Της Δρος Αικ. Γ. Κωνσταντοπούλου* Κάθε χημικό υλικό που χρησιμοποιείται παγκοσμίως στην επεξεργασία νερού είναι άριστο γιατί όλα είναι εγκεκριμένα για χρήση σε πόσιμο... Επιλογή απολυμαντικού μέσου στην επεξεργασία νερού
Της Δρος Αικ. Γ. Κωνσταντοπούλου*

Κάθε χημικό υλικό που χρησιμοποιείται παγκοσμίως στην επεξεργασία νερού είναι άριστο γιατί όλα είναι εγκεκριμένα για χρήση σε πόσιμο νερό από τοπικούς αρμόδιους φορείς και όλα είναι πλήρως και σε βάθος μελετημένα για επιπτώσεις στην υγεία των καταναλωτών (WHO, US Environmental Protection Agency EPA, ερευνητές επιστήμονες κλπ). Γι αυτό, οι έγκυροι φορείς έχουν εκδώσει οδηγίες για τα επιτρεπτά όρια των παραπροϊόντων και των υπολειμμάτων των χημικών υλικών, αλλά και κάθε άλλης ουσίας μέσα στο πόσιμο νερό, που ενδέχεται να επιβαρύνει την ανθρώπινη υγεία (οδηγίες EPA για τις ΗΠΑ, οδηγίες Ευρωπαϊκής Ένωσης για τα κράτη-μέλη και οδηγίες πολλών χωρών εκτός ΗΠΑ και ΕΕ).

Κανένα χημικό υλικό που χρησιμοποιείται στην επεξεργασία νερού δεν συνιστά σήμερα «νέα τεχνολογία» ή «καινοτομία»: πχ το διοξείδιο του χλωρίου είναι ήδη σχεδόν 80 ετών. Ως «νέες τεχνολογίες» (και πάντως ήδη άνω των 20 ετών) μπορούν να χαρακτηριστούν αυτές που καταργούν κάθε χρήση χημικών ουσιών στην επεξεργασία νερού, όχι όμως και στη διανομή του.

Όπως είναι ευνόητο, τα χημικά υλικά που χρησιμοποιούνται στα στάδια της επεξεργασίας του νερού αφορούν άμεσα τη Δημόσια Υγεία. Γι αυτό η επιλογή τους προϋποθέτει εκτενείς γνώσεις και μακρά εμπειρία εξειδικευμένη στην επεξεργασία νερού, και ταυτόχρονα σοβαρότητα και υπευθυνότητα απέναντι στους καταναλωτές. Είναι σαφές ότι το σύνολο των προϋποθέσεων αυτών μπορεί να βρεθεί αποκλειστικά και μόνον

α. σε εταιρείες ύδρευσης που περιλαμβάνουν και επεξεργασία νερού και β. σε έμπειρους Χημικούς Μηχανικούς ή Μηχανικούς Περιβάλλοντος ή Μηχανικούς Παραγωγής εξειδικευμένους στην επεξεργασία νερού.

ΑΠΟΛΥΜΑΝΣΗ ΝΕΡΟΥ-ΜΕΘΟΔΟΙ

Τα στάδια επεξεργασίας του νερού είναι

>Προαπολύμανση

>Κροκίδωση

>Καθίζηση

> Διήθηση

>Μετα-απολύμανση ή τελική απολύμανση

Από όλα αυτά, αναντίρρητα η απολύμανση (πρώτο και τελευταίο στάδιο της επεξεργασίας) είναι το σημαντικότερο, όπως επιβεβαιώνει και ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (WHO). Σημειώνεται ότι

  • στην απολύμανση συμμετέχουν ενεργά και τα υπόλοιπα στάδια της επεξεργασίας του νερού (κροκίδωση, καθίζηση, διήθηση (φίλτρα)), η πλημμελής λειτουργία των οποίων οδηγεί σε διατήρηση παθογόνων μικροοργανισμών
  • το στάδιο της διήθησης έχει κριθεί ως αναγκαία προϋπόθεση-συμβολή στην τελική απομάκρυνση των παθογόνων από το υπό επεξεργασία νερό
  • υπάρχει πάντα η δυνατότητα προεπεξεργασίας του νερού πριν αυτό οδηγηθεί στην εγκατάσταση επεξεργασίας.

Οι μέθοδοι απολύμανσης είναι οι εξής:

– Χλώριο. Υπογραμμίζεται ότι ως χλώριο χαρακτηρίζονται διεθνώς συνοπτικά οι χημικές ουσίες απολύμανσης που, προστιθέμενες στο νερό, δημιουργούν ως ενεργό συστατικό το υποχλωριώδες ιόν. Ετσι, ως χλώριο χαρακτηρίζεται το αέριο που χρησιμοποιεί η ΕΥΔΑΠ, το υγρό υποχλωριώδες νάτριο γνωστό ως χλωρίνη που χρησιμοποιούν οι ΔΕΥΑ και το στερεό υποχλωριώδες ασβέστιο.

– Όζον

-Διοξείδιο του χλωρίου (πλέον με επιτόπου παραγωγή γιατί ως αέριο είναι εξαιρετικά επικίνδυνο και διεθνώς έχει απαγορευτεί)

– Υπερμαγγανικό κάλιο

– Χλωραμίνες

– Υπεροξείδιο του υδρογόνου

– Υπεριώδης ακτινοβολία (UV)

– Συνδυασμοί των παραπάνω

ΑΠΟΛΥΜΑΝΣΗ ΝΕΡΟΥ-ΚΡΙΤΗΡΙΑ ΕΠΙΛΟΓΗΣ

Η επιλογή ενός απολυμαντικού μέσου γίνεται με βάση συγκεκριμένα κριτήρια, που είναι τα εξής:

  1. Αποτελεσματικότητα εναντίον των παθογόνων μικροοργανισμών
  2. Ποιότητα ακατέργαστου νερού υπό το πρίσμα της τήρησης της Νομοθεσίας για την ποιότητα του πόσιμου νερού: τα παραπροϊόντα της απολύμανσης πρέπει να βρίσκονται μέσα στα όρια της Νομοθεσίας
  3. Υπολειμματική απολυμαντική δράση μέχρι τη βρύση του καταναλωτή
  4. Δυναμικότητες εγκαταστάσεων -μήκος δικτύου ύδρευσης
  5. Δυνατότητες τοπικής κατά το δυνατόν υποστήριξης της μεθόδου (επαρκής πηγή προμήθειας, εκπαίδευσης και συντήρησης)
  6. Ασφάλεια-τήρηση νομοθεσίας και μέτρων (χειρισμοί, αποθήκευση και μέτρα ασφάλειας και προστασίας σύμφωνα με τη νομοθεσία)
  7. Κόστος.

Είναι σαφές ότι

  • κριτήριο δεν είναι οι υπαρκτές ή ανύπαρκτες διεθνείς πρακτικές και τάσεις
  • τα κριτήρια δεν υπόκεινται σε αυθαίρετους ή κατάλληλα μεταβαλλόμενους συντελεστές βαρύτητας

ΑΝΑΛΥΣΗ ΚΡΙΤΗΡΙΩΝ

Κριτήριο 1: Ως παθογόνα που βρίσκονται στο ανεπεξέργαστο νερό νοούνται κυρίως οι ιοί, τα βακτήρια και τα πρωτόζωα. Για εγκαταστάσεις, που έχουν διήθηση (φίλτρα) και υπό την προϋπόθεση ότι αυτές λειτουργούν σωστά και με υπευθυνότητα, όλα τα απολυμαντικά είναι το ίδιο εξαιρετικά.

Κριτήριο 2: ως προς το ανεπεξέργαστο νερό οι υπό κρίση παράμετροι είναι ο σίδηρος, το μαγγάνιο, η θολότητα και το οργανικό φορτίο, γιατί αυτά μπορεί να

οδηγήσουν σε εν δυνάμει επικίνδυνα παραπροϊόντα απολύμανσης στο πόσιμο νερό. Είναι σαφές ότι τα απολυμαντικά που δεν περιέχουν σίδηρο και μαγγάνιο είναι ισοδύναμα καλά. Η τρίτη παράμετρος αφορά μόνιμη μεγάλη θολότητα τέτοια, που να παραπέμπει σε αυξημένο οργανικό φορτίο (πχ νερά χειμάρρων). Για το τελευταίο, που είναι και η τέταρτη παράμετρος, ακολουθεί συνοπτική αναφορά, επειδή γίνεται αντικείμενο παραπληροφόρησης σε σχέση με το χλώριο.

Εάν το οργανικό φορτίο στο ανεπεξέργαστο νερό είναι ψηλό και χρησιμοποιηθεί αέριο χλώριο για απολύμανση, τότε δημιουργούνται συγκεκριμένα παραπροϊόντα απολύμανσης, γνωστά ως τριαλομεθάνια (ΤΗΜ), που σε μεγάλες συγκεντρώσεις είναι ύποπτα για καρκινογένεση. Για να μηδενίσει τους κινδύνους αυτούς, η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν απαγόρευσε τη χρήση χλωρίου ως απολυμαντικού. Εισήγαγε όμως για πρώτη φορά στην οδηγία 98/83 (83 του 1998, ποιότητα νερού ανθρώπινης κατανάλωσης) ανώτατο επιτρεπτό όριο στα ολικά τριαλομεθάνια τα 150 μ§/ίϊ, που από το τέλος του 2008 μετατράπηκε σε 100 μg/It. Αν λοιπόν τα ανεπεξέργαστα νερά έχουν ελάχιστο οργανικό φορτίο (χωρίς ασυνήθη μεταβολή, τάξη μεγέθους 2.000 μg/It), τότε η χρήση χλωρίου είναι απολύτως ασφαλής. Σημειώνεται ότι για ολοκληρωμένη επεξεργασία νερού στην περίπτωση αυτή, τα ολικά τριαλομεθάνια στο πόσιμο νερό θα είναι πάντοτε λιγότερα από 50 μg/It, δηλαδή λιγότερα από το μισό του ορίου.

Όμως το χλώριο δεν είναι το μόνο απολυμαντικό μέσο που οδηγεί σε παραπροϊόντα απολύμανσης που, αν ξεπεράσουν τα όρια της Νομοθεσίας, θα γίνουν επικίνδυνα για τη Δημόσια Υγεία. Παραπροϊόντα απολύμανσης δημιουργούνται επίσης με τη χρήση των άλλων απολυμαντικών μέσων. Ενδεικτικά αναφέρεται το διοξείδιο του χλωρίου, που παρά την ονομασία του, δεν ανήκει στην κατηγορία του χλωρίου. Η χρήση του ως απολυμαντικό οδηγεί σε παραπροϊόντα, σε χλωριώδη και σε χλωρικά. Τα παραπροϊόντα αυτά, αλλά και το ίδιο το διοξείδιο του χλωρίου μέσα στο πόσιμο νερό, έχουν ισχυρή επικινδυνότητα: επιπτώσεις στο νευρικό σύστημα σε μικρά παιδιά, αιμολυτική αναιμία για όλες τις ηλικίες (δημιουργία τοξικής μεθαιμοσφαιρίνης) και ανάγκη ενημέρωσης και προσοχής των υποβαλλόμενων σε αιμοκάθαρση (οι μονάδες αιμοκάθαρσης υποχρεώνονται να διεξάγουν επεξεργασία απομάκρυνσης των παραπροϊόντων). Γι αυτό και οι χώρες που ήδη χρησιμοποιούν διοξείδιο του χλωρίου για απολύμανση των νερών τους έστω και σε μικρή κλίμακα (πχ ΗΠΑ 5%, Ισπανία κατά περίπτωση για απολύμανση νερών με υψηλό οργανικό φορτίο κλπ) έχουν ήδη θεσπίσει όρια για το υπολειμματικό διοξείδιο του χλωρίου και τα παραπροϊόντα του στο πόσιμο νερό. Η Ευρωπαϊκή Ένωση το 1998 στην οδηγία 98/83 δεν εισήγαγε όρια, ίσως γιατί η χρήση του είναι περιορισμένη από τις χώρες-μέλη (που χρησιμοποιούν κατά 80% το χλώριο ως απολυμαντικό), έδωσε όμως τη δυνατότητα σ’ αυτές να θεσπίσουν περισσότερα και αυστηρότερα όρια στην εσωτερική νομοθεσία προσαρμογής τους. Η Ελληνική ΚΥΑ δεν θέσπισε τέτοια όρια, πιθανότατα γιατί βάσει της Ελληνικής Νομοθεσίας (ΦΕΚ 5Β/9.1.1958, περί απολυμάνσεως του ύδατος των υδρεύσεων, άρθρο 1), «η απολύμανσις του ύδατος των υδρεύσεων θα διενεργείται διά χλωρίου».

Κριτήριο 3: το απολυμαντικό μέσο πρέπει να συνεχίζει να απολυμαίνει μέχρι την πιο απομακρυσμένη βρύση του καταναλωτή, ώστε να διασφαλίζεται η Δημόσια Υγεία. Το κριτήριο αυτό δεν πληρούν όλα τα προαναφερθέντα απολυμαντικά μέσα,

οπότε απαιτείται διαφορετικό απολυμαντικό μέσο για το δίκτυο ύδρευσης και διαφορετικό για την επεξεργασία, με προφανείς δυσμενείς επιπτώσεις στα κριτήρια 6 και 7.

Κριτήριο 4: Το κριτήριο αυτό επηρεάζει άμεσα τις ποσότητες που πρέπει να χρησιμοποιηθούν για την ασφαλή και αποτελεσματική απολύμανση του νερού, τόσο του ανεπεξέργαστου, όσο και του τελικού πόσιμου που θα μεταφερθεί μέσω του δικτύου ύδρευσης στη βρύση του καταναλωτή. Για την ίδια ποιότητα ανεπεξέργαστου νερού είναι προφανές ότι, όσο περισσότερο είναι το ανεπεξέργαστο νερό, τόσο μεγαλύτερη ποσότητα απολυμαντικού απαιτεί. Ανάλογα, όσο μεγαλύτερο είναι το μήκος του δικτύου ύδρευσης, τόσο μεγαλύτερη ποσότητα απολυμαντικού θα πρέπει να προστεθεί, ώστε να εξασφαλιστεί η πλήρης απολύμανση καθ’ όλο το μήκος και μέχρι και τα τερματικά σημεία του δικτύου. Οι μεγαλύτερες ποσότητες προσθήκης απαιτούν μεγαλύτερες εγκαταστάσεις αποθήκευσης ή πιο συχνή τροφοδοσία σε πρώτες ύλες, καταστάσεις που θα επιβαρύνουν και τα παρακάτω κριτήρια 6 και 7.

Κριτήριο 5: το κριτήριο αυτό δεν απαιτεί περαιτέρω ανάλυση: όσο πιο κοντά συγκριτικά και όσο πιο εύκολα προσβάσιμη είναι η πηγή προμήθειας και τεχνικής υποστήριξης, τόσο πιο καλά. Ενδεικτικά αναφέρεται ότι πχ η οδική μεταφορά υπερτερεί της θαλάσσιας.

Κριτήριο 6: Η παράμετρος της ασφάλειας, δηλαδή της σωματικής ακεραιότητας, υγείας και ζωής των ανθρώπων αφορά κατά πρώτον τους άμεσα εργαζόμενους και κατά δεύτερον τους ευρύτερα εργαζόμενους και τους εν γένει περιοίκους. Η ασφάλεια είναι παράμετρος υψίστης σοβαρότητας και οφείλει να αντιμετωπίζεται ανάλογα: χωρίς κινδυνολογίες, δαιμονοποιήσεις και υπερβολές, έτσι ακριβώς όπως την αντιμετωπίζει η παγκόσμια νομοθεσία, η Ευρωπαϊκή νομοθεσία και η ελληνική εναρμόνισή της. Για τους άμεσα εργαζόμενους, η νομοθεσία προβλέπει συγκεκριμένα μέτρα ατομικής προστασίας (ΜΑΠ), διαρκή εκπαίδευση, ενημέρωση κλπ, που κάθε Εταιρεία Ύδρευσης οφείλει να τηρεί. Για τους ευρύτερα εργαζόμενους και τους περιοίκους, η νομοθεσία που ισχύει σήμερα κατ’ εναρμόνιση με την ευρωπαϊκή είναι η ΚΥΑ 172058/2016 (Καθορισμός κανόνων, μέτρων και όρων για την αντιμετώπιση κινδύνων από ατυχήματα μεγάλης έκτασης σε εγκαταστάσεις ή μονάδες, λόγω της ύπαρξης επικίνδυνων ουσιών, σε συμμόρφωση με τις διατάξεις της οδηγίας 2012/18/ΕΕ «για την αντιμετώπιση των κινδύνων μεγάλων ατυχημάτων σχετιζομένων με επικίνδυνες ουσίες και για την τροποποίηση και στη συνέχεια την κατάργηση της οδηγίας 96/82/ΕΚ του Συμβουλίου» του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 4ης Ιουλίου 2012. Αντικατάσταση της υπ’ αριθ. 12044/613/2007 (Β’376), όπως διορθώθηκε (Β’2259/2007)).

Σημειώνεται ότι η ΚΥΑ περιλαμβάνει ΠΛΗΘΟΣ χημικών ουσιών, που είτε τις κατονομάζει (μέρος 1), είτε τις περιλαμβάνει κατά τα κοινά τους χαρακτηριστικά που τις κάνουν επικίνδυνες (μέρος 2). Έτσι, για την επιλογή ουσίας ως απολυμαντικού μέσου, είναι απόλυτα αναγκαία η επίγνωση της κατηγορίας της ουσίας σύμφωνα με τη Νομοθεσία, τόσο αυτής όσο και των τυχόν συστατικών επιτόπου παραγωγής της, προκειμένου να ληφθούν τα κατάλληλα μέτρα. Όλες οι

χημικές ουσίες που αναφέρθηκαν και χρησιμοποιούνται στην απολύμανση του νερού υπάγονται στη Νομοθεσία. Και επειδή η ανθρώπινη ζωή είναι πάνω απ’ όλα, η επικινδυνότητα των χημικών ουσιών απολύμανσης θα πρέπει να οδηγήσει στην υπογειοποίηση των εγκαταστάσεων απολύμανσης χωρίς εξαίρεση και με κάθε τρόπο. Ακόμα και για υφιστάμενες εγκαταστάσεις υπάρχει η λύση της δημιουργίας υπερκείμενου τύμβου.

Κριτήριο 7: Είναι αυτονόητο ότι για να συγκριθεί το κόστος απολύμανσης δύο μέσων, πρέπει να χρησιμοποιηθούν τα ίδια μέτρα σύγκρισης, προκειμένου να μην υπάρξει κίνδυνος τεχνητής διόγκωσης ή τεχνητής μείωσης ενός έναντι του άλλου. Ασφαλώς το κριτήριο είναι πολυδιάστατο και, εκτός από τα προφανή (κόστη εγκατάστασης, λειτουργίας, συντήρησης, αντίστοιχα κόστη τυχόν διαφορετικού απολυμαντικού μέσου για το δίκτυο ύδρευσης κλπ) περιλαμβάνει τα κόστη ποσότητας ανά κυβικό μέτρο ακατέργαστου νερού για να επιτευχθεί το ίδιο αποτέλεσμα στην επεξεργασία, καθώς και το κόστος ποσότητας ανά μέτρο μήκους αγωγού για να επιτευχθεί το ίδιο αποτέλεσμα στη διανομή του πόσιμου νερού.

Τα κριτήρια που προαναφέρθηκαν αφορούν γενικά την επιλογή απολυμαντικού μέσου στην αρχική φάση του σχεδιασμού μιας νέας εγκατάστασης επεξεργασίας νερού.

Τα ίδια κριτήρια ασφαλώς ισχύουν και κατά την εξέταση αλλαγής της μορφής του χλωρίου, πχ αντικατάστασης του αερίου χλωρίου από υγρό υποχλωριώδες νάτριο ή από στερεό υποχλωριώδες ασβέστιο.

Και βεβαίως ισχύουν και στην περίπτωση αντικατάστασης ενός απολυμαντικού μέσου από ένα άλλο. Υπογραμμίζεται ότι η μετάβαση από ένα απολυμαντικό σε άλλο σε ήδη λειτουργούσες εγκαταστάσεις τίθεται υπό κρίση μόνον εφόσον έχουν μεταβληθεί δραματικά τα (μικροβιακά και χημικά) ποιοτικά χαρακτηριστικά του ανεπεξέργαστου νερού και ταυτόχρονα δεν έχουν αποδώσει οι κατά περίπτωση επιβεβλημένες μεταβολές στα σημεία προσθήκης του απολυμαντικού σε συνδυασμό με άλλες βελτιώσεις στην επεξεργασία του νερού.

Υπενθυμίζεται ότι στην Ελλάδα το χλώριο (με τις μορφές που προαναφέρθηκαν στην αρχή) είναι υποχρεωτικό απολυμαντικό μέσο για το πόσιμο νερό (ΦΕΚ 5Β/9.1.1958, άρθρο 1) και κάθε αντικατάστασή του με άλλο απαιτεί σειρά ενεργειών που θα στηρίξουν αίτημα αλλαγής του προς τις αρμόδιες αρχές (ΦΕΚ 5Β/9.1.1958 άρθρο 2).

ΕΥΔΑΠ

Η ΕΥΔΑΠ από την εποχή της προκατόχου της ULEN (1927, Φράγμα Μαραθώνα και Εγκαταστάσεις Επεξεργασίας Νερού Γαλατσίου) και μετέπειτα ΕΕΥ χρησιμοποιεί αέριο χλώριο. Μέχρι σήμερα δεν έχει υπάρξει αξιοσημείωτη μεταβολή των ποιοτικών χαρακτηριστικών του ανεπεξέργαστου νερού και δεν χρειάστηκαν μόνιμες τροποποιήσεις στην επεξεργασία του νερού. Έγιναν βεβαίως οι κατάλληλες περιστασιακές προσθήκες επιπλέον χημικής ουσίας στις περιόδους ακραίας λειψυδρίας το 1993 (στις εγκαταστάσεις επεξεργασίας) και το 2008 (προεπεξεργασία στο νερό του Μαραθώνα).

Συνεκτιμώντας όλα τα παραπάνω (κριτήρια κλπ), τόσο για αρχικό σχεδιασμό, όσο για ήδη λειτουργούσες εγκαταστάσεις, και για επεξεργασία νερών με τα ποιοτικά χαρακτηριστικά, τη δυναμικότητα των εγκαταστάσεων και το μήκος του δικτύου της ΕΥΔΑΠ, το χλώριο αποτελεί μονόδρομο χωρίς ισοδύναμη εναλλακτική.

Συγκεκριμένα:

  • το οργανικό φορτίο των ανεπεξέργαστων νερών της ΕΥΔΑΠ είναι μικρότερο των 2 μg/lt (2.000 μg/lt), άρα τα ανεπιθύμητα παραπροϊόντα της απολύμανσης με χλώριο (ΤΗΜ) αναμένονται εντός των ορίων της νομοθεσίας. Στην πράξη, είναι μικρότερα του μισού του ορίου της νομοθεσίας (κατά μέσο όρο 25 μg/lt). Η ΕΥΔΑΠ τα διατηρεί σε αυτά τα χαμηλά επίπεδα χωρίς τροποποιήσεις στην επεξεργασία.
  • οι δυναμικότητες των εγκαταστάσεων της ΕΥΔΑΠ είναι τέτοιες που απαιτούν μεγάλες διαθέσιμες ποσότητες (για αποθήκευση, παραγωγή και προσθήκη στο νερό) των πρώτων υλών παραγωγής άλλων απολυμαντικών, πχ υγρού υποχλωριώδους νατρίου, διοξειδίου του χλωρίου κλπ.
  • Οι πρώτες ύλες παραγωγής σχεδόν όλων των απολυμαντικών ουσιών υπάγονται επίσης στην ΚΥΑ επικίνδυνων ουσιών, συνεπώς υπάρχει η ίδια επικινδυνότητα με το χλώριο (αν όχι μεγαλύτερη, γιατί άλλα απολυμαντικά παράγονται από περισσότερες της μιας ουσίες) και η ίδια (αν όχι μεγαλύτερη) επιβάρυνση στο κόστος ασφάλειας, άρα και στο συνολικό.
  • το μήκος του δικτύου ύδρευσης της ΕΥΔΑΠ είναι τέτοιο, ώστε οι ποσότητες άλλων απολυμαντικών μέσων με υπολειμματική δράση (πχ διοξείδιο του χλωρίου) που απαιτούνται για το δίκτυο θα οδηγήσουν σε ανεπιθύμητα παραπροϊόντα πολύ πάνω από τα επιτρεπτά όρια που έχουν θεσπίσει χώρες που ήδη χρησιμοποιούν αυτούς τους τρόπους απολύμανσης έστω και σε πολύ περιορισμένη κλίμακα. Έτσι, για την τελική απολύμανση του πόσιμου νερού πριν την εισαγωγή του στο δίκτυο, θα απαιτηθεί διαφορετική μέθοδος απολύμανσης (είτε με χλώριο, είτε με μονοχλωραμίνη). Αυτό απαιτεί διαφορετικές εγκαταστάσεις τελικής απολύμανσης, άρα υπερδιπλασιασμό του συνολικού κόστους απολύμανσης (ως εγκατάστασης, λειτουργίας, προμήθειας υλικών, εκπαίδευσης, επιπλέον εφαρμογής μέτρων ασφαλείας, επιπλέον μελετών για την ΚΥΑ επικίνδυνων ουσιών κλπ) και πολλαπλασιασμό των κινδύνων, δεδομένου ότι οι επικίνδυνες ουσίες που θα υπάγονται στην ΚΥΑ θα είναι σίγουρα περισσότερες από 2 (αντί της μιας) και διαφορετικές μεταξύ τους.

Παρά την επαλήθευση της πράξης με τα προαναφερθέντα κριτήρια, η ΕΥΔΑΠ διερεύνησε ενδελεχώς την τελευταία εικοσαετία άλλες μεθόδους απολύμανσης, χημικές και μη, χωρίς καμία από αυτές να υπερτερεί του χλωρίου, για αυτό και το διατήρησε. Παράλληλα, ανέθεσε σε ομάδα εμπειρογνωμόνων του Πανεπιστημίου Αιγαίου τη μελέτη «Εναλλακτικές μέθοδοι απολύμανσης του πόσιμου νερού». Η μελέτη διάρκεσε από το 2001 ως τον Ιούνιο 2005 και ρητά διατυπώνει το συμπέρασμα ότι «δεν προτείνεται η αλλαγή απολυμαντικού».

*Δρ Αικ. Γ. Κωνσταντοπούλου Χημικός Μηχανικός ΕΜΠ, Δρ ΕΜΠ πρώην Βοηθός Γενική Διευθύντρια Λειτουργίας Δικτύων και Εγκαταστάσεων ΕΥΔΑΠ ΑΕ.

ΚΛΗΡΩΣΗ ΜΕ ΔΩΡΟ

Εγγραφείτε στο Newsletter και εξασφαλείστε την συμμετοχή σας