Νομοσχέδιο: άναψε φωτιές η προδιαγεγραμμένη καύση
ΕιδήσειςΟικονομίαΠεριβάλλονΦυσικοί πόροι 17 Φεβρουαρίου 2026 Αργύρης
Ισχυρές αντιδράσεις καταγράφηκαν από εκπροσώπους επιστημομνικών και επαγγελματικών φορέων στη Βουλή για τη μέθοδο της προδιαγεγραμμένης καύσης, που εισάγει το νομοσχέδιο του υπουργείου Κλιματικής Κρίσης και Πολιτικής Προστασίας με τίτλο «Ενεργή Μάχη».

Κατά την ακρόαση των φορέων ο εκπρόσωπος του ΓΕΩΤΕΕ παρουσίασε τους λόγους για τους οποίους «δεν μπορεί να υιοθετηθεί ως μια γενικευμένη πρακτική αντιπυρικής προστασίας» και η εκπρόσωπος της ΠΟΓΕΔΥ είπε ότι «θα αποτελέσει παράγοντα μεγαλύτερης καταστροφής των δασών». «Με την προδιαγεγραμμένη καύση δεν αφήνουμε την φύση να αφαιρέσει βίαια αυτό που μπορούμε να διαχειριστούμε ελεγχόμενα» απάντησε ο υπουργός.
ΓΕΩΤΕΕ: εγείρονται σοβαρότατες επιστημονικές αντιρρήσεις
«Η πρακτική της καύσης μειώνει την ικανότητα του δάσους να λειτουργεί ως δεξαμενή άνθρακα ενώ ταυτόχρονα απελευθερώνει τον αποθηκευμένο άνθρακα του εδάφους, δεν μπορεί να υιοθετηθεί ως μια γενικευμένη πρακτική αντιπυρικής προστασίας διότι, λόγω των ιδιαιτεροτήτων των ελληνικών οικοσυστημάτων, εγείρονται σοβαρότατες επιστημονικές αντιρρήσεις» τόνισε ο εκπρόσωπος του ΓΕΩΤ.Ε.Ε. κ. Νικόλαος Μποκάρης, Δασολόγος, Ταμίας του Διοικητικού Συμβουλίου του Επιμελητηρίου, κατά τη συζήτησή τουΣ/Ν στην κοινή συνεδρίαση της Διαρκούς Επιτροπής Παραγωγής & Εμπορίου και της Ειδικής Μόνιμης Επιτροπής Προστασίας του Περιβάλλοντος της Βουλής των Ελλήνων. Ο ίδιος αναλυτικά επισήμανε ότι:
«Στα Άρθρα 32, και Άρθρο 33 το νομοσχέδιο εισάγει τον θεσμό της «προδιαγεγραμμένης καύσης» ως εργαλείο πρόληψης. Η επιλογή αυτή, που παρουσιάζεται ως «εκσυγχρονισμός», δεν είναι τίποτα παραπάνω από μια πρακτική, γνωστή στον δασικό κόσμο, που εφαρμοζόταν βάσει πολλαπλών και συγκεκριμένων διαχειριστικών στόχων, πέραν της αντιπυρικής προστασίας, όπως την αύξηση της βοσκήσιμης ύλης, την ενεργοποίηση της φυσικής αναγέννησης φωτόφυλλων ειδών, την διατήρηση της βιοποικιλότητας σε δάση που, βάσει φυσικής διαδοχής και σχέσεων ανταγωνισμού των κυρίαρχων ειδών, είχαν την τάση να συγκροτούν κλειστά δάση πυκνής συγκόμωσης.
Κατά την άποψη μας η υιοθέτηση αυτών των πρακτικών έπρεπε να είναι πιο μελετημένη και προσεκτική.
Δεν υπήρξε επαρκής διερεύνηση, συζήτηση και διάλογος, σε επίπεδο φορέων και επιστημόνων, για τη χρήση της τεχνικής της προδιαγεγραμμένης καύσης. Η τεχνική αυτή, αν και επιμέρους τεκμηριωμένη επιστημονικά, πρωτίστως όταν εφαρμόζεται σε απολύτως ελεγχόμενες συνθήκες και μόνον περιοριστικά σε επιδεχόμενα συγκεκριμένους χειρισμούς οικοσυστήματα, απαιτεί γνώσεις, δεξιότητες και εξαιρετικό συγχρονισμό των υπηρεσιών ή/και φορέων που θα την εφαρμόσουν, αλλιώς μπορεί να μετατραπεί, από όπλο στη φαρέτρα των επιλογών για την αντιμετώπιση των δασικών πυρκαγιών, σε μηχανισμό καταστροφής του δάσους και των δασικών οικοσυστημάτων.
Η επιλογή της προδιαγεγραμμένης καύσης, που ως μέτρο συγκρούεται με διακηρύξεις και στόχους της ίδιας της κυβέρνησης και της ΕΕ (βλ. Κανονισμός (ΕΕ) 2018/841), αφού η πρακτική της καύσης μειώνει την ικανότητα του δάσους να λειτουργεί ως δεξαμενή άνθρακα ενώ ταυτόχρονα απελευθερώνει τον αποθηκευμένο άνθρακα του εδάφους, δεν μπορεί να υιοθετηθεί ως μια γενικευμένη πρακτική αντιπυρικής προστασίας διότι, λόγω των ιδιαιτεροτήτων των ελληνικών οικοσυστημάτων, εγείρονται σοβαρότατες επιστημονικές αντιρρήσεις. Η προσέγγιση αυτή ενέχει σοβαρούς κινδύνους να υποτιμηθεί ο πολλαπλός ρόλος του δάσους, εστιάζοντας αποκλειστικά στη μείωση της καύσιμης ύλης, εργαλειοποιώντας τη φωτιά, χωρίς τις απαραίτητες εγγυήσεις για την οικολογική ισορροπία.\
Τα μεσογειακά είδη (πουρνάρι, σχίνος, κουμαριά, ρείκι) είναι αρτίβλαστα. Μετά την καύση, το ριζικό σύστημα ενεργοποιεί λανθάνοντες οφθαλμούς, οδηγώντας σε εκρηκτική αναβλάστηση, με έρευνες να δείχνουν ότι η βιομάζα των μεσογειακών θάμνων ανακάμπτει σε ποσοστό άνω του 60- 70% εντός 12-18 μηνών. Συνεπώς, για να διατηρηθεί η ζώνη «καθαρή», η καύση θα πρέπει να επαναλαμβάνεται ετησίως, κάτι το οποίο θα οδηγήσει σε εξάντληση του οικοσυστήματος. Η επαναλαμβανόμενη χρήση φωτιάς καταστρέφει την οργανική ουσία και τον χούμο που συγκρατεί το έδαφος. Το γυμνό έδαφος, εκτεθειμένο στις ραγδαίες φθινοπωρινές βροχές, είναι ευάλωτο στη διάβρωση με μακροπρόθεσμο κίνδυνο την υποβάθμιση ή μέχρι και την ερημοποίηση. Θα πρέπει να σκεφτούμε πως στην Ελλάδα σπάνια υπάρχουν αμιγή δάση που επιτρέπουν ασφαλή υπόροφη καύση. Τα δάση μας είναι μικτά (πεύκα με πυκνό υπόροφοαειφύλλων). Η έλλειψη ασφαλούς απόστασης μεταξύ των ορόφων βλάστησης σημαίνει πως μια φωτιά εδάφους μπορεί εύκολα να μετατραπεί σε επικόρυφη, καταστρέφοντας το δάσος που υποτίθεται ότι προστατεύουμε. Η καύση θανατώνει την εδαφική μικροπανίδα, τα έντομα και τους μικροοργανισμούς που είναι απαραίτητοι για την υγεία του δάσους, καθώς και τα ενδιαιτήματα ερπετών και πτηνών».
ΠΟΓΕΔΥ: «θα αποτελέσει παράγοντα μεγαλύτερης καταστροφής των δασών»
Την αντίθεση της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Γεωτεχνικών Δημοσίων Υπαλλήλων στο νομοσχέδιο του υπ. Κλιματικής Κρίσης και Πολιτικής Προστασίας για την «Ενεργή Μάχη», εξέφρασε η Μαργαρίτα Γεωργιάδου, μέλος του ΔΣ της Ομοσπονδίας μιλώντας στην αρμόδια επιτροπή της Βουλής, στο πλαίσιο της ακρόασης εξωκοινοβουλευτικών φορέων.
Αναφερόμενη στην ελεγχόμενη καύση, που εισάγεται ως μέτρο μείωσης της καύσιμης ύλης, τόνισε πως οι προτεινόμενες διατάξεις αναδεικνύουν μία ανησυχητική διάσταση, την κατοχύρωση της φωτιάς ως γενικευμένου θεσμικού εργαλείου πυροπροστασίας, μια πρακτική που δεν είναι ούτε καινοφανής, ούτε επιστημονικά τεκμηριωμένη και πιθανόν αξιοποιείται για σκοπούς του κρατικού μηχανισμού, άσχετους με την προστασία του φυσικού περιβάλλοντος, επικαλούμενη μάλιστα το άρθρο 11, όπου αναφέρεται ότι το στρατηγικό σχέδιο θα εκπονεί η Πυροσβεστική μετά από έγκριση του ΚΥΣΕΑ.
«Η επιλογή αυτή εξυπηρετεί άλλους σκοπούς. Οδηγεί στην παραπέρα διάσπαση της πρόληψης, θα αποτελέσει παράγοντα μεγαλύτερης καταστροφής των δασών, περαιτέρω αποδυνάμωσης της δασικής υπηρεσίας που με βάση το Σύνταγμα αυτή έχει την ευθύνη για τη διαχείριση και προστασία των δασών, αφού επιπλέον αφαιρείται και η αρμοδιότητα που έχει ήδη η δασική υπηρεσία για αντιπυρικές μελέτες με την ενσωμάτωση των μέτρων πρόληψης στο στρατηγικό σχέδιο», επισήμανε.
Πρόσθεσε ότι αυτή η μέθοδος δεν αντιμετωπίζεται στο πλαίσιο της ολοκληρωμένης επιστημονικής διαχείρισης και προστασίας, αλλά μονοδιάστατα. Σημείωσε ότι αυτή η πρακτική έχει εφαρμοστεί και σε κάποιες άλλες χώρες, χωρίς οριστικά, αλλά με αντιφατικά αποτελέσματα, κυρίως σε οικοσυστήματα με εντελώς διαφορετική δομή και συνθήκες από τα ελληνικά μεσογειακά δασικά οικοσυστήματα.
Υπογράμμισε ότι η «λεγόμενη επιστημονική τεκμηρίωση για τη θεσμική κατοχύρωση της μεθόδου στηρίζεται κατά κύριο λόγο σε περιορισμένη πιλοτική εφαρμογή σε μία μόνο γεωγραφική περιοχή, με ελάχιστες επαναλήψεις, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η πολυπλοκότητα και η ετερογένεια των ελληνικών δασών. Η γενίκευση τέτοιων συμπερασμάτων σε εθνική κλίμακα στερείται επιστημονικής επάρκειας».
Η Μ. Γεωργιάδου κατήγγειλε επίσης την κυβέρνηση που αναθέτει τη μελέτη και την υλοποίηση στους εργαζόμενους των δασικών υπηρεσιών και της Πυροσβεστικής όταν ξέρει ότι οι συγκεκριμένες υπηρεσίες είναι απογυμνωμένες από μέσα, προσωπικό, εκπαίδευση και επιστημονική στήριξη. «Τους καλεί συνειδητά να εφαρμόσουν επικίνδυνες πρακτικές, ώστε όταν η φωτιά ξεφύγει, να μεταφερθεί η ευθύνη στους εργαζόμενους και όχι σε όσους σχεδίασαν αυτή την πολιτική. Αυτό δεν είναι πρόληψη, είναι οργανωμένη μετακύλιση πολιτικής ευθύνης» επισήμανε.
«Δεν προστατεύεις αλλά υπονομεύεις τα δάση όταν υποκαθιστάς τη διαχείριση με φωτιά. Δεν προστατεύεις τα δάση όταν μεταφέρεις την ευθύνη σου προς τα κάτω, όταν αγνοείς τη συσσωρευμένη επιστημονική γνώση που δείχνει ότι τα ελληνικά δασικά οικοσυστήματα απαιτούν σύνθετες, μακροχρόνιες και όχι πρόχειρες λύσεις», πρόσθεσε.
Τέλος, σχολιάζοντας τις ρυθμίσεις του νομοσχεδίου για τη συγκρότηση επιτροπών εκτίμησης πλημμυρικού κινδύνου, τόνισε ότι δεν προβλέπεται η συμμετοχή κανενός δασολόγου και καμιάς δασικής υπηρεσίας σε αυτές τις επιτροπές, θέτοντας το ερώτημα «με τι επιστημονικά κριτήρια θα αποφασίζουν και πώς θα καταρτίζονται τα ειδικά σχέδια για το δάσος από φορείς αναρμόδιους».
Καταλήγοντας τόνισε ότι το νομοσχέδιο δεν εξασφαλίζει την πραγματική πρόληψη, «είναι μία ομολογία αποτυχημένης διαχείρισης των επιπτώσεων των πυρκαγιών. Η πραγματική πρόληψη προϋποθέτει ολοκληρωμένη προστασία και διαχείριση των δασικών οικοσυστημάτων με ισχυρή κρατική δασική υπηρεσία, επιστημονικό σχεδιασμό, μέσα, χρηματοδότηση και συνέχεια παρουσία στο πεδίο».
Γ. Κεφαλογιάννης: Με την “προδιαγεγραμμένη καύση” δεν αφήνουμε την φύση να αφαιρέσει βίαια αυτό που μπορούμε να διαχειριστούμε ελεγχόμενα
«Η προδιαγεγραμμένη καύση είναι ένας τρόπος, να μην αφήσουμε την φύση να αφαιρέσει βίαια αυτό που μπορούμε να διαχειριστούμε ελεγχόμενα». Αυτό τόνισε, από το βήμα της αίθουσας “Γερουσίας” της Βουλής, ο υπουργός Κλιματικής Κρίσης και Πολιτικής Προστασίας, Γιάννης Κεφαλογιάννης, αναφερόμενος στη σχετική διάταξη του νομοσχεδίου με τίτλο «Ενεργή μάχη: Ολοκληρωμένη αναμόρφωση του συστήματος πρόληψης, ετοιμότητας και απόκρισης έναντι δασικών πυρκαγιών και λοιπών φυσικών, τεχνολογικών ή ανθρωπογενών καταστροφών – Πρόβλεψη μηχανισμών άντλησης επιχειρησιακών διδαγμάτων – Ενίσχυση της Διεύθυνσης Αντιμετώπισης Εγκλημάτων Εμπρησμού – Αναβάθμιση Πυροσβεστικής Ακαδημίας – Ρυθμίσεις θεμάτων αρμοδιότητας Γενικής Γραμματείας Αποκατάστασης Καταστροφών και Κρατικής Αρωγής και λοιπές διατάξεις – Τροποποιήσεις ν. 4662/2020, ν.4555/2018, ν. 4797/2021 και ν. 5116/2024», το οποίο επεξεργάζονται οι αρμόδιες κοινοβουλευτικές επιτροπές.
Όπως εξήγησε ο κ. Κεφαλογιάννης, προδιαγεγραμμένη καύση δεν είναι ανεξέλεγκτη φωτιά, δεν είναι γενικευμένο κάψιμο δασών, (αλλά) μια ελεγχόμενη, χαμηλής έντασης, επιστημονικά σχεδιασμένη φωτιά [. . .] σε συγκεκριμένες περιοχές, σε συγκεκριμένο χώρο και χρόνο, με συγκεκριμένες καιρικές συνθήκες και βεβαίως με υποχρεωτική παρουσία δασολόγων και πυροσβεστών». Σκοπός μας, «δεν είναι να εξαφανίσουμε τη βλάστηση σε εκείνες τις περιοχές, είναι να μειώσει το επιφανειακό κάψιμο, το οποίο επιτρέπει τη φωτιά να τρέξει, να σπάσει τη συνέχεια της καύσιμης ύλης και τρίτον, να δημιουργήσει ζώνες με χαμηλότερη ένταση καύσης, οι οποίες θα βοηθήσουν τις δυνάμεις πυρόσβεσης να κατασβήσουν την πυρκαγιά» είπε ο κ. Κεφαλογιάννης σημειώνοντας ότι εφαρμόζεται σε μεσογειακές χώρες όπως η Ιταλία, η Πορτογαλία, η Ισπανία και η Γαλλία «με θετικά αποτελέσματα».
«Η προδιαγεγραμμένη καύση είναι ένας τρόπος, στην ουσία, να μην αφήσουμε την φύση να αφαιρέσει βίαια αυτό που μπορούμε να διαχειριστούμε ελεγχόμενα. Δηλαδή, στην ουσία, η επιλογή δεν είναι φωτιά ή μη φωτιά. Η επιλογή απ’ τη μία είναι ανεξέλεγκτες φωτιές με θερμοκρασίες που φτάνουν πολλές φορές τους χίλιους βαθμούς ή μια ελεγχόμενη χαμηλής έντασης παρέμβασης σε κατάλληλες συνθήκες», είπε χαρακτηριστικά ο κ. Κεφαλογιάννης.
Σχετικά Άρθρα
- ΓΕΩΤΕΕ: συνταγή αποτυχίας το νέο σ/ν για αντιμετώπιση δασικών πυρκαγιών
- Πρόληψη δασικών πυρκαγιών με ελεγχόμενες φωτιές στο δάσος
- Νομοσχέδιο: δέκα αλλαγές για δασικές πυρκαγιές και πλημμύρες
- ΥΠΕΝ: κεντρικός στόχος ο μηδενισμός καύσης ορυκτών καυσίμων
- Πολύ υψηλός κίνδυνος πυρκαγιάς σε τρεις περιφέρειες της χώρας
- «Ενεργή Μάχη»: οι τελικές ρυθμίσεις για την πολιτική προστασία









