ecopress
Άρθρο γνώμης του Θεοχάρη Χατζηγρηγορίου* h.audit.services@gmail.com Η δημόσια διαβούλευση του νέου Κώδικα Τοπικής Αυτοδιοίκησης έκλεισε, και ανάμεσα στις εκατοντάδες διατάξεις του ένα σημείο προκάλεσε... Αδέσποτα ζώα & Δήμοι: όταν αφαιρείς μια δικλίδα, χωρίς να βάλεις άλλη

Άρθρο γνώμης του Θεοχάρη Χατζηγρηγορίου*

h.audit.services@gmail.com

Η δημόσια διαβούλευση του νέου Κώδικα Τοπικής Αυτοδιοίκησης έκλεισε, και ανάμεσα στις εκατοντάδες διατάξεις του ένα σημείο προκάλεσε εύλογη αναστάτωση στη φιλοζωική κοινότητα: η παράγραφος του άρθρου 720 που εξαιρεί τα αρμόδια αιρετά πρόσωπα από την ποινική δίωξη για αδικήματα τελούμενα διά παραλείψεως κατά την περισυλλογή αδέσποτων ζώων. Αξίζει να δούμε το ζήτημα όχι με τη γλώσσα της αγανάκτησης, αλλά με τη γλώσσα του κινδύνου — γιατί εκεί κρύβεται το πραγματικό πρόβλημα.

♦ Θεσμικοί Πειραματισμοί για την προστασία Αιρετών αντί των ίδιων των ζώων

Ας ξεκαθαρίσουμε πρώτα τι δεν συμβαίνει. Η διάταξη δεν «καταργεί τη λογοδοσία» των αιρετών συνολικά, και η ρητορική της απόλυτης κατάργησης βλάπτει την ίδια την υπόθεση που υπερασπίζεται. Η αργία είναι διοικητικό μέτρο· η ποινική δίωξη διά παραλείψεως είναι εντελώς διαφορετικός μηχανισμός. Στην πράξη, μάλιστα, η ποινική δίωξη ενός δημάρχου για παράλειψη στη διαχείριση αδεσπότων ήταν ανέκαθεν νομικά δυσχερής, λόγω αιτιώδους συνάφειας και υποκειμενικής υπόστασης. Όποιος υποστηρίζει ότι γκρεμίζεται ένα εύρωστο καθεστώς τιμωρίας, υπερβάλλει.

Εξίσου παραπλανητική, ωστόσο, είναι και η αντίθετη ανάγνωση: εκείνη που θέλει την επίμαχη παράγραφο απλή «ατυχή διατύπωση». Μια διάταξη νόμου δεν «ξεφεύγει» όπως μια κουβέντα σε μια συνέντευξη. Περνά από νομοπαρασκευαστική και νομοτεχνική επεξεργασία και συνοδεύεται υποχρεωτικά από αιτιολογική έκθεση και ανάλυση συνεπειών ρύθμισης κατά τον ν. 4622/2019· όσοι έχουμε δει τη διαδικασία από κοντά, σε ρυθμίσεις του αναλόγου επαγγελματικού πεδίου, το γνωρίζουμε καλά. Όταν μια ρύθμιση χρησιμοποιεί στοχευμένη νομική ορολογία — «διά παραλείψεως», «περισυλλογή αδέσποτων» — και μάλιστα ικανοποιεί ένα καταγεγραμμένο, πάγιο αίτημα της Αυτοδιοίκησης, δεν είναι ατύχημα διατύπωσης· είναι συνειδητή επιλογή που έκανε ακριβώς αυτό που σχεδιάστηκε να κάνει.

Ούτε η ταχύτητα με την οποία αναδιατυπώθηκε λειτουργεί ως άλλοθι· μάλλον το αντίθετο. Η γρήγορη υπαναχώρηση φαίνεται να έγινε (και εάν τελικά δεν υλοποιηθεί) υπό πίεση, και ό,τι αποσύρεται βιαστικά μετά από οργανωμένη αντίδραση ήταν αρκετά ουσιαστικό ώστε να κοστίζει. Ατυχής δεν ήταν η διατύπωση· ατυχής, για όσους τη σχεδίασαν, ήταν η αντίδραση που δεν περίμεναν. Κι αν δεχθούμε, χάριν συζητήσεως, ότι η παράγραφος δεν αιτιολογήθηκε καν στην έκθεση, το συμπέρασμα είναι ακόμη χειρότερο: πρόκειται για νομοθέτηση χωρίς τεκμηρίωση. Το ένα σενάριο είναι δυσμενέστερο του άλλου.

Το πραγματικό πρόβλημα είναι πιο λεπτό και γι’ αυτό πιο σοβαρό. Σε κάθε σύστημα ελέγχου, όταν αφαιρείς μια δικλίδα, ο κίνδυνος δεν εξαφανίζεται· μετατοπίζεται και μεγαλώνει, εκτός αν τοποθετήσεις άλλη στη θέση της. Εδώ ο νομοθέτης κάνει ακριβώς το πρώτο χωρίς το δεύτερο: περιορίζει ταυτόχρονα το διοικητικό μέτρο της αργίας και τον ποινικό μοχλό για τις παραλείψεις, χωρίς να εισάγει κανένα αντιστάθμισμα. Το αποτέλεσμα δεν είναι «ατιμωρησία» με την απόλυτη έννοια· είναι ένα λογοδοσιακό κενό.

Και το κενό αυτό έχει συγκεκριμένο κόστος. Ο νόμος 4830/2021 επιβάλλει στους δήμους δεσμευτικές υποχρεώσεις: περισυλλογή, στείρωση, σήμανση, περίθαλψη. Η εμπειρία δείχνει ότι η μη εκτέλεσή τους είναι ο κανόνας, όχι η εξαίρεση. Αν η μόνη ουσιαστική συνέπεια της χρόνιας αδράνειας ήταν, έστω θεωρητικά, η απειλή ποινικής ευθύνης, η εξάλειψή της μειώνει το ήδη ισχνό κίνητρο συμμόρφωσης. Αυτό λέγεται ηθικός κίνδυνος, και είναι το ακριβές όνομα του προβλήματος.

Υπάρχει και η ευρύτητα της διατύπωσης. Ο όρος «διά παραλείψεως» δεν διακρίνει ανάμεσα στη μεμονωμένη, συγγνωστή αβλεψία και στη συστηματική, επαναλαμβανόμενη, εν γνώσει μη συμμόρφωση. Οι δύο περιπτώσεις είναι ποιοτικά διαφορετικές, αλλά η διάταξη τις καλύπτει εξίσου. Και επειδή η ευθύνη που αποσύρεται από τους αιρετούς δεν εξατμίζεται, μεταφέρεται στους εθελοντές, στις φιλοζωικές οργανώσεις και στα ίδια τα ζώα, που πληρώνουν στην πράξη την παράλειψη που ο νόμος πλέον αποποινικοποιεί.

Η λύση δεν είναι ο μαξιμαλισμός. Το αίτημα της Αυτοδιοίκησης για προστασία από ευκαιριακές διώξεις είναι θεμιτό, και κανείς λογικός άνθρωπος δεν ζητά να ποινικοποιηθεί κάθε διοικητικό λάθος. Η λύση είναι να διατηρηθεί ο μοχλός για τις βαρείες περιπτώσεις και να συνδεθεί η απαλλαγή με θετικές υποχρεώσεις απόδοσης λόγου. Αν ένας αιρετός μπορεί να αποδείξει εύλογη και τεκμηριωμένη προσπάθεια εφαρμογής του νόμου, ας προστατεύεται. Αν επιδεικνύει συστηματική ή εν γνώσει αδράνεια, αν δεν υποβάλλει καν ή δεν υλοποιεί το εγκεκριμένο επιχειρησιακό πρόγραμμα, η εξαίρεση δεν πρέπει να τον καλύπτει.

Και πέρα από την ποινική διάσταση, χρειάζονται αντισταθμιστικοί διοικητικοί μηχανισμοί που σήμερα λείπουν: υποχρεωτική ετήσια αναφορά εκτέλεσης των προγραμμάτων προς την Ειδική Γραμματεία Προστασίας Ζώων Συντροφιάς, με δημόσια ανάρτηση· δεσμευτικά χρονοδιαγράμματα αποκατάστασης· σύνδεση της μη υλοποίησης με τη χρηματοδότηση· ανεξάρτητος, περιοδικός έλεγχος από τους Εσωτερικούς Ελεγκτές Δήμων , Περιφερειών και Αποκεντρωμένης. Αυτά δίνουν στους συνεπείς αιρετούς την ασφάλεια δικαίου που επιδιώκει ο Κώδικας, χωρίς να μετατρέπουν την απαλλαγή σε άδεια αδράνειας.

Αν δούμε τη συνολική εικόνα, αυτό που έχουμε μπροστά μας μοιάζει περισσότερο με νομοθετικό και θεσμικό πειραματισμό παρά με ώριμη ρύθμιση. Εισάγεται μια άγνωστη μέχρι σήμερα εξαίρεση — ποινική απαλλαγή για παραλείψεις — σε ένα ευαίσθητο πεδίο, χωρίς τεκμηρίωση, χωρίς μέτρηση συνεπειών, χωρίς καμία πιλοτική δοκιμή, και αποσύρεται μόλις «δοκιμαστεί» στην πράξη της δημόσιας αντίδρασης. Αυτός ακριβώς είναι ο ορισμός του πειραματισμού: δοκιμή και σφάλμα πάνω σε ζωντανούς θεσμούς. Και δεν περιορίζεται στη μία παράγραφο· συντελείται ταυτόχρονα στην ίδια την αρχιτεκτονική της λογοδοσίας, με τον παράλληλο περιορισμό της αργίας, χωρίς κανείς να έχει υπολογίσει το συστημικό αποτέλεσμα.

Το ζήτημα, εντέλει, δεν είναι μόνο πόσο αγαπάμε και θέλουμε να προστατέψουμε τα αδέσποτα· είναι αν κατανοούμε τι σημαίνει λογοδοσία. Η λογοδοσία δεν είναι τιμωρία· είναι δικλίδα. Και όταν ο νομοθέτης αφαιρεί μια δικλίδα στο όνομα της ασφάλειας δικαίου, οφείλει να μας πει ποια βάζει στη θέση της. Όσο η απάντηση εκκρεμεί, η παρ. 3 του άρθρου 720 παραμένει όχι ρύθμιση που προστατεύει, αλλά ρύθμιση που νομιμοποιεί την αδράνεια.

Υπάρχει, ωστόσο, και μια τελευταία ειρωνεία, που διαφεύγει από όσους υπερασπίζονται τη διάταξη ως «προστασία». Τέτοιες νομικίστικες λύσεις όχι μόνο δεν θωρακίζουν δήμους και αιρετούς, αλλά τους αφήνουν πιο εκτεθειμένους. Μια ασαφής εξαίρεση γεννά δικαστικές διαμάχες για το εύρος της· η ποινική απαλλαγή δεν αίρει την αστική, την πειθαρχική και τη δημοσιονομική ευθύνη, ούτε τον έλεγχο του Ελεγκτικού Συνεδρίου· και μια διάταξη που αναδιατυπώνεται υπό πίεση σήμερα μπορεί να αναιρεθεί αύριο, εκθέτοντας αναδρομικά όποιον στηρίχθηκε σε αυτήν. Ασφάλεια δικαίου δεν προσφέρει ο πρόχειρος πειραματισμός· τη χαρίζει ο καθαρός, τεκμηριωμένος και σταθερός κανόνας. Κι έτσι, αυτό που παρουσιάστηκε ως ασπίδα αποδεικνύεται στην πράξη ρήγμα, που αντί να προστατέψει τους αιρετούς μπορεί να τους εκθέσει ανεπανόρθωτα και σε πραγματικούς αλλά και ηθικούς κινδύνους.

Την ίδια ώρα που γράφω τις γραμμές αυτές, δεν μπορώ να ξεχάσω την εικόνα με εξαθλιωμένα αδέσποτα που είδα σε παραλία της Κερατέας – σε μια «γκρι» διοικητικών ορίων περιοχή, που πήγα προχθές να πιάσω έναν αδέσποτο τυφλό γάτο και προσπαθώ να οργανώσω ομάδα εθελοντών να πάμε να στειρώσουμε τα ζώα που ζουν εκει.

* Θεοχάρης Χατζηγρηγορίου, Υποψ. Διδάκτωρ ΕΚΠΑ, Φιλόζωος- Εθελοντής

ΚΛΗΡΩΣΗ ΜΕ ΔΩΡΟ

Εγγραφείτε στο Newsletter και εξασφαλείστε την συμμετοχή σας