Tου Βασίλη Τσολακίδη* Με αφορμή την συζήτηση για την αντιμετώπιση του συσσωρευμένου ελλείμματος του Ειδικού Λογαριασμού Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (ΕΛΑΠΕ), αναδεικνύεται για μια ακόμη... Ριζική μεταρρύθμιση της ενεργειακής φορολογίας

Tου Βασίλη Τσολακίδη*

Με αφορμή την συζήτηση για την αντιμετώπιση του συσσωρευμένου ελλείμματος του Ειδικού Λογαριασμού Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (ΕΛΑΠΕ), αναδεικνύεται για μια ακόμη φορά η ανάγκη αναθεώρησης της υπέρμετρης και δαιδαλώδους ενεργειακής φορολογίας, όπως αυτή εξελίχθηκε τα τελευταία εξήντα χρόνια στη βάση της εξυπηρέτησης δημοσιονομικών στόχων αλλά και οικονομικών συμφερόντων.

Τα νέα μέτρα που ανακοινώθηκαν πρόσφατα από τον ΥΠΕΝ Κωστή Χατζηδάκη, μάλλον διαιωνίζουν το πρόβλημα αντί να το επιλύουν οριστικά. Η αύξηση του ποσοστού του ΕΛΑΠΕ από την πώληση δικαιωμάτων εκπομπών ρύπων στο 78% (από 65% που είναι σήμερα), κατά περίπου 65 εκατ. ευρώ, αφαίρει πόρους από την χρηματοδότηση άλλων απαραίτητων πράσινων δραστηριοτήτων. Το ίδιο συμβαίνει και με την μεταφορά εσόδων από το ειδικό Τέλος Έκδοσης Βεβαίωσης Παραγωγού Ηλεκτρικής Ενέργειας από ΑΠΕ που καταβάλλονται στη ΡΑΕ.

Η έκτακτη εισφορά 6% το 2020, για έργα ΑΠΕ -Feed-in Tariff που τέθηκαν σε λειτουργία πριν 31.12.2015, (110 εκατ. Ευρώ), θα πλήξει ακόμη περισσότερο την ήδη τραυματισμένη αξιοπιστία της πολιτείας προς τους επενδυτές μετά το new deal του 2014 που ακόμα ταλαιπωρεί την αγορά.

Όσο για την ισόποση μεταφορά πόρων από τις ΥΚΩ στον ΕΤΜΕΑΡ που θα επιτυγχάνονται στο μέλλον, μέσω της σταδιακής διασύνδεσης των ΜΔ Νησιών, θα ήταν σκοπιμότερο οι πόροι αυτοί να χρησιμοποιηθούν αποκλειστικά για την χρηματοδότηση των έργων της διασύνδεσης ώστε να μην δημιουργήσουν πρόσθετο δημοσιονομικό κόστος ως έργα ΠΔΕ.

Να σημειωθεί ακόμη πως το ποσό των 180 εκ. ευρώ, από την εκκαθάριση χρεώσεων ΕΤΜΕΑΡ/2019, δεν αποτελεί νέα πηγή, ενώ η πιθανολογούμενη ενίσχυση του ΕΤΜΕΑΡ με 200 εκ. ευρώ από το Ταμείο Ανάκαμψης της ΕΕ, αν ικανοποιηθεί το σχετικό αίτημα της ελληνικής κυβέρνησης, δεν θα είναι παρά πρόσκαιρη.

Η επιβολή πράσινου “Ειδικού φόρου άνθρακα» αποκλειστικά στην κατανάλωση πετρελαίου κίνησης (diesel) ίσου με 0,03 ευρώ/λίτρο θα επιβαρύνει την τιμή του πετρελαίου κίνησης (ήδη το ακριβότερο στην ΕΕ) και θα έχει πληθωριστικές επιπτώσεις κυρίως στο κόστος μεταφορών και  προϊόντων  του πρωτογενούς τομέα.

Αντίθετα θετικό κρίνεται το έκτακτο τέλος προμηθευτών (110 εκ. ευρώ), καθώς οι προμηθευτές πέτυχαν τεράστια κέρδη κατά το πρώτο 6μηνο του 2020 μην μετακυλώντας  στην κατανάλωση την μεγάλη μείωσης της Οριακής Τιμής συνεπεία της κατάρρευσης της τιμής του ΦΑ, μπορεί δε να θεωρηθεί ως επιστροφή μέρους της αδικαιολόγητης αύξησης που έλαβαν οι προμηθευτές  πριν ένα χρόνο εις βάρος του ΕΤΜΕΑΡ.

Συνολικά με τα ανακοινωθέντα μέτρα παραβλέπεται ο ουσιαστικός στόχος της δημιουργίας του ΕΛΑΠΕ που δεν είναι άλλος από την απεξάρτηση της χώρας μας από τα εισαγόμενα, ρυπογόνα και ακριβά ορυκτά καύσιμα. Αυτός ο στόχος μπορεί να επιτευχθεί μόνο μέσα από μια μόνιμη και ορθολογική χρηματοδότηση του κλιματικού και ενεργειακού μετασχηματισμού της χώρας μας, με παράλληλη μείωση του δυσβάστακτου ενεργειακού κόστους.

Ήδη η ενεργειακή φορολογία (δασμοί, φόροι, τέλη, ΕΦΚ,ΦΠΑ κλπ.) ξεπερνά τα 12 δισεκατομμύρια ευρώ το χρόνο, ποσό που αντιστοιχεί στο 50% του ενεργειακού κόστους της χώρας, (το οποίο ανέρχεται στα 25 δισεκατομμύρια ευρώ ή 16% του ΑΕΠ  διπλάσιο του 8% της Γερμανίας), καθιστώντας την ενέργεια τροχοπέδη αντί για ανταγωνιστικό μοχλό ανάπτυξης της εθνικής μας οικονομίας.

Μάλιστα η υφιστάμενη φορολογία των εισαγόμενων υγρών καυσίμων ουδόλως χρησιμοποιείται για τη χρηματοδότηση του ενεργειακού μετασχηματισμού της χώρας μας, καθόσον το κόστος  χρηματοδότησης του προέρχεται αποκλειστικά από την υπέρμετρη φορολόγηση και πρόσθετα τέλη (ΕΤΜΕΑΡ,ΥΚΩ) στην κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας. Αυτή η υπερβολική επιβάρυνση καθιστά δυσβάστακτη την χρήση της ηλεκτρικής ενέργειας και μη ανταγωνιστική σε σχέση με τα συμβατικά καύσιμα. Όμως η ηλεκτρική ενέργεια όφειλε να είναι ελκυστικότερη σε σχέση με τις άλλες μορφές ενέργειας καθώς η πράσινη ενεργειακή μετάβαση βασίζεται στον περαιτέρω εξηλεκτρισμό της οικονομίας.

Επιβάλλεται, λοιπόν, να πάψουμε να αντιμετωπίζουμε τον ενεργειακό τομέα με έκτακτα μέτρα, τα οποία μπορεί μεν ανακουφίζουν προσωρινά και μερικώς την κατάσταση αλλά ταυτόχρονα γεννούν νέα ζητήματα και προσθέτουν νέα βάρη στο ενεργειακό κόστος.

Σύμφωνα με όλα τα παραπάνω προκύπτει ξεκάθαρα η ανάγκη για πιο ορθολογική και ήπια ενεργειακή φορολογία που θα καθιστά ελκυστικότερες τις ΑΠΕ έναντι των ορυκτών καυσίμων.

Στο πλαίσιο αυτό η επιβολή του φόρου άνθρακα, σε όλα ανεξαιρέτως τα καύσιμα, μπορεί να αποτελέσει την ορθολογική εναλλακτική λύση στην προσπάθεια αναμόρφωσης της υφιστάμενης ξεπερασμένης ενεργειακής φορολογίας. Ειδικότερα θα ήταν σκόπιμη η σταδιακή αντικατάσταση του ΕΤΜΕΑΡ, (αρχής γενομένης με τα 100 εκ ευρώ του ως άνω έκτακτου μέτρου στο Diesel) δια ενός οριζόντιου «φόρου άνθρακα» κατά αντιστοιχία των εκπομπών των ενεργειακών προϊόντων, ώστε να διαμοιραστεί το τεράστιο οικονομικό βάρος που σηκώνει σήμερα αποκλειστικά η ηλεκτρική ενέργεια.

Τέλος, είναι προφανές πως τα συμφέροντα της χώρας μας ταυτίζονται απόλυτα με τα σχέδια για την αντιμετώπιση της κλιματικής κρίσης. Και ότι τα συμφέροντα αυτά εξυπηρετούνται καλύτερα από έναν ριζοσπαστικό πράσινο ενεργειακό μετασχηματισμό, που θα είναι αυτό-χρηματοδοτούμενος, αφού θα οδηγεί σε σταδιακό περιορισμό των εισαγόμενων, ρυπογόνων και ακριβών καυσίμων και θα δημιουργεί μια τεράστια υπεραξία μέσω της πράσινης οικονομίας και των χιλιάδων καλά αμειβόμενων θέσεων εργασίας.

*Ο Βασίλης Τσολακίδης είναι Βιοαρχιτέκτονας, σύμβουλος Στρατηγικού Σχεδιασμού για το Περιβάλλον, την Ενέργεια και το Κλίμα, πρώην Πρόεδρος του Κέντρου Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας  (ΚΑΠΕ).

Αυγή


ΚΛΗΡΩΣΗ ΜΕ ΔΩΡΟ

Εγγραφείτε στο Newsletter και εξασφαλείστε την συμμετοχή σας