη του 2010 για τον Νέστο, δεν έχει οδηγήσει (δεκαέξι χρόνια μετά) στη δημιουργία κοινού συστήματος παρακολούθησης, ενώ η ανταλλαγή δεδομένων παραμένει ελλιπής.
Παρά τις αδυναμίες, η Στρατηγική προσφέρει ένα σημαντικό πλαίσιο κατεύθυνσης. Η Ελλάδα διαθέτει τεχνική γνώση, επιστημονική αξιοπιστία και ανθρώπους που λειτουργούν ως «διπλωμάτες του νερού».
Η ενεργός συμμετοχή του Υπουργείου Εξωτερικών μπορεί να προσδώσει στη Στρατηγική την απαραίτητη θεσμική ισχύ, ώστε να καταστεί πραγματικά εθνική και αποτελεσματική απέναντι στις προκλήσεις της εποχής. Η ενίσχυση των δεδομένων, η θεσμική συνοχή, η επιχειρησιακή ικανότητα και η πραγματική διασυνοριακή συνεργασία αποτελούν τα στοιχεία που μπορούν να μετατρέψουν τη Στρατηγική από ένα κείμενο προθέσεων σε ένα εργαλείο υδατικής ασφάλειας.
*Ελενα Μουρελάτου, Μηχανικός Περιβάλλοντος και Πολιτικός Μηχανικός, με εξειδίκευση στα υδατικά συστήματα και τη διασυνοριακή συνεργασία. Πρόεδρος του Επιστημονικού Συμβουλίου Δικτύου Πόλεων με Λίμνες, μέλος του Working Group Environment C4T–DG REGIO.
Σχετικά Άρθρα
- Πώς ένας ποταμός εξελίσσεται σε εργαστήριο επιστήμης, διπλωματίας και κοινής ευθύνης
- ΔΠΛ: βιώσιμη διαχείριση των υγροτόπων Στρυμόνα και Νέστου
- ΥΠΕΝ: σε δημόσια διαβούλευση η Εθνική Στρατηγική για τα Ύδατα
- ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ: Στρατηγική συνεργασία με την Airbus Space & Defence
- Εγκρίθηκαν 4 από τα 14 Σχέδια Διαχείρισης Λεκανών Απορροής Ποταμών
- Η Ελλάδα στους πρωταθλητές Ευρώπης στα καθαρά νερά κολύμβησης








