ecopress
Του Αργύρη Δεμερτζή/ Νέα απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας θέτει σε αμφισβήτηση τις παλαιές οικοδομικές άδειες, ακόμη και άνω των 40 ετών, που εκδόθηκαν... ΣτΕ: απόφαση καταπέλτης για χιλιάδες οικοδομικές άδειες έως και 40 έτων, στους δασικούς χάρτες

Του Αργύρη Δεμερτζή/

Νέα απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας θέτει σε αμφισβήτηση τις παλαιές οικοδομικές άδειες, ακόμη και άνω των 40 ετών, που εκδόθηκαν και υλοποιήθηκαν κανονικά σε μία περίοδο άνω των τριών δεκαετιών από το 1975 έως το 2011, ως αυτοτελές τεκμήριο για την εξαίρεση ακινήτου από κυρωμένο δασικό χάρτη.

♦ Το Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο ξεκαθαρίζει ότι οικοδομική άδεια που εκδόθηκε μετά την έναρξη ισχύος του Συντάγματος του 1975 δεν αρκεί από μόνη της για να αποδείξει ότι μία έκταση πρέπει να εξαιρεθεί από τη δασική νομοθεσία και απαιτεί από τους ιδιοκτήτες να προσκομίζουν πρόσθετα στοιχεία από Δασαρχείο και Πολεοδομία για τον χαρακτήρα της έκτασης και την αρτιότητα του ακινήτου κατά τον χρόνο έκδοσης της άδειας.

♦ Η νομολογία του ΣτΕ χαράζει σαφή διαχωριστική γραμμή στην 11η Ιουνίου 1975. Για άδειες πριν από την έναρξη ισχύος του Συντάγματος, νόμιμες διοικητικές πράξεις που δεν έχουν ανακληθεί μπορούν να αποδεικνύουν ότι μία έκταση είχε ήδη απολέσει τον δασικό χαρακτήρα της. Για άδειες μετά το 1975, αντίθετα, η άδεια μόνη της δεν αρκεί. Απαιτείται πρόσθετη απόδειξη ότι η δόμηση ήταν νόμιμη και ότι η έκταση αντιμετωπιζόταν ως μη δασική.

Τα νέα δεδομένα για ακίνητα με παλιές οικοδομικές άδειες δημιουργεί η απόφαση του ΣτΕ 1157/2026, η οποία αφορά ακίνητο στην περιοχή της Παλλήνης, όπου υπήρχε οικοδομή ανεγερθείσα βάσει οικοδομικής άδειας του 1977. Η ιδιοκτήτρια προσέφυγε κατά της κύρωσης του δασικού χάρτη, στον οποίο η επίδικη έκταση είχε καταχωριστεί ως ΔΑ, δηλαδή εκχερσωμένη δασική έκταση.

Η νέα απόφαση του ΣτΕ ναι μεν δικαίωσε ιδιοκτήτρια στην Παλλήνη απέναντι στον κυρωμένο δασικό χάρτη, αλλά ταυτόχρονα ανοίγει ένα κρίσιμο ζήτημα για χιλιάδες ιδιοκτήτες στους δασικούς χάρτες, καθώς ξεκαθαρίζει ότι το γεγονός ότι το Δημόσιο εξέδωσε μία οικοδομική άδεια πριν από 40 ή 45 χρόνια δεν αρκεί από μόνο του για να κλείσει σήμερα το δασικό ζήτημα.

Ο νέος κανόνας που διατυπώνει η νέα απόφαση του ΣτΕ αφορά τις οικοδομικές άδειες μετά την 11η Ιουνίου 1975 και πριν από την έναρξη ισχύος του ν. 4030/2011. Πρόκειται δηλαδή για μία περίοδο άνω των τριών δεκαετιών, μέσα στην οποία εκδόθηκε μεγάλος αριθμός οικοδομικών αδειών, πολλές σε εκτός σχεδίου περιοχές, που σήμερα εμπίπτουν στους κυρωμένους δασικούς χάρτες και ανοίγει θέμα για τον δασικό χαρακτηρισμό αλλά και για τη νομιμότητα των οικοδομικών αδειών χιλιάδων ιδιοκτησιών σε όλη τη χώρα.

ΣτΕ: «οι οικοδομικές άδειες δεν αρκούν από μόνες τους»

 «Οι άδειες αυτές, εφόσον έχουν εκδοθεί μετά την έναρξη ισχύος του Συντάγματος του 1975 […] δεν αρκούν από μόνες τους για να καταστήσουν αυτοθρόως νόμιμες τις επεμβάσεις που έχουν λάβει χώρα σε δασική έκταση», λέει συγκεκριμένα η νέα απόφαση του ΣτΕ, υπογραμμίζοντας ότι μετά τη συνταγματική τομή του 1975, η έκδοση μιας οικοδομικής άδειας από πολεοδομική αρχή δεν αρκεί μόνη της για να υπερκεράσει τη δασική προστασία.

Το ΣτΕ συνδέει τη θέση αυτή με το άρθρο 24 παρ. 1 του Συντάγματος, το οποίο απαγορεύει τη μεταβολή του προορισμού των δασών και των δασικών εκτάσεων, εκτός εάν συντρέχουν οι συνταγματικά προβλεπόμενες εξαιρετικές προϋποθέσεις.

Απαιτείται πλήρης απόδειξη του διοικητικού υποβάθρου

Απαιτείται, όπως αναφέρει η νέα απόφαση του ΣτΕ, «η συνεκτίμηση και άλλων στοιχείων και δεδομένων», τα οποία οφείλει να επικαλεστεί και να προσκομίσει ο ίδιος ο ιδιοκτήτης ενώπιον του Δικαστηρίου, υπογραμμίζοντας ως δύο κρίσιμα στοιχεία τα οποία πρέπει να συνοδεύουν την οικοδομική άδεια ως τεκμήριο εξαίρεσης του ακινήτου από τον κυρωμένο δασικό χάρτη ότι αυτά είναι:

-«Η χορήγηση των οικοδομικών αδειών μετά από έκδοση βεβαίωσης της δασικής υπηρεσίας περί του μη δασικού χαρακτήρα της έκτασης». Και «η τήρηση των όρων αρτιότητας σύμφωνα με το ισχύον καθεστώς κατά τον χρόνο έκδοσης της σχετικής άδειας».

Αυτό σημαίνει ότι ο ιδιοκτήτης πρέπει να αποδείξει όχι μόνο ότι έχει μία άδεια, αλλά και ότι η άδεια στηρίχθηκε σε νόμιμο και επαρκές διοικητικό υπόβαθρο.

Κρίσιμη η βεβαίωση της δασικής υπηρεσίας

Η πρώτη κρίσιμη απόδειξη είναι η θέση της αρμόδιας δασικής υπηρεσίας κατά τον χρόνο έκδοσης της άδειας. Η νέα απόφαση του ΣτΕ αναφέρει ρητά, ως ενδεικτικό στοιχείο, τη χορήγηση της άδειας κατόπιν βεβαίωσης της δασικής υπηρεσίας περί μη δασικού χαρακτήρα της έκτασης.

Αυτό δεν σημαίνει ότι μόνο ένα συγκεκριμένο έγγραφο μπορεί να αποδείξει τον μη δασικό χαρακτήρα. Η απόφαση χρησιμοποιεί τη λέξη «ενδεικτικώς», αφήνοντας χώρο και για άλλες διοικητικές πράξεις ή στοιχεία.

Καθίσταται όμως σαφές ότι ο ιδιοκτήτης δεν μπορεί να στηρίζεται αποκλειστικά στην πολεοδομική άδεια, αλλά χρειάζεται να αποδεικνύει ποια ήταν η θέση της δασικής διοίκησης για την έκταση εκείνη την εποχή.

Βεβαίωση Πολεοδομίας για τη νομιμότητα της άδειας και την  αρτιότητα

Το δεύτερο σκέλος της νέας απόφασης του ΣτΕ αφορά την ίδια την πολεοδομική νομιμότητα της άδειας. Το ΣτΕ ζητεί να ελέγχεται εάν είχαν τηρηθεί οι όροι αρτιότητας σύμφωνα με το καθεστώς που ίσχυε, όταν εκδόθηκε η άδεια.

Στην πράξη, αυτό σημαίνει ότι χρειάζεται βεβαίωση ή άλλο διοικητικό στοιχείο από την Πολεοδομία, από το οποίο να αποδεικνύεται ότι το ακίνητο πληρούσε τις τότε προϋποθέσεις αρτιότητας και ότι η άδεια εξακολουθεί να είναι ισχυρή.

Στη συγκεκριμένη υπόθεση της Παλλήνης που εκδίκασε το ΣτΕ και δικαίωσε την ιδιοκτήτρια υπήρχε πράγματι σχετικό έγγραφο της Υπηρεσίας Δόμησης του Δήμου Παλλήνης .

Πως δικαιώθηκε στον δασικό χάρτη η ιδιοκτήτρια στην υπόθεση της Παλλήνης

Στη συγκεκριμένη υπόθεση της Παλλήνης, που εκδίκασε το ΣτΕ και δικαίωσε την ιδιοκτήτρια, το δικαστήριο συνεκτίμησε τρία βασικά στοιχεία, τα οποία είναι:

♦ Πρώτον, η ύπαρξη της οικοδομικής άδειας που είχε εκδοθεί νομίμως το 1977.

♦ Δεύτερον, έγγραφο της Υπηρεσίας Δόμησης του Δήμου Παλλήνης, από το οποίο προέκυπτε ότι η άδεια «δεν έχει ανακληθεί ή ακυρωθεί» και ότι είχαν τηρηθεί οι όροι αρτιότητας για την έκδοσή της.

♦ Τρίτον, έγγραφα του Δασαρχείου Πεντέλης, από τα οποία διαπιστωνόταν καταρχήν ότι η επίδικη έκταση «δεν φέρει δασικό χαρακτήρα».

Η απόφαση αναφέρει ρητά ότι από το περιεχόμενο των στοιχείων που προσκομίστηκαν «κλονίζεται η αιτιολογία της προσβαλλόμενης πράξης» κατά το μέρος που αφορούσε τον χαρακτηρισμό της έκτασης ως ΔΑ.

Το Δικαστήριο έκρινε ότι πέραν ύπαρξη της οικοδομικής άδειας το σύνολο των διοικητικών στοιχείων ήταν τέτοιο, ώστε να καθιστά ανεπαρκή την αιτιολογία της καταχώρισης του συγκεκριμένου ακινήτου στο κυρωμένο δασικό χάρτη ως «Δασικό Ακίνητο».

Προσφυγή στο ΣτΕ, χωρίς να έχει προηγηθεί αντίρρηση στον δασικό χάρτη

Στην συγκεκριμένη υπόθεση της Παλλήνης, που εκδίκασε το ΣτΕ, έκρινε και το γεγονός ότι από την ιδιοκτήτρια πριν προσφύγει στο ανώτατο δικαστήριο δεν είχε υποβληθεί αντίρρηση στον Δασικό Χάρτη, προσκομίζοντας την οικοδομική άδεια του 1977 και τις βεβαιώσεις του Δασαρχείου και της Πολεοδομίας. 

Το ΣτΕ δέχθηκε ότι η μη προσκόμισή τους ήταν καταρχήν δικαιολογημένη, λόγω της «εύλογης πεποίθησης της αιτούσας» ότι, εξαιτίας ιδίως της ύπαρξης της οικοδομικής άδειας, η έκταση δεν θα μπορούσε να συμπεριληφθεί στον δασικό χάρτη. Παράλληλα όμως η απόφαση του δικαστηρίου υπογραμμίζει ότι η διαδικασία των αντιρρήσεων είναι σημαντική και εξηγεί με σαφήνεια πότε οι αντιρρήσεις είναι αναγκαίες.

Στις αντιρρήσεις κρίνονται τα τεχνικά στοιχεία βλάστησης

Η νομοθετική πρόβλεψη των αντιρρήσεων κατά του αναρτημένου δασικού χάρτη έχει, σύμφωνα με την απόφαση του ΣτΕ, συγκεκριμένο σκοπό, ώστε να μπορεί κάθε ενδιαφερόμενος ιδιοκτήτης να αμφισβητήσει τον δασικό χαρακτήρα συγκεκριμένης έκτασης ενώπιον ειδικού οργάνου με τις αναγκαίες τεχνικές γνώσεις.

Στο στάδιο αυτό μπορούν να υποβληθούν και να αξιολογηθούν τεχνικής φύσεως ισχυρισμοί, όπως φωτοερμηνείες, αεροφωτογραφίες και δεδομένα σχετικά με τη βλάστηση.

Εάν οι αντιρρήσεις απορριφθούν, η αιτιολογία της απόρριψής τους μπορεί στη συνέχεια να ελεγχθεί από το ΣτΕ, έκρινε το δικαστήριο θέτοντας συγκεκριμένους περιορισμούς για τη δικαστική επανεξέταση της υπόθεσης .

Χωρίς αντιρρήσεις δεν εξετάζονται αργότερα φωτοερμηνείες

Εάν ο ιδιοκτήτης δεν ασκήσει αντιρρήσεις, μπορεί μεν να προσβάλει δικαστικά την κύρωση, αλλά δεν μπορεί τότε να εισαγάγει για πρώτη φορά τεχνικούς ισχυρισμούς που έπρεπε να είχαν εξεταστεί από την Επιτροπή Αντιρρήσεων κρίνει η νέα απόφαση του ΣτΕ.

Και αναφέρει ότι δεν είναι παραδεκτή η επίκληση στοιχείων τεχνικής φύσεως σχετικών με τη βλάστηση και κατονομάζει ειδικά «εκθέσεις φωτοερμηνείας αεροφωτογραφιών κ.λπ.», δίνοντας το μήνυμα ότι η άσκηση αντιρρήσεων από τους ιδιοκτήτες αποτελεί κρίσιμη και καθοριστική  διαδικασία για την αμφισβήτηση του δασικού χαρακτηρισμού ακινήτου στον δασικό χάρτη.

Πότε και πως γίνεται προσφυγή και τι αποφασίζει το ΣτΕ για τον αποχαρακτηρισμό της έκτασης

Η απόφαση του  ΣτΕ αναδεικνύει πάντως ότι η μη άσκηση αντιρρήσεων δεν σημαίνει ότι ο ιδιοκτήτης χάνει κάθε δικαίωμα δικαστικής προστασίας, καθώς αναγνωρίζει ότι μπορεί να ασκηθεί αίτηση ακύρωσης στον ανώτατο δικαστήριο, με επίκληση διοικητικών πράξεων και άλλων νομικών στοιχείων, που δεν απαιτούν τεχνική αξιολόγηση της βλάστησης.

Στην κατηγορία αυτή μπορούν να ενταχθούν οικοδομικές άδειες, έγγραφα δασικών υπηρεσιών, πράξεις Πολεοδομίας και άλλα στοιχεία που αποδεικνύουν πώς αντιμετωπιζόταν διοικητικά το ακίνητο.

Παράλληλα στη νέα απόφαση υπογραμμίζεται ότι το ίδιο το ΣτΕ δεν κρίνει οριστικά ότι η έκταση είναι μη δασική αναφέροντας ότι όταν τα προσκομιζόμενα στοιχεία κλονίζουν την αιτιολογία της κύρωσης, το Δικαστήριο «την ακυρώνει, κατά το μέρος που αφορά το επίδικο ακίνητο, και αναπέμπει την υπόθεση στη Διοίκηση».

Η Διοίκηση οφείλει στη συνέχεια να εξετάσει εκ νέου τον δασικό ή μη χαρακτήρα της έκτασης και να αναμορφώσει κατάλληλα τον δασικό χάρτη.

Επανεξέταση της υπόθεσης με αεροφωτογραφίες και τοπογραφικά

Στην υπόθεση της Παλλήνης το ΣτΕ παρέπεμψε ρητά στη δυνατότητα να συνεκτιμηθούν και άλλα στοιχεία κατά την επανεξέταση από τη Διοίκηση. Η απόφαση αναφέρει χαρακτηριστικά ότι μπορούν να προσκομιστούν «αεροφωτογραφίες, τοπογραφικά διαγράμματα κ.λπ.», ώστε η Διοίκηση να κρίνει εάν συντρέχουν οι προϋποθέσεις της παρ. 7 του άρθρου 3 του ν. 998/1979.

Η τελική κρίση για την εξαίρεση από τη δασική νομοθεσία επιστρέφει επομένως στη Διοίκηση.

Η εξαίρεση περιορίζεται στην αναγκαία επιφάνεια

Ακόμη και όταν γίνει δεκτό ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις εξαίρεσης, αυτή δεν αφορά υποχρεωτικά ολόκληρο το ακίνητο. Η νέα απόφαση του ΣτΕ  είναι απολύτως συγκεκριμένη: η εξαίρεση μπορεί να αφορά «μόνον κατά την απολύτως αναγκαία επιφάνειά της για την εφαρμογή της οικοδομικής άδειας».

Αυτό σημαίνει ότι μία άδεια για συγκεκριμένο κτίσμα μέσα σε μεγάλη έκταση δεν συνεπάγεται αυτόματα εξαίρεση ολόκληρου του γηπέδου από τη δασική νομοθεσία.

Διαφορετικό καθεστώς για άδειες πριν το 1975

Για τις οικοδομικές άδειες που είχαν εκδοθεί πριν από την έναρξη ισχύος του Συντάγματος του 1975, η νομολογία του ΣτΕ είναι διαφορετική και σαφώς ευνοϊκότερη για τον ιδιοκτήτη. Με τη ΣτΕ 1935/2025 κρίθηκε ότι εκτάσεις οι οποίες είχαν νομίμως απολέσει τον δασικό χαρακτήρα τους πριν από την 11η Ιουνίου 1975, βάσει διοικητικών πράξεων που καλύπτονται από το τεκμήριο νομιμότητας, δεν μπορούν σήμερα να χαρακτηρίζονται ως δάση ή δασικές εκτάσεις ούτε μέσω της διαδικασίας κατάρτισης και κύρωσης δασικού χάρτη.

Η συγκεκριμένη απόφαση αφορούσε έκταση 143 τ.μ., όπου είχαν ανεγερθεί με άδειες προ του 1975 ισόγεια κτίσματα – αποθήκη και πατητήρι – για τη λειτουργία οινοποιείου. Οι άδειες δεν είχαν ανακληθεί ή ακυρωθεί.

Το ΣτΕ έκρινε ότι η Διοίκηση όφειλε να λάβει υπόψη τις άδειες αυτές και να εξετάσει εάν η έκταση έπρεπε να εξαιρεθεί από τη δασική νομοθεσία.

Η ουσιαστική διαφορά βρίσκεται ακριβώς στη χρονική τομή του 1975. Οι προγενέστερες νόμιμες διοικητικές πράξεις μπορούν να αποδεικνύουν ότι η έκταση είχε ήδη νομίμως αλλάξει χαρακτήρα πριν από τη συνταγματική ενίσχυση της προστασίας των δασών. Αντίθετα, για τις άδειες μετά το 1975 εφαρμόζεται το αυστηρότερο πλαίσιο του άρθρου 24 του Συντάγματος και απαιτείται πρόσθετη τεκμηρίωση.

Και στις δύο περιπτώσεις πάντως ισχύει ένα βασικό όριο, ότι η εξαίρεση μπορεί να αφορά μόνο την απολύτως αναγκαία επιφάνεια που συνδέεται με την εφαρμογή της συγκεκριμένης οικοδομικής άδειας και όχι αυτομάτως ολόκληρη την ιδιοκτησία.

ΣτΕ 1157/2026: οικοδομική άδεια που εκδόθηκε μετά το 1975 δεν αρκεί από μόνη της για εξαίρεση από τη δασική νομοθεσία

Η νέα απόφαση του ΣτΕ 1157/2026 (Πρόεδρος: Χρ. Ντουχάνης, Εισηγητής: Αν. Σκούφαλος), που δικαιώνει την ιδιοκτήτρια της Παλλήνης και ανοίγει θέμα για παλαιές οικοδομικές άδειες, χωρίς βεβαίωση Δασαρχείου και Πολεοδομίας στους δασικούς χάρτες, όπως δημοσιεύεται στο «Νόμος + Φύση» σε περίληψη έχει ως εξής:

«Κατά τα κριθέντα, η νομοθετική πρόβλεψη σταδίου αντιρρήσεων κατά του αναρτηθέντος δασικού χάρτη, ο οποίος δύναται να καλύπτει ευρεία περιοχή, αποσκοπεί στην παροχή προς κάθε ενδιαφερόμενο της ευχέρειας να προβάλει ενώπιον ειδικώς κατεστημένου οργάνου, ειδικούς ισχυρισμούς για την αμφισβήτηση του δασικού χαρακτήρα συγκεκριμένου τμήματος της χαρτογραφηθείσης περιοχής, συνοδευόμενους από τα αναγκαία για την υποστήριξή τους στοιχεία, προκειμένου οι ισχυρισμοί αυτοί να αξιολογηθούν από το εν λόγοι όργανο, που διαθέτει τις αναγκαίες για τον σκοπό αυτό τεχνικές γνώσεις και δεξιότητες, αλλά και μέσα. Εάν οι εν λόγω αντιρρήσεις, με τις οποίες είναι, βεβαίως, δυνατή η προβολή και τεχνικής φύσεως ισχυρισμών, ασκηθούν και απορριφθούν, η νομιμότητα της απορρίψεώς τους μπορεί να αμφισβητείται με αίτηση ακύρωσης κατά της κυρώσεως του δασικού χάρτη που θα διενεργηθεί, στην περίπτωση αυτή, κατά το άρθρο 19 του ν. 3889/2010, αφού η άσκηση αντιρρήσεων δεν επιτρέπει να συμπεριληφθούν οι αμφισβητούμενες εκτάσεις στον δασικό χάρτη που κυρώνεται κατά το άρθρο 17. Αντικείμενο ελέγχου τότε μπορεί να είναι η αιτιολογία απόρριψης των εν λόγω ισχυρισμών, η οποία θα προκύπτει, μεταξύ άλλων, από τον διοικητικό φάκελο που θα έχει σχηματισθεί κατά την εξέταση των αντιρρήσεων. Εάν, αντιθέτως, ο ενδιαφερόμενος, ο οποίος τεκμαίρεται ότι τελεί σε γνώση της ανάρτησης του δασικού χάρτη και της δυνατότητας άσκησης αντιρρήσεων κατ’ αυτού, επιλέξει να μην τις ασκήσει, με αποτέλεσμα η συγκεκριμένη έκταση που τον αφορά, να συμπεριληφθεί στην απόφαση κύρωσης του δασικού χάρτη κατά το άρθρο 17 του ν. 3889/2010, δικαιούται μεν να ασκήσει αίτηση ακύρωσης κατά της εν λόγω απόφασης, με αυτήν, όμως, δεν είναι επιτρεπτή, από τη φύση του ακυρωτικού δικαστικού ελέγχου, η προβολή λόγων ακύρωσης κατ’ επίκληση στοιχείων τεχνικής φύσεως σχετικών με τη βλάστηση της έκτασης, τα οποία θα μπορούσαν να είχαν υποβληθεί ενώπιον του αρμοδίου για την εξέταση των αντιρρήσεων διοικητικού οργάνου και να αξιολογηθούν από αυτό, τέτοιοι δε λόγοι ακύρωσης είναι, ιδίως, οι προβαλλόμενοι κατ’ επίκληση εκθέσεων φωτοερμηνείας αεροφωτογραφιών κ.λπ. Έχοντας την έννοια αυτή, οι ως άνω διατάξεις δεν καταλείπουν κενό δικαστικής προστασίας, διότι η αιτιολογία της τυχόν απόρριψης των σχετικών Λόγων από την οικεία Επιτροπή, εφόσον βεβαίως είχαν ασκηθεί οι προβλεπόμενες αντιρρήσεις, θα μπορούσε να αποτελέσει περιεχόμενο παραδεκτού λόγου ακύρωσης, εξεταστέου κατ’ ουσίαν

Όπως έχει επίσης κριθεί και προκύπτει και από το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 7 του άρθρου 3 του ν. 998/1979, εκτάσεις, οι οποίες νομίμως έχουν απολέσει τον δασικό τους χαρακτήρα πριν από την 11η Ιουνίου 1975, με βάση διοικητικές πράξεις που καλύπτονται από το τεκμήριο νομιμότητας, δεν είναι δυνατόν να χαρακτηρισθούν, κατά τη διαδικασία του άρθρου 14 του ν. 998/1979, με πράξη του Δασάρχη ως δάση ή δασικές εκτάσεις. Για τον λόγο αυτό, δεν είναι επιτρεπτό οι εν Λόγω εκτάσεις να χαρακτηρίζονται ως δάση ή ως δασικές εκτάσεις ούτε κατά τη διαδικασία κατάρτισης και κύρωσης δασικού χάρτη. Επομένως, ο ενδιαφερόμενος δύναται να προβάλει με τη διαδικασία των αντιρρήσεων κατά αναρτηθέντος δασικού χάρτη, προσκομίζοντας τα σχετικά στοιχεία, ότι η συγκεκριμένη έκταση που τον αφορά έχει απολέσει τον δασικό της χαρακτήρα πριν από τις 11.6.1975 Λόγω επεμβάσεων που έλαβαν χώρα με βάση σχετική διοικητική πράξη, η οποία καλύπτεται από το τεκμήριο νομιμότητας. Εάν ο ενδιαφερόμενος επιλέξει να μην ασκήσει αντιρρήσεις, με αποτέλεσμα η συγκεκριμένη έκταση που τον αφορά να συμπεριληφθεί στην απόφαση (μερικής) κύρωσης του δασικού χάρτη, κατά το άρθρο 17 του ν. 3889/2010, δικαιούται να ασκήσει αίτηση ακύρωσης κατά της απόφασης αυτής, με επίκληση στοιχείων σχετικών με την τυχόν έκδοση συγκεκριμένων διοικητικών πράξεων, συνεπεία των οποίων η επίμαχη έκταση απώλεσε τον δασικό της χαρακτήρα πριν τις 11.6.1975. Περαιτέρω, επιτρέπεται ο ενδιαφερόμενος να προβάλει, κατά τα ανωτέρω, αντιρρήσεις, ή, σε περίπτωση μη ασκήσεώς τους, Λόγους ακύρωσης ενώπιον του Συμβουλίου της Επικράτειας, κατά πράξης μερικής κύρωσης δασικού χάρτη, επικαλούμενος οικοδομικές άδειες που έχουν εκδοθεί και μετά τις 11.6.1975, πριν, όμως, από την έναρξη ισχύος του ν. 4030/2011 από τις αρμόδιες πολεοδομικές αρχές, υπό τις προϋποθέσεις που θέτει η διάταξη του προτελευταίου εδαφίου της παρ. 7 του άρθρου 3 του ν. 998/1979. Ωστόσο οι άδειες αυτές, εφόσον έχουν εκδοθεί μετά την έναρξη ισχύος του Συντάγματος του 1975, το άρθρο 24 παρ. 1 εδ. ε’ του οποίου απαγορεύει τη «μεταβολή του προορισμού των δασών και των δασικών εκτάσεων, εκτός αν προέχει για την Εθνική Οικονομία η αγροτική εκμετάλλευση ή άλλη τους χρήση, που την επιβάλλει το δημόσιο συμφέρον», δεν αρκούν από μόνες τους για να καταστήσουν αυτοθρόως νόμιμες τις επεμβάσεις που έχουν λάβει χώρα σε δασική έκταση, αλλά απαιτείται, όπως προκύπτει και από τη διάταξη της παραγράφου 7 του άρθρου 3 του ν. 998/1979, η συνεκτίμηση και άλλων στοιχείων και δεδομένων, τα οποία οφείλει να επικαλεστεί και προσκομίσει ενώπιον του Δικαστηρίου ο αϊτών, όπως, ενδεικτικώς, η χορήγηση των οικοδομικών αδειών μετά από έκδοση βεβαίωσης της δασικής υπηρεσίας περί του μη δασικού χαρακτήρα της έκτασης, η τήρηση των όρων αρτιότητας σύμφωνα με το ισχύον καθεστώς κατά τον χρόνο έκδοσης της σχετικής άδειας κ.ά. Σε κάθε περίπτωση, εφόσον ο ακυρωτικός δικαστής κρίνει ότι με τα στοιχεία αυτά δεν τίθενται ζητήματα τεχνικής φύσεως σχετικά με τη βλάστηση της έκτασης, τα οποία θα μπορούσαν να είχαν υποβληθεί ενώπιον του αρμοδίου για την εξέταση των αντιρρήσεων διοικητικού οργάνου και να αξιολογηθούν από αυτό, αλλά ότι από τα στοιχεία αυτά κλονίζεται η αιτιολογία της απόφασης περί μερικής κυρώσεως του δασικού χάρτη, την ακυρώνει, κατά το μέρος που αφορά το επίδικο ακίνητο, και αναπέμπει την υπόθεση στη Διοίκηση, προκειμένου να εξετάσει εκ νέου, υπό το πρίσμα των νέων αυτών στοιχείων, τον δασικό ή μη χαρακτήρα του συγκεκριμένου τμήματος της χαρτογραφηθείσης περιοχής, αναμορφώνοντας κατάλληλα τον δασικό χάρτη, κατά τη διαδικασία που προβλέπουν τα άρθρα 17 – 19 του ν. 3889/2010, ανάλογα με το στάδιο στο οποίο ευρίσκεται η διαδικασία κύρωσης των δασικών χαρτών.

Η επίδικη οικοδομική άδεια, ως εκδοθείσα μετά την έναρξη ισχύος του Συντάγματος του 1975, σε συνδυασμό με τα βεβαιούμενα στο σχετικό έγγραφο της Υπηρεσίας Δόμησης του Δήμου Παλλήνης, από το οποίο προκύπτουν, μεταξύ άλλων, ότι η άδεια αυτή δεν έχει ανακληθεί ή ακυρωθεί αλλά και η τήρηση των όρων αρτιότητας για την έκδοσή της, και, περαιτέρω, τα σχετικά έγγραφα του Δασαρχείου Πεντέλης, με τα οποία διαπιστώνεται, καταρχήν, ότι η επίδικη έκταση δεν φέρει δασικό χαρακτήρα, συνιστούν στοιχεία ληπτέα υπόψη από το Δικαστήριο στο πλαίσιο του ακυρωτικού ελέγχου, κατά την παράγραφο 7 του άρθρου 3 του ν. 998/1979. Εξάλλου, η μη προσκόμιση των εν λόγω στοιχείων στη Διοίκηση είναι καταρχήν δικαιολογημένη, ενόψει της εύλογης πεποίθησης της αιτούσας ότι, Λόγω της ύπαρξης, ιδίως, της οικοδομικής άδειας, η επίμαχη έκταση δεν δύναται να συμπεριληφθεί στον δασικό χάρτη, με αποτέλεσμα η ίδια να μην επιδεικνύει ενδιαφέρον για την κύρωσή του. Με τα δεδομένα αυτά, από το περιεχόμενο των προσκομισθέντων στοιχείων, παραδεκτώς συνεκτιμωμένων από το Δικαστήριο, κλονίζεται η αιτιολογία της προσβαλλόμενης πράξης, κατά το μέρος που αφορά τον χαρακτηρισμό της επίμαχης έκτασης ως εκχερσωμένης δασικής (ΔΑ). Συνεπώς, για τον λόγο αυτό, βασίμως προβαλλόμενο, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση, να ακυρωθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος που αφορά την περιληφθείσα στον κυρωθέντα δασικό χάρτη έκταση της αιτούσας και να αναπεμφθεί η υπόθεση στη Διοίκηση, προκειμένου η τελευταία, επανεξετάζοντας την υπόθεση, βάσει των διαθέσιμων και τυχόν άλλων στοιχείων που θα προσκομισθούν ενώπιον της από τους αιτούντες (αεροφωτογραφίες, τοπογραφικά διαγράμματα κ.λπ.), να λάβει υπόψη την προμνησθείσα οικοδομική άδεια, και να αποφανθεί εάν συντρέχουν οι προϋποθέσεις της παρ. 7 του άρθρου 3 του ν. 998/1979 για την εξαίρεση της έκτασης από τη δασική νομοθεσία, και δη μόνον κατά την απολύτως αναγκαία επιφάνειά της για την εφαρμογή της οικοδομικής άδειας».

ΣτΕ 1935/2025: Νομιμοποιημένες οικοδομές πριν το 1975 δεν μπορούν να εμφανίζονται ως «δάση» 

H απόφασή του Συμβούλιου της Επικρατείας (ΣτΕ 1935/2025) (Πρόεδρος: Θ. Αραβάνης Εισηγητής: Θ. Κανελλοπούλου). που κρίνει ότι μια έκταση, που είχε χάσει ήδη τον δασικό χαρακτήρα της πριν από την 11η Ιουνίου 1975, τότε η Διοίκηση οφείλει να το λάβει υπόψη και να αναμορφώσει τον χάρτη, ακόμα και μετά την κύρωσή του, εφόσον πρόκειται για συγκεκριμένες εξαιρέσεις όπως οικοδομικές άδειες, όπως δημοσιεύεται στο «Νόμος + Φύση» σε περίληψη έχει ως εξής:

-«Εκτάσεις, οι οποίες νομίμως έχουν απολέσει τον δασικό τους χαρακτήρα πριν από την 11η Ιουνίου 1975, με βάση διοικητικές πράξεις που καλύπτονται από το τεκμήριο νομιμότητας, δεν χαρακτηρίζονται κατά τη διαδικασία του άρθρου 14 του ν. 998/1979, με πράξη του Δασάρχη ως δάση ή δασικές εκτάσεις. Για την ταυτότητα του νομικού λόγου, δεν είναι επιτρεπτό οι εν λόγω εκτάσεις να χαρακτηρίζονται ως δάση ή ως δασικές εκτάσεις ούτε κατά τη διαδικασία κατάρτισης και κύρωσης δασικού χάρτη. Επομένως, ο ενδιαφερόμενος δύναται να προβάλει με τη διαδικασία των αντιρρήσεων κατά αναρτηθέντος δασικού χάρτη, προσκομίζοντας τα σχετικά στοιχεία, ότι η συγκεκριμένη έκταση που τον αφορά έχει απολέσει τον δασικό της χαρακτήρα πριν τις 11.6.1975 λόγω επεμβάσεων που έλαβαν χώρα με βάση σχετική διοικητική πράξη, η οποία καλύπτεται από το τεκμήριο νομιμότητας. Εάν ο ενδιαφερόμενος επιλέξει να μην ασκήσει αντιρρήσεις, με αποτέλεσμα η συγκεκριμένη έκταση που τον αφορά να συμπεριληφθεί στην απόφαση (μερικής) κυρώσεως του δασικού χάρτη κατά το άρθρο 17 του ν. 3889/2010, δικαιούται να ασκήσει αίτηση ακυρώσεως κατά της αποφάσεως αυτής, επικαλούμενος στοιχεία σχετικά με την τυχόν έκδοση συγκεκριμένων διοικητικών πράξεων, συνεπεία των οποίων η επίμαχη έκταση απώλεσε τον δασικό της χαρακτήρα πριν τις 11.6.1975. Εφόσον δε ο ακυρωτικός δικαστής κρίνει ότι με τα στοιχεία αυτά δεν τίθενται ζητήματα τεχνικής φύσεως σχετικά με τη βλάστηση της εκτάσεως, τα οποία θα μπορούσαν να είχαν υποβληθεί ενώπιον του αρμοδίου για την εξέταση των αντιρρήσεων διοικητικού οργάνου και να αξιολογηθούν από αυτό, αλλά ότι από τα στοιχεία αυτά κλονίζεται η αιτιολογία της αποφάσεως μερικής κυρώσεως του δασικού χάρτη, την ακυρώνει, κατά το μέρος που αφορά το επίδικο ακίνητο, και αναπέμπει την υπόθεση στη Διοίκηση, προκειμένου να εξετάσει εκ νέου, υπό το πρίσμα των νέων αυτών στοιχείων, τον δασικό ή μη χαρακτήρα του συγκεκριμένου τμήματος της χαρτογραφηθείσης περιοχής, αναμορφώνοντας κατάλληλα τον δασικό χάρτη, κατά τη διαδικασία που προβλέπουν τα άρθρα 17 – 19 του ν. 3889/2010, ανάλογα με το στάδιο στο οποίο ευρίσκεται η διαδικασία κύρωσης των δασικών χαρτών. Μετά τη μερική κύρωση του δασικού χάρτη η αναμόρφωση αυτού επιτρέπεται μετά την ισχύ του άρθρου 48 του ν. 4685/2020 μόνον στις εξαιρετικές περιπτώσεις. Μεταξύ των περιπτώσεων αυτών, περιλαμβάνεται η περίπτωση της αναμόρφωσης του δασικού χάρτη σε ακίνητα εκτός σχεδίου, σύμφωνα με οικοδομικές άδειες που είχαν εκδοθεί πριν από την 11η.6.1975 και δεν έχουν ανακληθεί ή ακυρωθεί και οι οποίες είχαν παραλειφθεί κατά την αρχική κύρωση. Συνεπώς, εάν μεταξύ των στοιχείων του φακέλου της διοικήσεως ή από προσκομιζόμενα από τον ενδιαφερόμενο στοιχεία, προκύπτει η ύπαρξη τέτοιων πράξεων η Διοίκηση είναι υποχρεωμένη να τις εξετάσει, αναμορφώνοντας το δασικό χάρτη αν συντρέχει νόμιμη περίπτωση. Στο στάδιο όμως αυτό η αναμόρφωση επιτρέπεται μόνον στις συγκεκριμένες αυτές περιπτώσεις και επομένως ενδιαφερόμενος ο οποίος δεν έχει ασκήσει αντιρρήσεις για την μορφή της εκτάσεως δεν μπορεί να ασκήσει στο εν λόγω στάδιο, της αναμόρφωσης του μερικώς κυρωθέντος δασικού χάρτη, αντιρρήσεις με αυτό το περιεχόμενο.

Από οικοδομικές άδειες, οι οποίες είχαν εκδοθεί πριν την έναρξη της ισχύος του Συντάγματος του 1975 και οι οποίες δεν προκύπτει ότι έχουν ακυρωθεί ή ανακληθεί, φαίνεται ότι η αναφερόμενη σε αυτές έκταση των 143 τ.μ., επί της οποίας είχαν ανεγερθεί ισόγεια κτίσματα (αποθήκη, πατητήρι) για τη λειτουργία οινοποιείου, έπρεπε να εξαιρεθεί από τη δασική νομοθεσία. Συνεπώς, για τον ανωτέρω λόγο, βασίμως προβαλλόμενο, πρέπει να γίνει δεκτή η υπό κρίση αίτηση, να ακυρωθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος που αφορά στο τμήμα της επιφάνειας του ακινήτου της αιτούσας που περιλήφθηκε στον κυρωθέντα δασικό χάρτη, το οποίο είναι απολύτως αναγκαίο για την εφαρμογή των συγκεκριμένων οικοδομικών αδειών και να αναπεμφθεί η υπόθεση στη Διοίκηση, προκειμένου, επανεξετάζοντας την υπόθεση, να λάβει υπόψη τις προσκομισθείσες οικοδομικές άδειες και να κρίνει αν οι άδειες αυτές αφορούν στην επίμαχη έκταση, σε καταφατική δε περίπτωση αν η επίμαχη έκταση πρέπει να εξαιρεθεί από τη δασική νομοθεσία.

Είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, λόγος με τον οποίον προβάλλονται ισχυρισμοί τεχνικής φύσεως σχετικά με τον μη δασικό χαρακτήρα της επίμαχης εκτάσεως, οι οποίοι δεν είχαν προβληθεί κατά το στάδιο της ανάρτησης που προηγήθηκε της μερικής κυρώσεως του δασικού χάρτη, ενώπιον του αρμοδίου για την εξέταση των αντιρρήσεων διοικητικού οργάνου, προκειμένου να αξιολογηθούν από αυτό. Η κρινόμενη αίτηση πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή και να ακυρωθεί μερικώς η προσβαλλόμενη απόφαση τού Συντονιστή Αποκεντρωμένης Διοίκησης Αττικής, κατά το μέρος που αφορά στην περιληφθείσα στον κυρωθέντα δασικό χάρτη έκταση του κτίσματος της αιτούσας, η οποία αποτελεί την επί του εδάφους υλοποίηση των προσκομισθεισών ενώπιον της Διοικήσεως οικοδομικών αδειών».

ΚΛΗΡΩΣΗ ΜΕ ΔΩΡΟ

Εγγραφείτε στο Newsletter και εξασφαλείστε την συμμετοχή σας

Προτιμήσεις Cookies

Μπορείτε να ορίσετε τις προτιμήσεις συγκατάθεσης και να προσδιορίσετε με ποιους τρόπους θέλετε να χρησιμοποιούνται τα δεδομένα σύμφωνα με τους παρακάτω σκοπούς.

Απολύτως Απαραίτητα Cookies

Τα cookies αυτά είναι ουσιαστικής σημασίας για την ορθή λειτουργία του ιστότοπου, σας επιτρέπουν να κάνετε περιήγηση και να χρησιμοποιήσετε τις λειτουργίες του, όπως πρόσβαση σε ασφαλείς περιοχές. Τα cookies αυτά είναι αναγκαία για τη λειτουργία του ιστοτόπου και χωρίς αυτά δεν θα ήταν τεχνικά εφικτή η παροχή υπηρεσιών του ιστοτόπου.

Cookies Aνάλυσης

Η υπηρεσία Google Analytics χρησιμοποιείται για την ανάλυση στατιστικών στοιχείων με σκοπό την βελτίωση της εμπειρίας των επισκεπτών της ιστοσελίδας. Χρησιμοποιούνται για να συλλέξουν πληροφορίες και να αναλύσουν πώς οι επισκέπτες χρησιμοποιούν τον ιστότοπο (για παράδειγμα τις κινήσεις από και προς αυτόν, τις σελίδες που έχουν την πιο συχνή επισκεψιμότητα και αυτές που παρουσιάζουν λάθη) ώστε να βελτιώνουμε συνεχώς την εμπειρία περιήγησης στον ιστότοπό μας. Όλες οι πληροφορίες που συλλέγονται από τα cookies είναι ανώνυμες και δε χρησιμοποιούνται για να σας ταυτοποιήσουν.Η πολιτική χρήσης της Google όσον αφορά την νομοθεσία για τα προσωπικά δεδομένα βρίσκεται εδώ: https://privacy.google.com/businesses/compliance/

Cookies Τρίτων Προμηθευτών

Η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies τρίτων για λόγους εξατομίκευσης του περιεχομένου τους καθώς επίσης και για λόγους διαφήμισης.