ecopress
Το Συμβούλιο της Επικρατείας βρήκε «τρύπες» στο βασικό νόμο πλαίσιο 1650/1986 για την προστασία του περιβάλλοντος και στην εφαρμογή του εκτελεστικού προεδρικού διατάγματος 148/2009... ΣτΕ: άκυρη η επιβολή περιβαλλοντικής ζημιάς σε ιδιώτη για διάνοιξη δρόμου

Το Συμβούλιο της Επικρατείας βρήκε «τρύπες» στο βασικό νόμο πλαίσιο 1650/1986 για την προστασία του περιβάλλοντος και στην εφαρμογή του εκτελεστικού προεδρικού διατάγματος 148/2009 για την περιβαλλοντική ευθύνη και την αποκατάσταση περιβαλλοντικής ζημιάς και ακύρωσε απόφαση, που επέβαλε σε ιδιώτη να αποκαταστήσει με δικά του έξοδα το φυσικό περιβάλλον από διάνοιξη δρόμου, κρίνοντας ότι: «μόνη  η ιδιότητά του ως ιδιοκτήτη του ακινήτου, εντός του οποίου διανοίχθηκε το τμήμα της οδού, δεν αρκεί να στοιχειοθετήσει υποχρέωση εκ μέρους του για αποκατάσταση του περιβάλλοντος».

Η νέα απόφαση του ΣτΕ:

♦ Έκρινε ότι το γεγονός πως ένα έργο ή επέμβαση, στην συγκεκριμένη περίπτωση η διάνοιξη τμήματος οδού, που πραγματοποιήθηκε εντός της ιδιοκτησίας κάποιου, δεν συνεπάγεται αυτομάτως ότι ο ιδιοκτήτης είναι και ο υπαίτιος της περιβαλλοντικής υποβάθμισης.

♦ Ζητά από την διοίκηση πλήρη τεκμηρίωση, η οποία να αποδεικνύει ότι ο συγκεκριμένος ιδιοκτήτης ενήργησε ως φορέας εκμετάλλευσης και ότι μέσω της δραστηριότητάς του προκλήθηκε η ζημία.

♦ Επισημαίνει «τρύπα» στον  νόμο πλαίσιο 1650/1986 για την προστασία του περιβάλλοντος  υπογραμμίζοντας ότι «στη νομοθεσία όμως αυτή ουδεμία αναφορά γίνεται και σε λήψη μέτρων για την αποκατάσταση της περιβαλλοντικής υποβάθμισης».

♦ Αναδεικνύει τη σημασία της αυστηρής τήρησης του πλαισίου περιβαλλοντικής ευθύνης και δίνει κατεύθυνση ότι η εφαρμογή της αρχής «ο ρυπαίνων πληρώνει» προϋποθέτει σαφή ταυτοποίηση του υπευθύνου και πλήρη τεκμηρίωση της ευθύνης του.

Το σύστημα περιβαλλοντικής ευθύνης του π.δ. 148/2009

Το ΠΔ 148/2009 ενσωματώνει την αρχή «ο ρυπαίνων πληρώνει» και θεσπίζει ένα ολοκληρωμένο σύστημα για την πρόληψη και αποκατάσταση περιβαλλοντικής ζημίας. Σύμφωνα με αυτό, η επιβολή μέτρων αποκατάστασης προϋποθέτει συγκεκριμένη διαδικασία και τεκμηρίωση.

Απαιτείται ιδίως ο εντοπισμός του φορέα εκμετάλλευσης που προκάλεσε τη ζημία, η διαπίστωση ότι η ζημία είναι συγκεκριμένη και πραγματική, καθώς και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της δραστηριότητας του φορέα και της ζημίας. Τα στοιχεία αυτά πρέπει να αιτιολογούνται επαρκώς και όχι να προκύπτουν από τον φάκελο της υπόθεσης.

«Κατά δε το σύστημα του πδ/τος 148/2009, σε περίπτωση λήψεως τόσο προληπτικών όσο και μέτρων αποκατάστασης της περιβαλλοντικής ζημίας, πρέπει αφενός να εντοπίζεται ο φορέας εκμετάλλευσης που προκάλεσε την περιβαλλοντική ζημία ή την άμεση απειλή πρόκλησής της και, αφετέρου, να διαπιστώνεται αιτιολογημένα ότι η ζημία είναι συγκεκριμένη και ότι υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της δραστηριότητας του φορέα και της επελθούσας  περιβαλλοντικής ζημίας ή της άμεσης απειλής τέτοιας ζημίας, η αιτιολογία δε αυτή μπορεί να προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου», λέει η απόφαση του ΣτΕ.

Μη ταυτοποίηση φορέα εκμετάλλευσης

Στην εξεταζόμενη υπόθεση, το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι δεν τεκμηριώνεται πως ο αιτών ήταν ο φορέας εκμετάλλευσης που προκάλεσε την περιβαλλοντική ζημία. Δεν αποδείχθηκε ότι ο ίδιος προέβη στη διάνοιξη του επίμαχου τμήματος οδού στο πλαίσιο επαγγελματικής δραστηριότητας ή για συγκεκριμένο επιχειρηματικό σκοπό.

Η ιδιότητα του ως ιδιοκτήτη του ακινήτου δεν κρίθηκε επαρκής για να θεμελιώσει ευθύνη αποκατάστασης. Το ΣτΕ υπογράμμισε ότι η ευθύνη κατά το π.δ. 148/2009 συνδέεται με ενεργή συμπεριφορά και όχι απλώς με την κυριότητα.

Έλλειψη αιτιώδους συνάφειας

Δεδομένου ότι δεν αποδείχθηκε η ιδιότητα του αιτούντος ως φορέα εκμετάλλευσης, δεν μπορούσε να στοιχειοθετηθεί και η αναγκαία αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της δραστηριότητάς του και της περιβαλλοντικής ζημίας. Η αιτιώδης συνάφεια αποτελεί θεμελιώδη προϋπόθεση του συστήματος περιβαλλοντικής ευθύνης και η απουσία της καθιστά μη νόμιμη την επιβολή μέτρων αποκατάστασης.

Μη τήρηση της προβλεπόμενης διαδικασίας

Το Δικαστήριο διαπίστωσε επίσης ότι δεν τηρήθηκε η ειδική διοικητική διαδικασία που προβλέπεται στα άρθρα 9 και 10 του π.δ. 148/2009 για την επιβολή μέτρων αποκατάστασης. Η διαδικασία αυτή περιλαμβάνει αξιολόγηση από αρμόδια όργανα και έκδοση απόφασης από τα προβλεπόμενα διοικητικά επίπεδα, στοιχεία που δεν προκύπτουν από τον φάκελο.

Σημειώνεται ότι τα  μέτρα αποκατάστασης εγκρίνονται κατά περίπτωση με απόφαση του Υπουργού ΠΕΧΩΔΕ μετά από εισήγηση του ΣΥΓΑΠΕΖ και γνώμη της ΕΑΠΕΖ ή του Γενικού Γραμματέα της οικείας Περιφέρειας μετά από εισήγηση της Περιφέρειας και γνώμη της ΠΕΑΠΖ.

Η νέα απόφαση του ΣτΕ που κρίνει ως «παράνομη επιβολή μέτρου αποκατάστασης περιβαλλοντικής υποβάθμισης»

Η νέα απόφαση του ΣτΕ  336/2026 που κρίνει ως «παράνομη επιβολή μέτρου αποκατάστασης περιβαλλοντικής υποβάθμισης». (Πρόεδρος Μαργαρίτα Γκορτζολίδο, Εισηγητής Χρ. Μπολόφη) σε περίληψη αναφέρει συγκεκριμένα τα ακόλουθα:

«Στις προσβαλλόμενες αποφάσεις μνημονεύονται ρητώς οι διατάξεις του άρθρου 30 του ν. 1650/1986, όπως ισχύει, κατ’ επίκληση των οποίων επιβλήθηκαν με τις αποφάσεις αυτές οι διοικητικές κυρώσεις των προστίμων, λόγω ρύπανσης/υποβάθμισης του περιβάλλοντος. Στη νομοθεσία όμως αυτή ουδεμία αναφορά γίνεται και σε λήψη μέτρων για την αποκατάσταση της περιβαλλοντικής υποβάθμισης, ούτε άλλωστε στις προσβαλλόμενες αποφάσεις μνημονεύεται η νομοθεσία, επί τη βάσει της οποίας αποφασίσθηκε η “άμεση αποκατάσταση της περιβαλλοντικής υποβάθμισης”.

Κατά δε το σύστημα του πδ/τος 148/2009, σε περίπτωση λήψεως τόσο προληπτικών όσο και μέτρων αποκατάστασης της περιβαλλοντικής ζημίας, πρέπει αφενός να εντοπίζεται ο φορέας εκμετάλλευσης που προκάλεσε την περιβαλλοντική ζημία ή την άμεση απειλή πρόκλησής της και, αφετέρου, να διαπιστώνεται αιτιολογημένα ότι η ζημία είναι συγκεκριμένη και ότι υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της δραστηριότητας του φορέα και της επελθούσας περιβαλλοντικής ζημίας ή της άμεσης απειλής τέτοιας ζημίας, η αιτιολογία δε αυτή μπορεί να προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου.

Από τα στοιχεία του φακέλου της υπόθεσης δεν προκύπτει ότι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις επιβολής με τις προσβαλλόμενες αποφάσεις σε βάρος του αιτούντος του μέτρου της άμεσης αποκατάστασης της περιβαλλοντικής υποβάθμισης, κατά τη διαδικασία που διαγράφεται ως άνω στα άρθρα 9 και 10 του προαναφερθέντος διατάγματος.

Ειδικότερα, δεν ταυτοποιείται ο αιτών, ως ο φορέας εκμετάλλευσης, με ενέργειες του οποίου ζημιώθηκε το περιβάλλον, όπως απαιτείται κατά το άρθρο 4 του πδ/τος 148/2009. Και τούτο διότι, δεν προέκυψε ότι το επίμαχο τμήμα οδού διανοίχθηκε από τον ίδιο τον αιτούντα στο πλαίσιο της επαγγελματικής του δραστηριότητας ή για την εξυπηρέτηση συγκεκριμένου επιχειρηματικού σκοπού, μόνη δε η ιδιότητά του ως ιδιοκτήτη του ακινήτου, εντός του οποίου διανοίχθηκε το τμήμα της οδού, δεν αρκεί να στοιχειοθετήσει υποχρέωση εκ μέρους του για αποκατάσταση του περιβάλλοντος.

Εφόσον δε δεν προκύπτει ότι ο αiτών, ως φορέας εκμετάλλευσης, κατά την έννοια και τον σκοπό του διατάγματος, ζημίωσε με ενέργειες του το περιβάλλον, δεν υφίσταται, κατά λογική και νομική αναγκαιότητα, η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της δραστηριότητας του αιτούντος και της τυχόν επελθούσας ζημίας.

Συνεπώς, κατά τα βασίμως προβαλλόμενα, πρέπει να ακυρωθούν οι προσβαλλόμενες αποφάσεις, κατά το μέρος με το οποίο επιβλήθηκε στον αιτούντα το μέτρο της αποκατάστασης της περιβαλλοντικής υποβάθμισης, ενώ παρέλκει η εξέταση των λοιπών λόγων ακύρωσης».

 

ΚΛΗΡΩΣΗ ΜΕ ΔΩΡΟ

Εγγραφείτε στο Newsletter και εξασφαλείστε την συμμετοχή σας