Η προστασία της φύσης και η ανάπτυξη δεν είναι εχθροί
ΕνέργειαΕπωνύμωςΟικιστικάΟικονομίαΠεριβάλλονΠολεοδομίαΥποδομέςΦυσικοί πόροιΧωροταξία 20 Μαΐου 2026 Αργύρης
Της Ιφιγένεια Τσακαλογιάννη, Δικηγόρος ΜΔΕ, MSc Υπ. ΔΝ

Το ελληνικό φυσικό περιβάλλον αξίζει ένα σταθερό, συνεκτικό και αποτελεσματικό σύστημα προστασίας. Ένα σύστημα που να μην καθυστερεί, να μην αφήνει κενά και να μην δημιουργεί αβεβαιότητα. Ένα σύστημα που να προστατεύει πραγματικά τη βιοποικιλότητα, αλλά ταυτόχρονα να επιτρέπει και τον σωστό σχεδιασμό των βιώσιμων δραστηριοτήτων. Γιατί η προστασία της φύσης και η ανάπτυξη δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται ως εχθροί. Είναι δύο πλευρές της ίδιας ανάγκης για ένα βιώσιμο μέλλον.
Αυτό είναι το κεντρικό μήνυμα της δεύτερης έκδοσης του βιβλίου, με τίτλο: «Προστατευόμενες Περιοχές- Νομική θεώρηση του σύγχρονου πλαισίου – Η ορθολογική κατανομή και τα επιτρεπτά όρια των ανθρωπογενών παρεμβάσεων», που υπογράφουν οι:Κωνσταντίνος Καρατσώλης, Δικηγόρος , Δρ Δίκαιο Περιβάλλοντος και Πολεοδομίας, Επιμελητής, και οι Συγγραφείς Ιφιγένεια Τσακαλογιάννη, Δικηγόρος ΜΔΕ, MSc Υπ. ΔΝ και Εύα Κολοβέντζου Δικηγόρος LLM.
Προστατευόμενες Περιοχές: βιβλίο για ισχυρή προστασία και βιώσιμες δραστηριότητες
Και είναι ένα μήνυμα που απευθύνεται όχι μόνο στους ακαδημαϊκούς και τους νομικούς, αλλά και στα στελέχη της δημόσιας διοίκησης, στον επιστημονικό κόσμο, στους επενδυτές, και σε κάθε πολίτη που κατανοεί ότι η προστασία της φύσης δεν μπορεί να μας περιμένει. Αν κάτι μας έχει διδάξει η μελέτη αυτού του πεδίου, είναι ότι το νομικό και ουσιαστικό κενό αποτελούν δυστυχώς επιλογή — και η επιλογή αυτή έχει κόστος που το πληρώνει ήδη το φυσικό περιβάλλον, και αργότερα, αναπόφευκτα, όλοι μας.
Γιατί μια 2η έκδοση;
Όταν κυκλοφόρησε η πρώτη έκδοση, ο στόχος ήταν σαφής: να παρουσιαστεί με συστηματικό τρόπο το θεσμικό και νομοθετικό πλαίσιο των προστατευόμενων περιοχών στην Ελλάδα, και να ερμηνευθεί το τότε νεοεισαχθέν άρθρο 218 του νόμου 4782/2021. Η τετραετία που ακολούθησε, όμως, δεν υπήρξε ήρεμη. Αντιθέτως, υπήρξε γεμάτη εναλλαγές σε νομοθετικό και δικαστικό επίπεδο, εθνικά και ευρωπαϊκά.
Νέες αποφάσεις του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σημαντικές αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας, η έκδοση Υπουργικής Απόφασης για τους στόχους διατήρησης, και, κυρίως, η υιοθέτηση του νέου Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1991 για την αποκατάσταση της φύσης — όλα αυτά απαιτούσαν όχι απλή επικαιροποίηση, αλλά κριτική επανεξέταση. Τελικά, μια δεύτερη έκδοση δεν δικαιολογείται μόνο από τον αριθμό των νέων νόμων. Δικαιολογείται από το αν έχει αλλάξει κάτι ουσιαστικό. Και εδώ η απάντηση είναι ναι — αλλά όχι πάντοτε προς το καλύτερο. Και αυτό γιατί μένει ένας κοινός παρονομαστής: η ελλιπής ή παντελής έλλειψη εφαρμογής και συμμόρφωσης.
Το πλαίσιο: ένα σύστημα που υπόσχεται πολλά
Τα τελευταία χρόνια το περιβαλλοντικό δίκαιο βρίσκεται σε συνεχή εξέλιξη. Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, η Ευρωπαϊκή Πράσινη Συμφωνία (2019) και η Στρατηγική για τη Βιοποικιλότητα (2020) έφεραν στο προσκήνιο νέες δεσμεύσεις (αποκατάσταση κατεστραμμένων οικοσυστημάτων, βελτίωση της κατάστασης των προστατευόμενων οικοτόπων και ειδών, μείωση ρύπανσης), νέα εργαλεία και, θα έλεγα, και μια νέα αντίληψη για το τι σημαίνει προστασία του φυσικού περιβάλλοντος. Δεν αρκεί πλέον να λέμε ότι προστατεύουμε τη φύση. Πρέπει να δείχνουμε και πώς το κάνουμε, με ποιο θεσμικό πλαίσιο, με ποια δεδομένα, με ποια χρονοδιαγράμματα και, κυρίως, με ποια συνέπεια.Και πίσω από όλα αυτά, ένα δίκτυο που καλύπτει μεγάλο μέρος της ευρωπαϊκής επικράτειας: το Natura 2000.
Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσεται και το βιβλίο μας. Ο βασικός του στόχος είναι να παρουσιάσει το ισχύον νομικό και θεσμικό πλαίσιο για τις προστατευόμενες περιοχές, αλλά όχι με έναν απλό περιγραφικό τρόπο. Θέλαμε να δούμε πού υπάρχουν αδυναμίες, πού υπάρχουν ασάφειες και πού το σύστημα δείχνει να δυσκολεύεται να λειτουργήσει όπως πρέπει. Γιατί, ας είμαστε ειλικρινείς, η ύπαρξη νόμων από μόνη της δεν σημαίνει ότι υπάρχει και πραγματική προστασία. Η εφαρμογή είναι αυτή που κρίνει τα πάντα.
Στην Ελλάδα, το δίκτυο αυτό αριθμεί 446 περιοχές. Πρόκειται για χώρους εξαιρετικής οικολογικής αξίας — υγρότοποι, δάση, νησιωτικές εκτάσεις, ορεινοί οικότοποι. Η νομική τους προστασία, ωστόσο, εξαρτάται από μια αλληλουχία πράξεων: Ειδική Περιβαλλοντική Μελέτη, Προεδρικό Διάταγμα χαρακτηρισμού, Σχέδιο Διαχείρισης. Είναι μια λογική αλληλουχία — πρώτα η επιστήμη, μετά το δίκαιο (η θεσμική επισφράγιση της επιστημονικής μελέτης), τελικά η διαχείριση.
Το πρόβλημα; Αυτή η αλληλουχία δεν έχει ποτέ ολοκληρωθεί για το σύνολο των περιοχών. Και αυτό, όπως θα δούμε, έχει συνέπειες που εκτείνονται πολύ πέρα από μια γραφειοκρατική εκκρεμότητα.
Οι Ειδικές Περιβαλλοντικές Μελέτες (ΕΠΜ): το χρονικό μιας καθυστέρησης
Τον Μάρτιο του 2019, το Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας ανέθεσε την εκπόνηση 23ΕΠΜ, οι οποίες θα κάλυπταν το σύνολο των τετρακοσίων σαράντα έξι περιοχών Natura. Προθεσμία: 2.5 περίπου χρόνια. Στην πράξη, η εξέλιξη υπήρξε βαθύτατα προβληματική.
Ο νόμος 4685/2020 εισήγαγε νέες κατηγορίες χρήσεων γης για τις τέσσερις ζώνες προστασίας των περιοχών Natura. Η αλλαγή αυτή ουσιαστικά ανέτρεψε το αντικείμενο των μελετών που ήδη βρίσκονταν σε εξέλιξη. Χρειάστηκαν νέες τεχνικές προδιαγραφές, τροποποίηση των συμβάσεων, και επαναφορά της διαδικασίας στην αρχή. Την άνοιξη του 2022, ουσιαστικά ξεκινούσαν εκ νέου.Ακόμη και σήμερα, οι μελέτες δεν έχουν ολοκληρωθεί στο σύνολό τους, αν και κάποιες έχουν εγκριθεί σε επίπεδο παραλαβής τους από τις αρμόδιες διοικητικές υπηρεσίες (ΔΔΦΠΒ/ΥΠΕΝ). Και εν τω μεταξύ, η χώρα καλείται να αδειοδοτεί έργα, να εκτιμά επιπτώσεις, να διαχειρίζεται αιτήσεις επενδυτών — χωρίς το επιστημονικό υπόβαθρο που μόνο οι ολοκληρωμένες ΕΠΜ και τα Προεδρικά Διατάγματα μπορούν να παρέχουν.
Άρθρο 218: η φιλόδοξη διάταξη που δεν εφαρμόστηκε
Στην πρώτη έκδοση, σημαντικό τμήμα αφιερώθηκε στην ερμηνεία του άρθρου 218 του νόμου 4782/2021. Η διάταξη αυτή εισήγαγε μια ενδιαφέρουσα ιδέα: τον καθορισμό «υποπεριοχών» προστασίας εντός των περιοχών Natura, ώστε να είναι δυνατή η υλοποίηση ήπιων αναπτυξιακών έργων με νομική ασφάλεια. Η διαδικασία ήταν τριπλή: ΕΠΜ, Στρατηγική Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων, γνωμοδότηση του ΚΕΣΥΧΩΘΑ, και τελικά Προεδρικό Διάταγμα.
Ψηφίστηκε τον Μάρτιο του 2021. Έκτοτε παραμένει ουσιαστικά κενό γράμμα.
Γιατί; Η απάντηση είναι πολυεπίπεδη, και αυτό ακριβώς επιδιώκει να αναδείξει η 2η έκδοση με μεγαλύτερη κριτική ειλικρίνεια. Πρώτον, υπάρχει μια κυκλική αντίφαση στην ίδια τη λογική της διάταξης: πώς μπορεί να εκπονηθεί εξειδικευμένη ΕΠΜ για μια υποπεριοχή, όταν δεν υπάρχουν εγκεκριμένες οι γενικές ΕΠΜ για την ευρύτερη προστατευόμενη περιοχή; Ο νομοθέτης, προφανώς, είχε υπολογίσει ότι οι ΕΠΜ θα είχαν ολοκληρωθεί σύντομα. Δεν συνέβη.
Δεύτερον, η διάταξη δέχθηκε σφοδρή κριτική από περιβαλλοντικές οργανώσεις και ακαδημαϊκούς κύκλους, που την αντιμετώπισαν ως εργαλείο αποδυνάμωσης του προστατευτικού καθεστώτος. Και τρίτον — και αυτό είναι ίσως το πιο σημαντικό — η χώρα είχε μόλις καταδικαστεί από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης το 2020, στην υπόθεση C-849/19, για παράβαση των υποχρεώσεών της σχετικά με τον καθορισμό στόχων διατήρησης. Σε αυτό το κλίμα, η εφαρμογή μιας ρύθμισης που θα μπορούσε να ερμηνευθεί ως περαιτέρω αποδυνάμωση του πλαισίου ήταν πολιτικά και νομικά εξαιρετικά επισφαλής.
Το συμπέρασμα της 2ης έκδοσης δεν είναι ότι το άρθρο 218 ήταν αναγκαστικά μία κακή ιδέα, αλλά ότι μια φιλόδοξη νομοθετική ρύθμιση αδυνατεί να λειτουργήσει στο κενό. Χρειάζεται τα θεμέλια να έχουν ήδη τεθεί.
Η υπόθεση C-66/23: όταν το ΔΕΕ ορίζει τα όρια
Μια από τις πλέον ενδιαφέρουσες εξελίξεις της τετραετίας που αφορά στην Ελλάδα υπήρξε η απόφαση του ΔΕΕ της 12ης Σεπτεμβρίου 2024 στην υπόθεση C-66/23.
Το πλαίσιο: το Συμβούλιο της Επικρατείας είχε υποβάλει προδικαστικό ερώτημα σχετικά με το εάν τα μέτρα διατήρησης που θεσπίζονται για μια Ζώνη Ειδικής Προστασίας πρέπει να αφορούν αποκλειστικά τα «είδη χαρακτηρισμού» — δηλαδή τα είδη που αποτέλεσαν τη βάση για τον ορισμό της ζώνης — ή και κάθε άλλο προστατευόμενο είδος που απαντά σε αυτήν.
Η απάντηση του ΔΕΕ ήταν σαφής και έχει σημαντικές συνέπειες: το κρίσιμο κριτήριο είναι η παρουσία των ειδών σε έναν προστατευόμενο τόπο, όχι ο λόγος χαρακτηρισμού του. Τα κράτη μέλη οφείλουν να θεσπίζουν μέτρα διατήρησης για όλα τα προστατευόμενα είδη που απαντούν σε μια ζώνη — και αυτό ισχύει ανεξαρτήτως του αν τα είδη αυτά αποτέλεσαν τον λόγο χαρακτηρισμού.Τι σημαίνει αυτό στην πράξη; Ότι η υποχρέωση προστασίας είναι ευρύτερη από ό,τι μπορεί να φαίνεται εκ πρώτης όψεως. Και ότι η χώρα δεν μπορεί να περιορίζεται σε οριζόντια, γενικευμένα μέτρα που αφορούν μόνο τα «κύρια» είδη κάθε ζώνης. Η απόφαση δεν είναι καταδικαστική — είναι ερμηνευτική. Αλλά, όπως εύστοχα επισημαίνεται στη νέα έκδοση, αποτελεί μια ακόμη υπενθύμιση των πολυεπίπεδων προβλημάτων που διατρέχουν το ελληνικό σύστημα προστασίας.
Η Υπουργική Απόφαση του 2023 και η νομολογία του ΣτΕ (2025)
Ένα από τα σημαντικότερα νέα κεφάλαια της 2ης έκδοσης αφορά την Υπουργική Απόφαση υπ’ αριθμ. ΥΠΕΝ/ΔΔΦΠΒ/24776/985 της 7ης Μαρτίου 2023, με την οποία καθορίστηκαν στόχοι διατήρησης για τις περιοχές του δικτύου Natura 2000. Η απόφαση αυτή εκδόθηκε ως απόρροια της καταδίκης της χώρας από το ΔΕΕ. Αμέσως ετέθη το ερώτημα: μπορεί να υπάρχουν νομικά έγκυροι στόχοι διατήρησης, χωρίς να έχουν προηγηθεί ΕΠΜ;
Το Συμβούλιο της Επικρατείας απάντησε με τις αποφάσεις 1188, 1189 και 1190 του 2025 — αποφάσεις που αναλύονται εκτενώς στη νέα έκδοση. Η κρίση του Δικαστηρίου ήταν πραγματιστική, κρίνοντας πως οι στόχοι διατήρησης αποτελούν ενδιάμεσο στάδιο στην αλληλουχία των πράξεων προστασίας, και δεν προϋποθέτουν την προηγούμενη ολοκλήρωση των ΕΠΜ. Βασίζονται σε επαρκή επιστημονικά δεδομένα από κύκλους εργασιών και από το πρόγραμμα LIFE-IP 4 NATURA. Και εφόσον τα επόμενα στάδια — τα Σχέδια Διαχείρισης, τα Προεδρικά Διατάγματα — υπόκεινται σε πλήρη διαδικασία διαβούλευσης και αξιολόγησης, δεν παραβιάζεται η αρχή της συμμετοχής του κοινού ούτε η Σύμβαση του Άαρχους.
Η 2η έκδοση αποδέχεται αυτή την ερμηνευτική ευελιξία, αλλά δεν αποφεύγει να θέσει το δύσκολο ερώτημα: η ύπαρξη στόχων διατήρησης χωρίς ολοκληρωμένες ΕΠΜ δημιουργεί ένα κενό ερμηνείας που επιβαρύνει τόσο τις αδειοδοτούσες αρχές όσο και τους επενδυτές. Πώς αξιολογείς την επίπτωση ενός έργου σε έναν στόχο διατήρησης, όταν δεν γνωρίζεις με ακρίβεια πού βρίσκονται οι προστατευόμενοι οικότοποι, ποια είναι η τρέχουσα κατάστασή τους, και ποιες δραστηριότητες είναι συμβατές με τη διατήρησή τους;
Κανονισμός 2024/1991: μια νέα αρχιτεκτονική
Το ίσως πιο πρωτοποριακό κομμάτι της νέας έκδοσης είναι η ολοκληρωμένη ανάλυση του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1991 για την αποκατάσταση της φύσης. Πρόκειται για μια νέα κανονιστική λογική: δεν αρκεί πλέον να προλαμβάνεις την υποβάθμιση και να διατηρείς αυτό που υπάρχει. Πρέπει να αποκαθιστάς αυτό που έχει ήδη υποβαθμιστεί.
Ο Κανονισμός θέτει δεσμευτικούς ποσοτικούς στόχους: αποκατάσταση σημαντικού ποσοστού υποβαθμισμένων οικοσυστημάτων έως το 2030, το 2040 και το 2050. Απαιτεί από τα κράτη μέλη να καταρτίσουν Εθνικά Σχέδια Αποκατάστασης, να επιλέξουν δείκτες, να παρακολουθούν την πρόοδο, να υποβάλλουν εκθέσεις στην Επιτροπή. Συνδέει, επίσης, την αποκατάσταση με τους κλιματικούς στόχους της Ένωσης, αναγνωρίζοντας ότι η οικολογική υποβάθμιση επιταχύνει τους κλιματικούς κινδύνους και υπονομεύει την επισιτιστική ασφάλεια.
Είναι όμως αρκετά ισχυρός; Η 2η έκδοση δεν αποφεύγει να ασκήσει κριτική. Ο Κανονισμός δεν «εγκρίνει» τα εθνικά σχέδια — απλώς αποστέλλει παρατηρήσεις. Το λεκτικό του σχετικού άρθρου δεν είναι δεσμευτικό: «μπορεί να απευθύνει», «συνεργασία με το κράτος μέλος», «παρατηρήσεις». Η τελική μορφή του σχεδίου αποφασίζεται από το ίδιο το κράτος μέλος. Επιπλέον, πλήθος εξαιρέσεων — ιδίως για τον αγροτικό τομέα — αντικατοπτρίζουν την πολιτική πίεση που δέχθηκε ο Κανονισμός κατά την κατάρτισή του.
Το αποτέλεσμα είναι ένα κανονιστικό σχήμα πρωτοποριακό ως προς τη σύλληψη, αλλά εξαρτώμενο από την πολιτική βούληση των κρατών μελών για την εφαρμογή του.
Και εδώ βρισκόμαστε μπροστά σε ένα κομβικό ερώτημα για την Ελλάδα: πώς μπορεί η χώρα να καταρτίσει αξιόπιστο Εθνικό Σχέδιο Αποκατάστασης, όταν δεν έχουν ακόμη εκδοθεί τα Προεδρικά Διατάγματα που θα οριοθετήσουν τις ζώνες προστασίας; Πώς θα μετρηθεί η πρόοδος αποκατάστασης, όταν δεν υπάρχουν αξιόπιστα δεδομένα βάσης;
Το δομικό πρόβλημα: η αποσπασματικότητα
Η 2η έκδοση δεν αρκείται στην καταγραφή των προβλημάτων. Επιχειρεί να εντοπίσει τη ρίζα τους. Και η απάντηση, κατά τη γνώμη μας, δεν έγκειται στην έλλειψη νομοθετικής φιλοδοξίας — αντιθέτως, η φιλοδοξία περισσεύει. Έγκειται στην αποσπασματικότητα: κάθε νέα ρύθμιση εισάγεται χωρίς να έχουν ολοκληρωθεί οι προηγούμενες, χωρίς την εξασφάλιση των προϋποθέσεων εφαρμογής, και χωρίς επίλυση των προϋφιστάμενων δομικών ελλείψεων.
Οι στόχοι διατήρησης εκδόθηκαν εν μέσω εκκρεμών ΕΠΜ. Ο Κανονισμός 2024/1991 απαιτεί αποκατάσταση σε περιοχές που δεν έχουν ακόμη οριοθετηθεί πλήρως. Το άρθρο 218 εισήγαγε μηχανισμό υποπεριοχών χωρίς τα απαραίτητα επιστημονικά δεδομένα. Το αποτέλεσμα είναι — για να χρησιμοποιήσω μια εικόνα — σαν να χτίζεις τον τρίτο όροφο ενός κτηρίου, ενώ τα θεμέλια είναι ακόμη ημιτελή.
Προς ένα μεταβατικό μοντέλο;
Η Ελλάδα συχνά απαντά στα περιβαλλοντικά ζητήματα με πολλές ρυθμίσεις, πολλές τροποποιήσεις και πολλές επιμέρους λύσεις, χωρίς όμως πάντα να ολοκληρώνει τις θεμελιώδεις υποδομές του συστήματος. Αυτό, στην πράξη, δημιουργεί αβεβαιότητα. Και η αβεβαιότητα αυτή δεν βλάπτει μόνο το περιβάλλον. Βλάπτει και τη δυνατότητα σοβαρού σχεδιασμού βιώσιμων δραστηριοτήτων.
Η 2η έκδοση δεν περιορίζεται σε κριτική. Προτείνει κατευθύνσεις. Μία από τις κεντρικές ιδέες είναι αυτή του «κυλιόμενου σχεδιασμού» — rolling planning. Η λογική είναι απλή: δεδομένου ότι η ολοκλήρωση του θεσμικού πλαισίου στην ώρα του φαίνεται να απομακρύνεται χρονικά, η Διοίκηση θα μπορούσε να καταρτίζει σχέδια και προγράμματα βάσει των διαθέσιμων δεδομένων κάθε φορά, με ρητή πρόβλεψη επικαιροποίησης καθώς ολοκληρώνονται οι ΕΠΜ και εκδίδονται τα Προεδρικά Διατάγματα.
Μια αναθεωρημένη εκδοχή του άρθρου 218 περί καθορισμού υποπεριοχών, που θα λαμβάνει υπόψη τους πλέον καθορισμένους στόχους διατήρησης και τα προκαταρκτικά συμπεράσματα των εν εξελίξει ΕΠΜ, θα μπορούσε να λειτουργήσει ως εξαιρετικό και προσωρινό εργαλείο στη μεταβατική αυτή περίοδο — υπό αυστηρές, όμως, προϋποθέσεις: μόνο για έργα ήπιου περιβαλλοντικού αποτυπώματος, μόνο σε περιοχές όπου τα επιστημονικά δεδομένα είναι ώριμα, και μόνο με ρητή ρήτρα αναθεώρησης μετά την έκδοση του τελικού Προεδρικού Διατάγματος.
Κάθε τέτοιο σχήμα, επίσης, πρέπει να συνοδεύεται από εφαρμογή της αρχής της προφύλαξης σε ενισχυμένη μορφή: όπου τα επιστημονικά δεδομένα είναι ελλιπή, οι περιορισμοί πρέπει να είναι αυστηρότεροι, όχι χαλαρότεροι.
Κλείνοντας: η κληρονομιά που αφήνουμε
Στον πρόλογο της 1ης έκδοσης, γράφαμε για τη «μαξιμαλιστική» προσέγγιση στο περιβαλλοντικό δίκαιο — για το ότι, εδώ, η αυστηρότητα δεν είναι ακρότητα, αλλά αναγκαιότητα. Αυτή η θέση παραμένει. Αλλά η 2η έκδοση προσθέτει μια διάσταση: η αυστηρότητα χωρίς αποτελεσματικότητα δεν προστατεύει τη φύση. Νόμοι που δεν εφαρμόζονται, μελέτες που δεν ολοκληρώνονται, διατάγματα που δεν εκδίδονται — δεν αποτελούν ασπίδα για το περιβάλλον. Αποτελούν άλλοθι για την αδράνεια στην προστασία.
Η Ελλάδα διαθέτει φυσικό περιβάλλον εξαιρετικής αξίας στον ευρωπαϊκό χώρο. Αυτό το περιβάλλον αξίζει ένα σύστημα προστασίας που δεν χαρακτηρίζεται από εκκρεμότητες και ασυνέχειες. Όπως γράφεται στον επίλογο της νέας έκδοσης, η χρόνια κατάσταση νομικής αβεβαιότητας δεν εξυπηρετεί ούτε τους στόχους προστασίας ούτε τη βιώσιμη ανάπτυξη. Πλήττει και τα δύο.
Είναι, επομένως, και νομική και ηθική επιταγή — για τη Διοίκηση, για τον νομοθέτη, για τους νομικούς και μελετητές που εργάζονται σε αυτό το πεδίο — να επιταχυνθεί η ολοκλήρωση των ΕΠΜ, να εκδοθούν επιτέλους τα Προεδρικά Διατάγματα, και να θεμελιωθεί ένα λειτουργικό, σαφές, και σταθερό πλαίσιο για τη διαχείριση της ελληνικής φυσικής μας κληρονομιάς.
Ευχαριστίες
Θα ήθελα στο σημείο αυτό να εκφράσω τις ευχαριστίες μου στον επιμελητή του έργου, τον κ. Κωνσταντίνο Καρατσώλη, για την εμπιστοσύνη, τη συνεργασία και τη συμβολή του σε αυτό το βιβλίο. Μέσα στον κυκεώνα των καθημερινών υποχρεώσεων, των συναντήσεων και των παραδοτέων, ο κ. Καρατσώλης μας παρείχε πάντοτε τον αναγκαίο χώρο και χρόνο να καλλιεργούμε τα προσωπικά μας ενδιαφέροντα, και, μιλώντας για τον εαυτό μου, την έρευνα και τη συγγραφή.
Ευχαριστίες επίσης σε όλους τους συντελεστές που συνέβαλαν ώστε το βιβλίο αυτό να δει το φως της δημοσιότητας: τη Νομική Βιβλιοθήκη, τον κο Γιώργο Πουλάκο, την κα Κατερίνα Γραβαρίτη, και την κυρία Εύη Κυπριώτη για την επιμέλεια και τη συνεργασία προ της έκδοσης. Η συνεργασία μας ήταν πραγματικά ουσιαστική και πιστεύω ότι το αποτέλεσμα αντανακλά αυτή την κοινή προσπάθεια.
* Κείμενο – εισήγηση της κας Ιφιγένειας Τσακαλογιάννη στην εκδήλωση παρουσίασης του βιβλίου με τίτλο: «Προστατευόμενες Περιοχές- Νομική θεώρηση του σύγχρονου πλαισίου – Η ορθολογική κατανομή και τα επιτρεπτά όρια των ανθρωπογενών παρεμβάσεων» (Νομική Βιβλιοθήκη)
Σχετικά Άρθρα
- Η Ελλάδα στην 11η θέση του κόσμου στις περιβαλλοντικές επιδόσεις
- Προστατευόμενες Περιοχές: βιβλίο για ισχυρή προστασία και βιώσιμες δραστηριότητες
- Μελέτη για σύγχρονο θεσμικό πλαίσιο προστατευόμενων περιοχών
- ΚΥΑ για προστασία της βιοποικιλότητας σε περιοχές της Κρήτης
- ΕΕΠΦ: βραβείο για την προστασία του Ελληνικού φυσικού πλούτου
- ΝΟΚ: διαθέσιμη η μελέτη της DTK Law Firm για δόμηση με ευρωπαϊκούς κανόνες










