Της Ιουλία Μωραΐτου*  Παρουσίαση  βιβλίου Ιουλίας Μωραΐτου: Αστική Ανάπτυξη και Συνοχή. Πολιτιστικές και Περιβαλλοντικές Προσεγγίσεις Στον πρόλογο του βιβλίου συνοψίζονται πολύ λειτουργικά και πρωτότυπα... Βιβλίο: Αστική Ανάπτυξη και Συνοχή  

Της Ιουλία Μωραΐτου*

 Παρουσίαση  βιβλίου Ιουλίας Μωραΐτου: Αστική Ανάπτυξη και Συνοχή. Πολιτιστικές και Περιβαλλοντικές Προσεγγίσεις

Στον πρόλογο του βιβλίου συνοψίζονται πολύ λειτουργικά και πρωτότυπα η σύζευξη της αειφόρου ανάπτυξης, της εδαφικής συνοχής και του πολιτιστικού κεφαλαίου, με την κοινωνική και την οικονομική συνοχή. Στο βιβλίο μάλιστα επεξηγούνται μέσα από ένα μηχανισμό που τις συνθέτει, μέσα από εσωτερικές και εξωτερικές σχέσεις, αναδεικνύοντας συνάμα και την προστιθέμενη αξία που μπορεί να επιδιωχθεί σ’ ένα διεπιστημονικό πλαίσιο. Ο αστικός χώρος και η ασφάλεια, ως απόρροια της «αναχαίτισης» των όποιων αντίκτυπων της περιβαλλοντικής υποβάθμισης, των φυσικών καταστροφών και της κλιματικής αλλαγής αναφέρονται, αφετηριακά και άμεσα, στην εδαφική συνοχή. Η αειφορική ανάπτυξη, η κοινωνική και εδαφική συνοχή και η πολιτιστική κληρονομιά συσχετίζονται λοιπόν αφετηριακά, με την οικονομική και κοινωνική συνοχή, μεσα από εκτενείς, ιδιαίτερες αναφορές. Ενα λογικό διάγραμμα ροής (που συμπεριλαμβάνεται στον πρόλογο), αντιστοιχεί στο μηχανισμό αυτό, διασυνδέοντας και αναδικνύοντας τις εσωτερικές και εξωτερικές του σχέσεις, υπογραμμίζοντας σχηματικά την προστιθέμενη αξία που μπορεί να αναπτυχθεί, μέσα και από την κινητοποίηση, όσο το δυνατόν περισσότερων συναφών επιστημονικών πεδίων, αλλα και του υψηλού δυναμικού των συνεργειών που εμπεριέχει, και εν δυνάμει μπορεί να κινητοποιήσει.

Συσχετίζοντας δυο -εκ πρώτης- ακραίους και διαρκώς ζητούμενους κόμβους προσέγγισης της αναπτυξιακής και περιβαλλοντικής εξισορρόπησης, τη ‘συνοχή’ και την ‘κλιματική αλλαγή’, με ένα κεντρικό: την ‘πολιτιστική κληρονομιά’ (που δεν μετατρέπεται εντέλει και σε κυρίαρχο σε αυτή την φάση της προσέγγισης), διερευνάται η διασύνδεση και η λείανση τυχόν αντιθέσεων, μια και αναγνωρίζεται εξαρχής πως ο προγραμματισμός, ο σχεδιασμός, και  οι εφαρμογές μπορούν να δώσουν απάντηση, αν διασυνδεθούν με στοχευμένες επιλογές στο παραγωγικό πρότυπο, για την ικανοποίηση των σύγχρονων κοινωνικών αναγκών και την επιδιωκόμενη «από τα κάτω» διακυβέρνηση.

Η διασφάλιση της ιστορικής συνέχειας των πόλεων και της φυσιογνωμίας τους με έμφαση στην αναγκαία ενσωμάτωση της πολιτιστικής κληρονομιάς στο αναπτυξιακό πρότυπο του αστικού χώρου, ως κυρίαρχης χωρικής παραμέτρου, οδηγεί νομοτελειακά και στην -κατά περίπτωση- ανατομία τόσο του ελληνικού όσο και του ευρωπαϊκού αστικού χώρου. Μέσα από τα συγκεκριμένα παραδείγματα, ο αστικός χώρος γίνεται και πάλι πρωταγωνιστής, μια και αναδεικνύεται ως αυτός που συγκεντρώνει, κυριαρχεί, διαχέεται, και κατά περίπτωση στη δομή του απαξιώνεται,  με τον μεγάλο κίνδυνο να απολέσει την ιστορική του φυσιογνωμία, τις παραδόσεις, αντικατοπτρίζοντας  έτσι την ίδια την αποστέωση της Ιστορίας και του Πολιτισμού. Μέσα σε μια τέτοια θεώρηση, αποκτούν άλλη δυναμική και εμβέλεια -πιο πολυσύνθετη- τα κλασσικά εργαλεία του προγραμματισμού και σχεδιασμού που εν προκειμένω εστιάζουν στις υποδομές.

Ως απόρροια της περιβαλλοντικής υποβάθμισης, της κλιματικής αλλαγής και των φυσικών καταστροφών, ο αστικός χώρος, τα ζητήματα της ανάπτυξης και της ασφάλειας, αναφέρονται ευθέως στην εδαφική συνοχή και στη βιωσιμότητα. Όμως, στην εδαφική συνοχή -που μετά τη διεύρυνση της ΕΕ έχει ενσωματώσει κάθε προϋφιστάμενη έννοια του χωρικού σχεδιασμού- εντάσσεται ακόμη και ο θαλάσσιος χώρος (ως άρρηκτα συνδεδεμένος με τον χερσαίο), ο οποίος τον τροφοδοτεί και τον κάνει αποδέκτη των δραστηριοτήτων (μέσω του παράκτιου χώρου και των νησιωτικών συμπλεγμάτων). Άρα στην έννοια της εδαφικής συνοχής απαντώνται και οι δυο. Εξειδικεύοντας περαιτέρω, το ζήτημα των αναπλάσεων, μεταξύ άλλων, αντιμετωπίζεται από την ευρύτερη δυνατή χωρική κλίμακα μέχρι και το «κύτταρο» της ανάλυσης του αστικού χώρου, που είναι το οικοδομικό τετράγωνο, όχι μόνο σε κεντρικές υποβαθμισμένες περιοχές, αλλά και σε ευρύτερες, τόσο υποβαθμισμένες όσο και υπερανεπτυγμένες περιοχές κατοικίας (στην Ελλάδα και στην Ευρώπη), ενώ επιχειρείται μια πρώτη διατύπωση – επιλογή βασικών κατευθύνσεων, για την προοπτική μελλοντικής βιώσιμης  ανάπτυξης του αστικού χώρου συνολικότερα.

Και αν ίσως φανεί όχι και τόσο αυτονόητη η επιλογή τριών κομβικών σημείων προσέγγισης: Συνοχή, πολιτιστική κληρονομιά, κλιματική αλλαγή επισημαίνεται πως τα κείμενα αυτά, μέσα από το αναλυτικό τους οπλοστάσιο αλλα και την ικανότητα συνθετικής διείσδυσης, επιτυγχάνουν  να διασυνδέσουν δυο ακραίους και διαρκώς ζητούμενους κόμβους προσέγγισης, της αναπτυξιακής και περιβαλλοντικής εξισορρόπησης, τη συνοχή και την κλιματική αλλαγή, με ένα κεντρικό κόμβο, την πολιτιστική κληρονομιά που δεν αποτελεί τον κυρίαρχο σε αυτή την φάση της προσέγγισης διασύνδεσης των ανωτέρω και λείανσης των όποιων αντιθέσεων.  Η Συνοχή (οικονομική, κοινωνική, εδαφική) αποτελεί ιδιαίτερα σήμερα στις ευρωπαϊκές πολιτικές ένα δύσκολο, αν όχι δυσεπίλυτο πρόβλημα γιατί οι επιζητούμενες ισορροπίες (εξισορρόπηση) είναι πολυεπίπεδες και επιχειρείται η αντιταύτιση με δείκτες και αποκλίσεις, που αποκρύπτουν τις ατέλειες και ανισότητες που εμποδίζουν την πορεία προς την επιδιωκόμενη συνοχή. Αν δεν απαντηθούν συγκεκριμένα τα επίπεδα εδαφικής συνοχής (διεθνές, εθνικό, περιφερειακό, τοπικό) που πρέπει να προσεγγισθούν, οι δυο άλλες κατηγορίες θα παραμείνουν μετέωρες.

Τα θέματα αυτά, αναλύονται και προσεγγίζονται  στα επιμέρους κεφάλαια του βιβλίου ως στοιχεία με τα οποία ο προγραμματισμός, ο σχεδιασμός, οι εφαρμογές μπορούν να δώσουν απάντηση, αν συνδεθούν με επιλογές στο παραγωγικό πρότυπο, τις κοινωνικές ανάγκες και την αποδεκτή «από τα κάτω» διακυβέρνηση. Ως χώρος, επιλέχθηκε η επιτυχής «ανατομία» του ελληνικού και ευρωπαϊκού αστικού χώρου με στοχευμένο τρόπο. Εν τέλει,  είναι αυτός που συγκεντρώνει, κυριαρχεί, διαχέεται, και στη δομή του απαξιώνεται, με τον μεγάλο κίνδυνο να απολέσει την ιστορική του φυσιογνωμία, τις παραδόσεις, αντικατοπτρίζοντας την ίδια την αποστέωση της Ιστορίας και του Πολιτισμού. Ειδικότερα σε ότι αφορά στο περιεχόμενο, στη μεθοδολογία και στα αποτελέσματα της έρευνας που παρουσίαζει η έκδοση αυτή, προεξάρχει η επιλεγμένη προσέγγιση της αστικής βιώσιμης ανάπτυξης και του ρόλου που μπορεί να διαδραματίσει η πολιτιστική κληρονομιά και ο Ιστορικός χώρος, για τις μελλοντικές αλληλεπιδράσεις με τον χωρικό σχεδιασμό. Επιπρόσθετα υπογραμμίζεται ο ρόλος των υποδομών στην αναπτυξιακή διαδικασία γενικότερα, τονίζοντας ιδιαίτερα την χωρική διασταση, τα καθοριστικά εργαλεία προγραμματισμού και σχεδιασμού, αλλα και την εν γενει σχετικά παραγνωρισμένη αξία των κοινωνικών υποδομών (κυρίως παιδείας, πολιτισμού, υγείας),  που ειδικότερα στις μερες μας αποτέλεσαν κλειδί στην προσέγγιση για τη διαχείριση της υγειονομικού χαρακτήρα  εκτακτης ανάγκης, με  παγκόσμια διάσταση. Συγκεκριμένα, είναι σκόπιμο στο σημείο αυτό να  επισημανθούν τα ακόλουθα:

Σε ότι αφορά στο Α’ Μέρος: γίνεται προσέγγιση και ανάλυση της εξέλιξης του αστικού χώρου στο θεωρητικό επίπεδο, αλλά και στα επίπεδα προγραμματισμού, σχεδιασμού και εφαρμογής. Στο ίδιο Μέρος, με βασικό άξονα μελλοντικών επιδιώξεων και στόχων  να τίθεται ιδιαίτερα σήμερα  η αειφορική ανάπτυξη ως ικανή και αναγακάια συνθ’ηκη κυρίαρχη  για την επιδίωξη της περιφερειακής ανάπτυξης (ως πλαισίου ένταξης της αστικής ανάπτυξης).  Η χρονική περίοδος έρευνας είναι εκείνη μετά την ένταξη της χώρας στην ΕΕ το 1981 ώστε να συγκριθεί η όλη προβληματική για τον αστικό χώρο με εκείνη της ΕΕ. Ως βασικά ζητήματα των διαδικασιών αστικοποίησης και των συνεπειών μιας ανεξέλεγκτης τριτογενοποίησης και διάχυσης του αστικού χώρου (προαστιοποίηση, αποαστικοποίηση, επαναστικοποίηση), παραβατικότητας, τόσο στον αστικό όσο και στον εξωαστικό χώρο (εν δυνάμει αστικοποιημένο), είναι εκείνα της υπερφόρτισης και αποφόρτισης αστικών περιοχών, απαξίωσης του δομημένου και φυσικού περιβάλλοντος, σύγχυσης για το επιθυμητό παραγωγικό πρότυπο του αστικού χώρου και των πόλεων του οικιστικού δικτύου.

Ζητήματα εξίσου αποτελούν η κοινωνική συνοχή, η ασφάλεια στη γενικότερη διαδικασία της, η διασφάλιση της ιστορικής συνέχειας των πόλεων και της φυσιογνωμίας τους,  με έμφαση στην αναγκαία ενσωμάτωση της πολιτιστικής κληρονομιάς στο αναπτυξιακό πρότυπο του αστικού χώρου για το μέλλον και οι επιπτώσεις από την κλιματική αλλαγή στο φυσικό περιβάλλον και στον αστικό χώρο συνολικότερα. Στο πλαίσιο αυτό προσεγγίζονται οι μηχανισμοί και τα εργαλεία που εφαρμόστηκαν για την αστική ανάπτυξη και τον πολεοδομικό σχεδιασμό (υποδομή, θεσμοί, διακυβέρνηση, αποκέντρωση, διαβούλευση εμπλεκομένων). Από τα βασικά συμπεράσματα του Μέρους αυτού, προκύπτει ο αποφασιστικός ρόλος που μπορεί και πρέπει να είναι αναπτυξιακή επιλογή για τον αστικό χώρο, η πολιτιστική κληρονομιά.

Στο Β’ Μέρος, εξετάζονται και διατυπώνεται η επιλογή βασικών κατευθύνσεων για την προοπτική μελλοντικής αειφορικής ανάπτυξης του αστικού χώρου. Στο Μέρος αυτό, επιχειρείται η πολύ ενδιαφέρουσα προσέγγιση αναγκαίων δεικτών και της μελλοντικής ανάγκης για ένα αναπτυξιακό πρότυπο για το δομημένο χώρο και της επίτευξης της κοινωνικής συνοχής και αντιμετώπισης των ζητημάτων που τέθηκαν στο Α’ Μέρος γενικότερα. Τέλος διατυπώνεται μια ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα πρόταση για μελλοντικές παρεμβάσεις στον αστικό χώρο, ικανοποιώντας μια νέα αντίληψη για την ερμηνεία της πολιτιστικής κληρονομιάς μέσα από ένα ευρύτερο σύνολο αφετηριών, διαχρονικά και ποιοτικά, που θα ενισχύει τις εκτιμήσεις, για τις προοπτικές ενσωμάτωσης της πολιτιστικής κληρονομιάς σε ένα νέο πρότυπο αειφόρου ανάπτυξης για τον αστικό χώρο. Ειδικότερα, δόθηκε έμφαση στην προβληματικότητα του αστικού χώρου της Πρωτεύουσας για να διερευνηθεί στην ευρύτερη δυνατή κλίμακα, το ζήτημα των αναπλάσεων όχι μόνο σε κεντρικές υποβαθμισμένες περιοχές, αλλά και σε ευρύτερες, τόσο υποβαθμισμένες όσο και υπερανεπτυγμένες περιοχές κατοικίας, του ευρύτερου μητροπολιτικού ιστού.

Στο Γ’ Μέρος γίνεται η παρουσίαση μελετών περίπτωσης από την Ελλάδα και την Ευρώπη. Προς την κατεύθυνση αυτή, ήταν λοιπόν αναγκαίο να επιλεγούν ενδεικτικά παραδείγματα τόσο από την Ελλάδα όσο και από την Ευρώπη. Την ίδια στιγμή ενδιέφερε περισσότερο να αναδειχθούν «ιδιαιτερότητες» και υπό την έννοια «ακραίων» εκδοχών.  Για το λόγο αυτό, στην επιλογή αυτή ιεραρχήθηκαν ψηλά τόσο μητροπολιτικές περιοχές όσο και μικρότερα αστικά κέντρα από πλευράς πληθυσμιακού μεγέθους. Πιο συγκεκριμένα, σε ότι αφορά στην Ελλάδα, η επιλογή της Αθήνας, ως μητροπολιτικής περιοχής, είναι αντιπροσωπευτική σε ότι αφορά και στα κριτήρια με τα οποία οδηγηθήκαμε και στην επιλογή των Βρυξελλών για τον Ευρωπαϊκό χώρο. Σε ότι αφορά στη δεύτερη περίπτωση που επιλέγεται από τη χώρα μας, το παράδειγμα της Ξάνθης συμπληρώνει τη «μικρότερη» εικόνα, αυτή ενός αστικού κέντρου στον ηπειρωτικό Ελλαδικό χώρο από πληθυσμιακή σκοπιά, εκ πρώτης. Ενδιαφέρον παρουσιάζει ακόμη η τολμηρή επιλογή των πόλεων για τις μελέτες περίπτωσης… δυο μεγάλες μητροπολιτικές περιοχές και δυο μικρές πόλεις με περιφερειακή εμβέλεια από την Ελλάδα και την Ευρώπη (Αθήνα – Βρυξέλλες, Βέλγιο και Ξάνθη – Chieti, Ιταλία).

Καταλήγοντας, προτείνεται η πολιτιστική κληρονομιά, με το ευρύτερο περιεχόμενο της, να αποτελέσει μια νέα αφετηρία για την οικονομική ανάκαμψη και την κοινωνική συνοχή των πόλεων, χωρίς να απομυζούν αλλά και να ενσωματώνουν τον αγροτικό και εν δυνάμει αστικοποιούμενο χώρο. Έτσι θίγεται το πρόβλημα του φυσικού περιβάλλοντος και της κλιματικής αλλαγής, ως μιας ουσιαστικής παραμέτρου επιβίωσης των έμβιων οργανισμών και κατοχύρωσης του αισθήματος ασφάλειας των κατοίκων και του δομημένου περιβάλλοντος διαβίωσης τους.  Με την ευχή και την πρόταση να γίνει όσο το δυνατόν ευρύτερα κατανοητή, η αξία της ανάδειξης της ευαισθησίας, αλλα και της ουσίας των παραμέτρων της προσέγγισης αυτής, προς όφελος τόσο της κοινωνικής-εδαφικής συνοχής, όσο και της αύξησης του αναπτυξιακού αποτυπώματος, σε εθνικό και σε περιφερειακό επίπεδο (τόσο στη μετά την κρίση περίοδο, όσο και για τους διαγραφώμενους νεους κινδύνους), συνεχίζονται η αναλυση και ο προβληματισμός, επισημαίνοντας παραλληλα και την αναγκαιότητα  του  διάλογου, αλλά και της δημιουργικής και θαραλλέας συμβολής, στην απορρέουσα από όλα τα προηγούμενα διατύπωσης αποτελεσματικών προτάσεων.

 

*Ιουλία Μωραΐτου, Πολιτικός Μηχανικός ΔΠΘ, DEA στη Χωροταξία και την Διαχείριση Περιβάλλοντος (ULB – Βέλγιο), Διδάκτωρ Χωροταξίας και Διαχείρισης Περιβάλλοντος, Πανεπιστήμιο Βρυξελλών (ULB – Βέλγιο), Μεταδιδακτορική Ερευνήτρια Παντείου Πανεπιστημίου Κοινωνικών & Πολιτικών Επιστημών

 

** Για το βιβλίο της Ιουλίας Μωραΐτου: Αστική Ανάπτυξη και Συνοχή. Πολιτιστικές και Περιβαλλοντικές Προσεγγίσεις: ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΡΟΠΟΜΠΟΣ

53 Patission Str., (Opposite Arcaeological Museum), P.C. 10433, Athens, Greece

T: +30 2105245264 – +30 2105245246, +30 6972310192

S: www.propobos.gr, E: propobos@propobos.gr,  FacebookInstagram

Ώρες Επικοινωνίας: 09:30 – 15:30 από Δευτέρα έως Παρασκευή

 

ΚΛΗΡΩΣΗ ΜΕ ΔΩΡΟ

Εγγραφείτε στο Newsletter και εξασφαλείστε την συμμετοχή σας