Της Αντωνίας Κονδύλη* Η παρουσίαση έχει ως θέμα την σύγκριση έως και την ταύτιση της λαϊκής αρχιτεκτονικής με την μοντέρνα αρχιτεκτονική. Το θέμα επελέγη... Σύγκριση και ταύτιση λαϊκής και μοντέρνας αρχιτεκτονικής

Της Αντωνίας Κονδύλη*

Η παρουσίαση έχει ως θέμα την σύγκριση έως και την ταύτιση της λαϊκής αρχιτεκτονικής με την μοντέρνα αρχιτεκτονική.

Το θέμα επελέγη λόγω της μεγάλης σπουδαιότητάς του, που όμως δεν γίνεται αντιληπτή σε πρώτη προσέγγιση αλλά σε δεύτερη παρατήρηση και ανάγνωση.

Θα ξεκινήσουμε με το προφανές, δηλαδή με την διευκρίνιση των δύο εμπλεκόμενων εννοιών.

-Λαϊκή αρχιτεκτονική: είναι η οικοδομική δραστηριότητα του αυτοδίδακτου, εμπειρικού, αυτοσχεδιαστικού  και ευρηματικού μάστορα ή και απλού λαϊκού ανθρώπου σε κάποιο νησί ή σε κάποιο ηπειρωτικό χωριό.

Η ελληνική βιβλιογραφία έχει αφιερώσει πολλές και εξαιρετικά ολοκληρωμένες εκδόσεις στο πλούσιο και ποικιλόμορφο πεδίο της λαϊκής δημιουργίας, που μας στήριξαν όλους εδώ μέσα, σε όλα τα στάδια των προπτυχιακών ή των μεταπτυχιακών σπουδών μας. Κανένας μας όμως, δεν μπορούσε ποτέ να φανταστεί ή να συνειδητοποιήσει κάτι που κατακτήσαμε αργότερα, μέσα από την όποια εμπειρία ακαδημαϊκή, επαγγελματική ή εκπαιδευτική.  Κάτι τόσο μεγάλο, τόσο σημαντικό, τόσο διαχρονικό και συγχρόνως τόσο επίκαιρο.

Ανήκω στη γενιά των αποφοίτων του 1983 από την Αρχιτεκτονική Σχολή του Ε.Μ.Π., τότε που

  • ο αείμνηστος Χαράλαμπος  Μπούρας γέμιζε το αμφιθέατρο με την αρχαιοελληνική τελειότητα
  • η έδρα της Ιστορίας τέχνης πρότεινε εργασίες, εκτός των άλλων, και για την λαϊκή τέχνη,
  • ο Δημήτρης Φιλιππίδης, ταξινομούσε όλο και πιο συστηματικά την ελληνική παραδοσιακή αρχιτεκτονική
  • ο αείμνηστος Διονύσης Ζήβας προωθούσε και την προ-βιομηχανική αρχαιολογία
  • ο Νικόλαος Χολέβας προσπαθούσε να εντάξει στην ύλη αλλά και στις συνειδήσεις μας, την κοσμοθεωρία του Μοντερνισμού

Και από τότε πέρασαν αρκετά χρόνια, σχεδόν 35 και ο καθένας από μας βρήκε τον δρόμο του, την δική του περπατησιά, την δική του διαδρομή.

Κι εγώ επίσης, και διδάσκω στην Σχολή ΑΚΤΟ το μάθημα της Ιστορίας και της Θεωρίας της  Αρχιτεκτονικής και της Επανάχρησης. Που σημαίνει ότι οι δικές μου εμπειρίες και διαπιστώσεις, προκύπτουν κυρίως μέσα από  συστηματικές βιβλιογραφικές προσεγγίσεις αλλά και από ερευνητικές εργασίες που ολοκληρώνουν οι σπουδαστές τους οποίους  καθοδηγώ.

Κι όλο αυτό σημαίνει επίσης, ότι αναλύοντας την δεύτερη εμπλεκόμενη έννοια,

την Μοντέρνα Αρχιτεκτονική, η ψυχή μου δονείται από πολύ υψηλά ανθρωποκεντρικά δεδομένα που μπορεί και να παρερμηνεύτηκαν μέσα στον χρόνο αλλά παραμένουν πάντα μεγάλα.

Ξεκινώντας και επί της ουσίας της, την παρουσίαση, τρέχουμε μια σύντομη περιήγηση στα διάφορα κομμάτια της ελληνικής νησιωτικής περιφέρειας, και συγκεκριμένα στις Κυκλάδες, προσπαθώντας να καταγράψουμε τα πλαίσια της λαϊκής παραδοσιακής αρχιτεκτονικής. Όχι δηλαδή περιγράφοντας φυσικές εικόνες και κτισμένα τοπία, αλλά ανιχνεύοντας έννοιες, προσεγγίσεις, θεσμούς και αντιλήψεις.

  • Πώς δημιουργήθηκε λοιπόν, μέσα στους αιώνες, η Κυκλαδίτικη λαϊκή αρχιτεκτονική;
  • Τί κουβαλάει ως κριτήρια ή επιλογές;
  • Είχε επιλογές;

Ας ξεκινήσουμε με τα κατά τόπους και κατά καιρούς δεδομένα.

  1. Ήταν η Χριστιανική λατρεία τόσο διογκωμένη που να αφήνει παντού αρχιτεκτονικά αποτυπώματα και ίχνη;

Τι να σας πω… Στο νησί της καταγωγής μου από τον πατέρα μου, την Νάξο, δεν προλαβαίνεις ούτε να τα επισκεφθείς ούτε φευγαλέα να τα δεις  ούτε καν να τα ξεφυλλίσεις σ΄ ένα από τα πολλά βιβλία για το νησί. Αμέτρητα ξωκλήσια, αμέτρητες εργατο-ώρες για να ξεκολλήσουν οι βράχοι, να σπάσουν να γίνουν πέτρες, να μεταφερθούν, να φτάσουν στο επιλεγμένο σημείο και να ξεκινήσει η οικοδόμηση.

Τόσο μεγάλη ήταν η θρησκευτική ανάγκη; Ήταν κι ακόμα μεγαλύτερη, σ΄ένα σύμπλεγμα νησιών που το απειλούν και πειρατές και αλλόθρησκοι και όπου οι κάτοικοι μόνοι τους σηκώνουν το μεγάλο φορτίο, να κρύβουν οι ίδιοι την εικόνα της Παναγιάς και να την προστατεύσουν οι ίδιοι με κάθε τρόπο από την οποιαδήποτε απειλή. Και που αυτή, η γλυκειά Παναγιά, δεν τους ξεχνούσε ποτέ, χειμώνα – καλοκαίρι και την επικαλούντο πάντα και στους βοριάδες του χειμώνα και στους νοτιάδες του καλοκαιριού.

  1. Ήταν το κλίμα τόσο σημαντικό;

Απόλυτα καθοριστικό, αφού σ΄ όλη την διάρκεια του χρόνου φύσαγε και φύσαγε, σχεδόν ατελείωτα, κι ο ήλιος έμπαινε κατ΄ ευθείαν μέσα στα σπίτια. Και καλά τον χειμώνα, όμως το καλοκαίρι πώς να τον αντέξεις; Έτσι το άνοιγμα υπάρχει μεν, ελαχιστοποιείται δε.  Τον καιρό δεν τον φοβάται η οικοδομία,  τον σέβεται όμως και τον υπολογίζει, και τον υπολογίζει με όλα της τα εργαλεία, παντζούρια, παράθυρα, φεγγίτες.

Κι όταν επιλέγει προσανατολισμό, δεν εστιάζει στην ωραία θέα προς την θάλασσα ή το βουνό αλλά στην αποφυγή του δυνατού νοτιά ή του δυνατού ήλιου το καλοκαίρι στις Κυκλάδες.

  1. Ήταν η κοινωνική δομή και οργάνωση το κριτήριο της οικοδομικής δραστηριότητας;

Στις Κυκλάδες υπήρχαν οι Φράγκοι που κατείχαν όλο τον πλούτο και τις ιδιοκτησίες, οπότε για τους κολλίγους, τους ακτήμονες, περίσσευαν τα εντελώς προφανή, λίγες πέτρες, ίσα-ίσα για να χτίσουν δίπλα ή απέναντι το δωμάτιο της κόρης για να την παντρέψουν. Υπάρχει διαφορά ανάμεσα σ΄ αυτές τις αρχιτεκτονικές ποιότητες; (Δηλαδή τα Αρχοντικά των Φράγκων από τα απλά λαϊκά σπίτια;) Μεγάλη, και σε επίπεδο κλίμακας και σε επίπεδο φροντίδας. Κι όταν αναφερόμαστε στην μικρή κλίμακα και σ΄ αυτό που ο απλός επισκέπτης περιγράφει ως γραφικό, δεν εννοούμε απλά το μικρό σπίτι στο χωριό αλλά την ελάχιστη δυνατή στέγαση των αναγκών μιας πολυμελούς οικογένειας, σε περιόδους απόλυτης φτώχειας, στέρησης και ανέχειας.

4.Ήταν τα υλικά καθοριστικά;

Δεν εστιάζουμε στο προφανές, ότι ήταν αποκλειστικά και μόνο παρμένα από την φύση (πέτρες, καλάμια, φύκια, χώμα)  αλλά στην αξιοποίησή τους με την καλύτερη δυνατή οικονομία. Η οικονομία δεν ήταν επιλογή αλλά ανάγκη και μόνον, αφού ήταν τόσο δύσκολη και επίπονη και χρονοβόρα και η εξόρυξη και η μεταφορά και η λάξευσή τους. Κι έτσι που το ζητούμενο είναι η εξοικονόμηση και υλικού και κόπου, οι πέτρες επί τόπου, εκεί που ξεκολλούν από τον βράχο, εκεί λαξεύονται και χτίζονται και δίνουν την εικόνα ότι προκύπτουν μέσα από τον ίδιο τον βράχο, γιατί ακριβώς αυτό συμβαίνει.

Κι όταν αναφερόμαστε στην μορφή και το σχήμα, δεν μένουμε στις στρογγυλεμένες γωνίες της τοιχοποιϊας,  και στις περίπου οριζόντιες ή στις περίπου κατακόρυφες επιφάνειες (αφού δεν υπάρχει αλφάδι) αλλά στο ζύγισμα που έκανε το μάτι, το απλό, το καθημερινό, το εξασκημένο μάτι.

Και στο χρώμα, δεν ψάχνουμε την απόχρωση, το όνομά της ή το στυλ που αντιπροσωπεύει αλλά την ταύτιση με το λουλούδι, το δένδρο  ή το ορυκτό που την προμήθευσε.

  1. Ήταν οι οικονομικές συνθήκες καθοριστικές;

Ήταν εξ ίσου καθοριστικές, αφού οι Κυκλάδες ήταν τόπος βραχώδης και σκληρός και άνυδρος και ξερικός. Οι κάτοικοι δεν είχαν καλλιεργήσιμο έδαφος για να παράγουν. Δημιουργούν πεζούλες, εξασφαλίζουν τις όποιες οριζόντιες επιφάνειες και εκεί παλεύουν να διατηρήσουν καλλιέργειες που απαιτούσαν λίγο νερό, (κουκιά ή αμπελοφάσουλα) κι έτσι εξαντλούσαν όλες τις σωματικές τους δυνάμεις στην εξασφάλιση του καθημερινού φαγητού και για πολυμελείς μάλιστα οικογένειες.

Από τις παραπάνω αναφορές, το ζητούμενο δεν είναι να καταγράψει κάποιος μια τυπολογία σε σχέση με:

-τον όγκο και το μέγεθος

-την μορφή και το σχήμα

-το ύφος του κελύφους ή του εσωτερικού χώρου

-τις κατασκευαστικές λεπτομέρειες

Από τις αναφορές προκύπτει ένας πλούτος εννοιών και αντιλήψεων που βέβαια δεν αποτυπώθηκε σε κάποιο σχεδιαστήριο ή σε κάποιο σχέδιο. Το δημιούργημα δεν είναι προϊόν μελέτης, οργανωμένης και με σχεδιαστικά όργανα, έστω και της όποιας εποχής, αλλά είναι αυτοσχεδιαστικό αποτύπωμα του αυτοδίδακτου απλού μάστορα ή κατοίκου – χρήστη.

Και πώς λειτουργούσε αυτός ο μάστορας ή ο χρήστης;

  • Έχτιζε το σπίτι σχετικά χαμηλό αλλά και τόσο ψηλό ώστε να χωράει να στέκεται όρθιος.
  • Έφτιαχνε την πόρτα σχετικά στενή αλλά και τόσο φαρδειά, ώστε να χωράει να μπει
  • Έφτιαχνε το σκαμνάκι της κυριούλας του, αρκετά ψηλό για να μπορεί να σηκώνεται αλλά και αρκετά χαμηλό για να μην κρέμονται τα ποδαράκια της και πρήζονται
  • Έφτιαχνε τις πεζούλες τόσες, που να αξίζει τον κόπο να σκάψει και να φυτέψει και να ποτίσει

Τι έκανε δηλαδή… Μετρούσε με τα μάτια της καθημερινότητας την αληθινή ζωή και ανάλογα προσάρμοζε τον δικό του αυτοσχεδιασμό. Αυτόν τον αυτοσχεδιασμό, δεν θα τον βρούμε να υποστηρίζεται από κάποια προ-διατυπωμένη σχεδιαστική άποψη ή ιδεολογία, όμως υπάρχει και απορρέει από την βιωματική γνώση του μάστορα. Τί είναι όμως όλα αυτά τα καθημερινά χαρακτηριστικά  και με ποια κριτήρια προέκυψαν;

Όλα αυτά τα χαρακτηριστικά, δεν είναι τίποτα άλλο παρά αποτυπώματα εννοιών, όπως :

  • κατασκευαστική ειλικρίνεια
  • αλήθεια υλικών
  • οικονομία
  • εργονομία
  • λειτουργικότητα
  • επιβίωση
  • αγάπη για τον χρήστη
  • αγάπη και μεράκι δημιουργίας

Είναι δηλαδή έννοιες που υπάρχουν, ξεκινούν από τον άνθρωπο, τον έμπειρο δημιουργό και απευθύνονται στον άνθρωπο, τον απλό χωριάτη, τον κάτοικο, τον χρήστη.

Ας κρατήσουμε λοιπόν για λίγη ώρα στον νου μας αυτές τις έννοιες και ας προχωρήσουμε στην επόμενη ενότητα της παρουσίασης, που αφορά στην αντίληψη της μοντέρνας αρχιτεκτονικής.

Εδώ υπάρχουν πολλά για να ειπωθούν,

  • ποιά είναι η Μοντέρνα Αρχιτεκτονική του Μεσοπολέμου και
  • γιατί την αφήνουμε να εισχωρήσει τόσο πολύ μέσα στον κύκλο της δημιουργικής μας διαδικασίας.

Δεν της κάνουμε κατ’ αρχάς καμία χάρη που την αφήνουμε να υπάρχει και να διεκδικεί, αντιθέτως αυτή μας κάνει χάρη που υπάρχει, γιατί μας δίνει τα δυνατότερα εργαλεία που θα μπορούσαμε ποτέ να έχουμε, δηλαδή τα κριτήρια. Πώς προέκυψαν τα κριτήρια;Ιστορικά, ποια είναι η στιγμή των κριτηρίων;

Αναγκαστικά, πάμε πίσω στην Ιστορία της Αρχιτεκτονικής, για να περάσουμε

  • από τις αιγυπτιακές πυραμίδες που κτίστηκαν για λόγους θρησκευτικής υπερβολής,
  • την αρχαία Ελλάδα, που ταύτισε την έννοια του ωραίου με την γεωμετρία και την ορθοκανονικότητα,
  • τον Βυζαντινό Μεσαίωνα, που ανέδειξε την αρχιτεκτονική και τον σχεδιασμό, στο καλύτερο εργαλείο δέους και ψυχικής ανάτασης,
  • τον Δυτικό Μεσαίωνα, που μετέτρεψε την αρχιτεκτονική και τον σχεδιασμό, στο καλύτερο εργαλείο φόβου,
  • την Αναγέννηση, που επανέλαβε την γεωμετρία και την ορθοκανονικότητα, ως εργαλείο κοινωνικής υπεροχής και οικονομικής ευμάρειας
  • τον Νεοκλασσικισμό, που με ιδιαίτερη επιμέλεια επανέφερε την σχεδιαστική αντίληψη της Αναγέννησης, για αρκετά συγγενείς λόγους.

Δύο είναι τα κοινά στοιχεία  όλων αυτών των εποχών και των αντίστοιχων κινημάτων:

  • τα φυσικά υλικά
  • το γεγονός ότι ο σχεδιασμός αποτύπωνε κυρίως, κοινωνικές ανισότητες

Η υποχρεωτική χρήση των φυσικών υλικών, συνεπάγεται και την μορφή του κελύφους. Δεν είναι αποτέλεσμα επιλογής το τοξωτό άνοιγμα ή το τοξωτό χώρισμα. Είναι κατασκευαστικός μονόδρομος σε περιόδους πριν την εκβιομηχάνιση του κόσμου, όπου δεν μπορώ να γεφυρώσω τις δύο όχθες του ποταμού μ΄ ένα μονοκόμματο στοιχείο που δεν υπάρχει, και αναγκαστικά το χωρίζω, το κατακερματίζω σε πολλά μικρά κομμάτια για να τα γεφυρώσω με πέτρινα τόξα,κάτι που μπορώ να κατασκευάσω, από την εποχή κυρίως των Ρωμαίων.

Κι έρχεται η εκβιομηχάνιση του κόσμου και δίνονται στην οικοδομία τα καινούργια υλικά και κυρίως ο χάλυβας. Αυτή η μετάβαση αλλάζει τις κατασκευαστικές δυνατότητες, αφού από την εκβιομηχάνιση και μετά, μπορώ να κατασκευάσω ότι θέλω και όπως το θέλω. Η μονολιθικότητα της πέτρας μένει πίσω και η μορφή του κελύφους δεν προκύπτει μέσα από κατασκευαστικό μονόδρομο αλλά μπορεί να επιλεγεί. Για να επιλεγεί όμως απαιτούνται κριτήρια. Αφού δεν είμαι πια υποχρεωμένος να κατασκευάζω  στέγη δικλινή με κεραμίδια και ξύλινο ζευκτό αλλά μπορώ να την κατασκευάσω και μ΄ αυτό το σχήμα ή και μ΄ αυτήν την μορφή, άρα μπορώ να κάνω ότι θέλω, αυτό που μου χρειάζεται είναι τα κριτήρια για να επιλέξω να κάνω αυτό και όχι το άλλο αφού και τα δύο τα μπορώ.

Ποιος διατύπωσε τα κριτήρια; Πότε η οικοδομία βρέθηκε να παλεύει με τις νέες αντιλήψεις και χρειάστηκε να υποστηριχθεί και να ξεκαθαρίσει από κάποια ξεκάθαρα διατυπωμένη παραίνεση; Η ιδεολογία προέκυψε μέσα από τα σπλάχνα του Μοντερνισμού, δηλαδή της μεταβιομηχανικής περιόδου,  και ιδιαίτερα της Μοντέρνας αρχιτεκτονικής του Μεσοπολέμου, δηλαδή του Bauhaus.

Τι ήταν το Bauhaus;

Tο Bauhausήταν τρία πράγματα:

  • Κατ΄ αρχήν ήταν ιδεολογία, προσανατολισμένη στην αξία της ανθρώπινης ζωής την οποία προφανώς και έθεσε ως προτεραιότητα αμέσως μετά τον πρώτο Παγκόσμιο πόλεμο και την Οκτωβριανή Επανάσταση
  • Παράλληλα, λειτούργησε ως Σχολή, ως Ακαδημία τεχνών στην οποία προωθείτο η συγκεκριμένη ιδεολογία
  • Και βέβαια, ήταν και κτίριο / κέλυφος στο οποίο στεγαζόταν όλη αυτή η κοινωνική, ακαδημαϊκή καιεκπαιδευτική ιδεολογία.

Τι είπε λοιπόν το Bauhaus;

Έτσι όπως έθεσε τον άνθρωπο στην κορυφή του ενδιαφέροντος, προσανατόλισε τον σχεδιασμό στο να καλύψει τις ανάγκες του ανθρώπου, του χρήστη δηλαδή της όποιας σχεδιαστικής πρότασης. Πρότεινε δηλαδή, κάθε φορά που τραβάμε μια γραμμή για να σχεδιάσουμε ένα σπίτι, ένα σκαμνάκι ή ένα κατσαρόλι, να θέτουμε ως κριτήριο την εξυπηρέτηση των αναγκών του χρήστη. Άφησε πίσω κάθε μορφής διακόσμηση, απέρριψε κάθε περιττό ή αδικαιολόγητο και επικεντρώθηκε στον χρήστη, στον άνθρωπο.

Ήταν η πρώτη φορά στην ιστορία της Αρχιτεκτονικής και του Σχεδιασμού, που ένα κίνημα επέμεινε τόσο ξεκάθαρα και σταθερά στις ανθρώπινες ανάγκες και στις ανθρώπινες λειτουργίες και οδήγησε τους δημιουργούς του Μεσοπολέμου στο να έχουν κριτήρια. Αφού έχω επιλογές και υλικών και κατασκευαστικών μεθόδων, επιλέγω όχι βάσει υποκειμενικού γούστου ή στυλ ή ύφους αλλά βάσει της ανθρώπινης εργονομίας. Και επειδή ο άνθρωπος – ένοικος, ο άνθρωπος – χρήστης, εξακολουθεί να πίνει νερό με τον ίδιο τρόπο και να κοιμάται με τον ίδιο τρόπο ή να κατουράει με τον ίδιο τρόπο, το Βauhaus, το κυρίαρχο κίνημα του Μεσοπολέμου,  αντέχει στον χρόνο.

Όλα αυτά τα χαρακτηριστικά, δεν είναι τίποτα άλλο παρά αποτυπώματα εννοιών, όπως:

  • κατασκευαστική ειλικρίνεια
  • αλήθεια υλικών
  • οικονομία
  • εργονομία
  • λειτουργικότητα
  • επιβίωση
  • αγάπη για τον χρήστη
  • αγάπη και μεράκι δημιουργίας

Δηλαδή, δύο σχεδιαστικές ποιότητες, η λαϊκή αρχιτεκτονική και η μοντέρνα, που δημιουργήθηκαν σε τόσο διαφορετικούς τόπους και σε τόσο διαφορετικούς χρόνους, αποτυπώνουν αντίστοιχες έννοιες. Και οι δύο ποιότητες νοιάζονται τον άνθρωπο, τον χρήστη, τις ανάγκες του και την λειτουργική τους επίλυση. Μπορεί οι αφετηρίες να είναι τελείως διαφορετικές, όμως το αποτέλεσμα καθορίζεται από αντίστοιχα κριτήρια.

Το συγκλονιστικό στοιχείο αυτής της σύγκρισης έγκειται στο γεγονός ότι:

  • στην πρώτη περίπτωση, δηλαδή της λαϊκής αρχιτεκτονικής, τα κριτήρια που δεν είναι πουθενά γραμμένα, προϋπάρχουν στο μυαλό του χτίστη, ως μια προ-διατυπωμένη άμυνα και προστασία απέναντι:
  • στην θρησκευτική του ανάγκη
  • το κλίμα
  • την κοινωνική δομή και οργάνωση
  • τα υλικά
  • τις οικονομικές συνθήκες
  • στη δεύτερη περίπτωση, δηλαδή της Μοντέρνας αρχιτεκτονικής, τα κριτήρια που είναι σαφώς διατυπωμένα, επιλέγονται στο μυαλό του δημιουργού – σχεδιαστή, ως άμυνα και προστασία απέναντι στην πληθώρα:
  • των θρησκευτικών αρχιτεκτονικών concept
  • των σχεδιαστικών ενεργειακών επιλύσεων
  • της χρήσης της μορφής για κοινωνική προβολή
  • των πολλών νέων υλικών
  • της διάθεσης μεγάλων προϋπολογισμών.

Εν κατακλείδι, ποια είναι η σχέση ανάμεσα στις δύο αυτές αρχιτεκτονικές ποιότητες;

Είναι η αυτοπροστασία, είναι η άμυνα.

  • Στην πρώτη περίπτωση η αυτοπροστασία, η ανθρώπινη άμυνα, έχει βιωματικά και με τα χρόνια, περάσει μέσα στον απλό άνθρωπο, έχει γίνει κομμάτι της ψυχής του, κομμάτι της τέχνης και της τεχνικής του, κομμάτι της ίδιας του της ύπαρξης.

Και για να είμαστε ιστορικά δίκαιοι, ο απλός Κυκλαδίτης, είναι ένας ιδιαίτερα έξυπνος, ευρηματικός και αποτελεσματικός άνθρωπος, που έμαθε μεν από τον παππού του και τον πατέρα του πώς θα επιλέγει

  • προσανατολισμό
  • θέση
  • υλικά
  • χρώματα

αλλά είχε και πάντα σε εγρήγορση το μυαλό, τα αντανακλαστικά αλλά και τα χέρια του, αφού το όποιο κατασκευαστικό λάθος, θα το πλήρωνε με περισσότερη ζέστη, με περισσότερη υγρασία ή με περισσότερη ενόχληση από τον αέρα.

  • Στην δεύτερη περίπτωση η αυτοπροστασία, η ανθρώπινη άμυνα, έχει μελετηθεί συστηματικά στο σχολείο, στην Αρχιτεκτονική Σχολή, στο σχεδιαστήριο, στο ίδιο το εργοτάξιο. Κι όλα αυτά αθροισμένα, έχουν κάνει τον αρχιτέκτονα, τον designer, πιο σοφό, πιο ευέλικτο, πιο ευρηματικό, ικανό να επιλέγει
  • προσανατολισμό
  • θέση
  • υλικά
  • χρώματα

Κι αν σε κάποια περίπτωση παιδεύεται με την πληθώρα των μορφών, των υλικών και της τεχνολογίας, και νιώθει  την μοναξιά και την αγωνία του σχεδιαστηρίου, προκειμένου να προστατευθεί από το μαρτύριο του ενδεχόμενου λάθους, ας ανατρέξει στα κριτήρια της Μοντέρνας Αρχιτεκτονικής, ακριβώς με τον ίδιο τρόπο που λειτουργούσε με  κριτήρια, ο λαϊκός Κυκλαδίτης μάστορας.

*Αντωνία Κονδύλη, Αρχιτέκτονας Μηχανικός ΕΜΠ, Καθηγήτρια Σχολής ΑΚΤΟ το μάθημα της Ιστορίας και της Θεωρίας της  Αρχιτεκτονικής και της Επανάχρησης
Το κείμενο αποτελεί παρουσίαση της κας Αντωνίας Κονδύλη σε ημερίδα της ΔΚΜ για επαγγελματικά και επιστημονικά θέματα των μηχανικών

ΚΛΗΡΩΣΗ ΜΕ ΔΩΡΟ

Εγγραφείτε στο Newsletter και εξασφαλείστε την συμμετοχή σας